
Ανδρέας Βιολάρης
Υπάρχουν εστιατόρια που δεν είναι απλώς χώροι εστίασης. Αποτελούν κομμάτι μιας πόλης, μιας άλλης εποχής, μιας ολόκληρης κουλτούρας. Είναι μαγαζιά που έγραψαν ιστορία πριν ακόμη γεννηθούν όσοι τα επισκέπτονται σήμερα και ακούνε ιστορίες από τους πατεράδες και τους παππούδες τους. Και μεγάλωναν με την ελπίδα πως, κάποια στιγμή, θα ζήσουν κι αυτοί κάτι αντίστοιχο.
Ένα τέτοιο ήταν κι εκείνο το μαγαζί-γωνία, από τα πιο ξακουστά της χώρας. Μαγαζί που έζησε ένδοξες εποχές σε προηγούμενες δεκαετίες με αμέτρητα βραβεία και διακρίσεις και πολλές χιλιάδες επισκεπτών. Και δεν ήταν μόνο το φαγητό, αλλά η όλη εμπειρία. Η αίσθηση πως συμμετείχες σε κάτι μεγάλο, σε κάτι σπουδαίο. Με τα χρόνια, όμως, η λάμψη ξεθώριασε και τα βραβεία αραίωσαν. Ωστόσο, το όνομα παρέμεινε βαρύ και το brand ισχυρό. Ο κόσμος συνέχιζε να το σέβεται, να το αναγνωρίζει και να το επισκέπτεται. Δεν ήταν όμως πια το ίδιο. Ο χρόνος πέρασε, το προσπέρασε κι ο κόσμος ήθελε ανανέωση. Ανακαίνιση, νέο αέρα, νέα φιλοσοφία.
Μέχρι που εμφανίστηκε ένας πάμπλουτος που ήθελε να το αγοράσει. Έριξε χρήμα, έκλεισε οικονομικές τρύπες, ανακαίνισε τον χώρο, έφερε φρέσκο αέρα. Προσέλαβε έμπειρους μάγειρες, τα καλύτερα γκαρσόνια, άτομα που θεωρούνταν πετυχημένοι στην πιάτσα. Οι πρώτες ύλες ήταν εξαιρετικές, όπως και το νέο μενού και οι κριτικές θετικές. Το εστιατόριο ξαναμπήκε στον χάρτη. Κι όμως, κάτι έλειπε. Οι πελάτες περνούσαν όμορφα, έτρωγαν καλά, απολάμβαναν την εμπειρία. Έφευγαν όμως με μια αίσθηση… κενού. Ένιωθαν πως υπήρχε μια απόσταση ανάμεσα στο «πολύ καλό» που απολάμβαναν και στο πραγματικά σπουδαίο το οποίο ονειρεύονταν.
Δεν έφταιγε απαραίτητα η ποιότητα των υλικών ή του προσωπικού. Ούτε το χρήμα. Έλειπε εκείνος που θα έδινε ταυτότητα. Το άτομο που θα ένωνε όλα τα κομμάτια και θα έδινε νόημα και σκοπό στο πρότζεκτ. Και τότε ήρθε ο Νορβηγός σεφ. Ένας από τους σημαντικότερους σεφ που πέρασαν ποτέ από τη χώρα. Ο συγκεκριμένος είχε ξαναδουλέψει στο εν λόγω εστιατόριο, χρόνια πριν, δημιουργώντας φανατικούς θαυμαστές αλλά και αξέχαστες, σχεδόν μυθικές βραδιές στους πελάτες του εστιατορίου.
Το όνομά του προκαλούσε σεβασμό. Όχι γιατί ήταν απλώς διάσημος, αλλά γιατί είχε τη σπάνια ικανότητα να μετατρέπει το καλό σε εξαιρετικό. Η αλλαγή ήταν εμφανής από τις πρώτες εβδομάδες. Τα ίδια υλικά απέκτησαν άλλη αξία. Οι ίδιες κουζίνες δούλευαν με άλλη ένταση και έβγαζαν πολύ καλύτερο αποτέλεσμα. Οι ίδιοι άνθρωποι έμοιαζαν καλύτεροι. Τα πιάτα είχαν περισσότερο χαρακτήρα, μεγαλύτερη συνοχή και προσωπικότητα. Δεν ήταν απλώς νόστιμα. Έγιναν ξανά μια εμπειρία για τους πελάτες.
Και μέσα σε λίγους μήνες το εστιατόριο έγινε ξανά το κορυφαίο της χώρας. Όχι απαραίτητα γιατί είχε το μεγαλύτερο μπάτζετ. Όχι επειδή είχε τις πιο ακριβές πρώτες ύλες. Αλλά επειδή βρήκε τον άνθρωπο που μπορούσε να αξιοποιήσει τα πάντα στον απόλυτο βαθμό.
Κάπως έτσι λειτουργεί και το ποδόσφαιρο. Υπάρχουν σύλλογοι που είναι τεράστιοι, με βαριά ιστορία, τίτλους, κόσμο και άρα μεγάλες απαιτήσεις. Υπάρχουν οργανισμοί που δεν κρίνονται απλώς από το αν κερδίζουν, αλλά από το τι κερδίζουν ή, ακόμα, κι από πως το κερδίζουν. Το χρήμα, οι σύγχρονες εγκαταστάσεις, οι ελίτ ποδοσφαιριστές, οι κορυφαίοι σκάουτερ, αναλυτές και διατροφολόγοι δεν είναι πάντα αρκετά. Στο ποδόσφαιρο, όπως και στη γαστρονομία, δεν είναι αρκετή η απλή παράθεση ποιοτικών υλικών και προσωπικού. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει σύνθεση, χημεία, συνοχή. Οι καλύτεροι παίκτες δεν δημιουργούν πάντα την καλύτερη ομάδα.
Εκεί ακριβώς αναδεικνύεται η αξία και η σημασία του προπονητή. Ο κόουτς είναι ο «σεφ» που μπορεί να εκτοξεύσει μια ομάδα. Δεν χρειάζεται να είναι ο κορυφαίος στον κόσμο, ούτε ο πιο ακριβοπληρωμένος. Απλά χρειάζεται να είναι ο καταλληλότερος. Εκείνος που θα βρει τη σωστή ισορροπία, που θα ενώσει χαρακτήρες, θα φτιάξει ένα ενιαίο σύνολο και θα δώσει μια ταυτότητα. Ο καταλληλότερος προπονητής είναι αυτός που θα κάνει έναν καλό ποδοσφαιριστή να μοιάζει σπουδαίος κι έναν σπουδαίο παίκτη να δημιουργήσει νέο ταβάνι,. Να κάνει την καλύτερη σεζόν της καριέρας τους. Και φυσικά, αυτό που μετρά στο τέλος της ημέρας, να φέρνει αποτελέσματα, τίτλους, αλλά και περισσότερο κόσμο στο γήπεδο. Να δημιουργήσει κάτι που θα αποτελεί σημείο αναφοράς για τις επόμενες γενιές.
Ο κατάλληλος προπονητής δεν κάνει καλύτερους μόνο τους παίκτες ή τις μεταγραφές. Κάνει καλύτερο όλο το προσωπικό, όλο τον οργανισμό. Αναδεικνύει τους πάντες γύρω του και δίνει μεγαλύτερη αξία στις επενδύσεις του ιδιοκτήτη. Οι τίτλοι λειτουργούν πάντα σαν «ασπίδα». Σαν… ηρεμιστικό. Έχουν την μοναδική ικανότητα να διώχνουν τη μουρμούρα και τα σύννεφα κριτικής. Οι επιτυχίες κάνουν την ατμόσφαιρα πιο ήρεμη, οι όποιες αδυναμίες κρύβονται και ξαφνικά όλα μοιάζουν να δουλεύουν… ρολόι! Στην επιτυχία, όλοι μοιάζουν πιο ικανοί, πιο σωστοί στις αποφάσεις τους και φυσικά πιο αγαπητοί στον κόσμος.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, είτε μιλάμε για ένα ιστορικό εστιατόριο, είτε για έναν τεράστιο ποδοσφαιρικό σύλλογο, η διαφορά ανάμεσα στο «πολύ καλό» και στο πραγματικά κορυφαίο συχνά κρύβεται σε έναν άνθρωπο. Ότι ακριβώς είναι για την Ομόνοια ο Χένινγκ Μπεργκ. Για δεύτερη φορά μέσα σε μερικά χρόνια, ο Νορβηγός αποδείχθηκε ξανά ο καταλληλότερος σεφ για να φτιάξει την ιδανική… σάλτσα, η οποία θα δέσει όλα τα υλικά μαζί και θα δημιουργήσει το τέλεια αποτέλεσμα, το οποίο απήλαυσαν με την καρδιά τους φέτος οι φίλοι των «πρασίνων», όχι μόνο τις δύο τελευταίες εβδομάδες, αλλά από το ξεκίνημα τη σεζόν και σχεδόν κάθε βδομάδα, είτε από το γήπεδο είτε από τον καναπέ τους! Ήταν μία πορεία, μία εμπειρία που θα κουβαλούν για πάντα στη μνήμη τους. Σαν ένα εξαιρετικό πιάτο, υψηλής γαστρονομίας.























