
Λούης Νικολάου
Κάθε καλοκαίρι οι φίλοι του τένις περιμένουν με ανυπομονησία τα πρώτα σερβίς της σύντομης αλλά ξεχωριστής grass court season. Ειδικά στην Κύπρο, αλλά και γενικότερα, το γρασίδι του Wimby αποτελεί ό,τι πιο εμβληματικό υπάρχει στο άθλημα και το Wimbledon παραμένει το πιο ιστορικό τουρνουά τένις στον κόσμο.
Οι μονομαχίες του Μποργκ με τον ΜακΕνρό, τα smashes του Πιτ Σάμπρας, τα εκρηκτικά σερβίς του Μπόρις Μπέκερ, η κυριαρχία της Μαρτίνα Ναβρατίλοβα, οι μεγάλες μάχες των αδελφών Γουίλιαμς, αλλά και ο «βασιλιάς» του Centre Court, Ρότζερ Φέντερερ, είναι εικόνες βαθιά χαραγμένες στη μνήμη κάθε φίλου του αθλήματος.
Αυτό όμως που έχουμε συνδέσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με το γρασίδι είναι το serve-and-volley. Το άμεσο ανέβασμα στο φιλέ μετά το σερβίς. Ένα στυλ παιχνιδιού που σήμερα μοιάζει σχεδόν με είδος προς εξαφάνιση. Ένας από τους βασικότερους λόγους είναι οι αλλαγές που πραγματοποίησαν οι διοργανωτές στην επιφάνεια των γηπέδων, ώστε η μπάλα να αναπηδά ψηλότερα και να επιβραδύνεται μετά την επαφή της με το χόρτο, ευνοώντας τους κορυφαίους baseliners ακόμη και στη φυσική τους «αντίπαλη» επιφάνεια.
Το Wimbledon δεν είναι πια το ίδιο. Οι περίφημες χορτάρινες επιφάνειες του ιστορικού Grand Slam έχουν αλλάξει σημαντικά από το 2001 και μετά, μεταμορφώνοντας όχι μόνο την ταχύτητα του παιχνιδιού, αλλά και την ίδια την αγωνιστική ταυτότητα της διοργάνωσης. Το γεγονός ότι η αλλαγή πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά το τουρνουά του 2001 μοιάζει, εκ των υστέρων, με μία από τις μεγαλύτερες αστοχίες στην ιστορία του All England Club. Και αυτό γιατί εκείνη τη χρονιά παρακολουθήσαμε ίσως το σπουδαιότερο Wimbledon όλων των εποχών, με τους Σάμπρας, Φέντερερ, Χένμαν και Ράφτερ να πρωταγωνιστούν, πριν ο Γκόραν Ιβανίσεβιτς ολοκληρώσει το μεγαλύτερο ίσως παραμύθι στην ιστορία του ανδρικού ταμπλό.
Ποια ήταν όμως αυτή η μεγάλη αλλαγή;
Το 2001 οι διοργανωτές αποφάσισαν να αντικαταστήσουν το παραδοσιακό μείγμα χόρτου με 100% πολυετή αγριοσίκαλη (perennial ryegrass), επιδιώκοντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα των γηπέδων. Η νέα επιφάνεια «κρατά» περισσότερο την μπάλα μετά την αναπήδησή της, με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται και να αναπηδά ψηλότερα.
Η διαφορά έγινε εμφανής και στην πράξη. Ανάλυση πανομοιότυπων σερβίς του Ρότζερ Φέντερερ το 2003 και το 2008 έδειξε ότι η μπάλα έφτανε στη βασική γραμμή του αντιπάλου σχεδόν 9 μίλια την ώρα (περίπου 14,5 χλμ./ώρα) πιο αργά το 2008. Η αυξημένη τριβή της επιφάνειας, σε συνδυασμό με τη μικρή αύξηση της διαμέτρου της μπάλας, θεωρούνται οι βασικές αιτίες αυτής της διαφοράς.
Δεν είναι όμως μόνο το χόρτο που έχει αλλάξει το παιχνίδι. Αρκετοί κορυφαίοι τενίστες, ανάμεσά τους και ο Νόβακ Τζόκοβιτς, έχουν επισημάνει ότι οι μπάλες της Slazenger που χρησιμοποιούνται στο Wimbledon αποκτούν πολύ γρήγορα περισσότερο χνούδι κατά τη διάρκεια του αγώνα. Αυτό τις κάνει βαρύτερες και αισθητά πιο αργές στον αέρα σε σχέση με εκείνες που χρησιμοποιούνταν πριν από 10 ή 15 χρόνια.
Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, το Wimbledon ήταν συνώνυμο του serve-and-volley. Παίκτες όπως ο Πιτ Σάμπρας και ο Γκόραν Ιβανίσεβιτς έχτισαν τον μύθο τους εκμεταλλευόμενοι την ταχύτητα του χόρτου, τα χαμηλά γκελ μετά το σλάις και τα ασταμάτητα σερβίς τους, που αποτελούσαν το σήμα κατατεθέν της διοργάνωσης.
Σήμερα, οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Οι επιστρέφοντες μπορούν να στέκονται αρκετά μέτρα πίσω από τη βασική γραμμή, να εξουδετερώνουν πολύ πιο εύκολα τα ισχυρά σερβίς και να οδηγούν τους πόντους σε μεγάλες ανταλλαγές από τη baseline. Το παιχνίδι δεν θυμίζει σχεδόν σε τίποτα εκείνο που έκανε το Wimby μοναδικό. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια κυριάρχησαν αθλητές όπως ο Νόβακ Τζόκοβιτς, ενώ σήμερα τη σκυτάλη έχουν πάρει ο Γιανίκ Σίνερ και ο Κάρλος Αλκαράθ.
Το αποτέλεσμα, μπορεί να μην αλλάζει. Το Wimbledon εξακολουθεί να είναι το πιο αγαπημένο τουρνουά τόσο για τους φιλάθλους όσο και για τους ίδιους τους αθλητές. Για πολλούς αποτελεί τον λόγο που ξεκίνησαν να παίζουν τένις. Η ιστορία και η παράδοσή του εξακολουθούν να τονίζουν την αίγλη του. Αγωνιστικά, όμως, απέχει σημαντικά από εκείνο που κάποτε θεωρούνταν το ταχύτερο, το πιο ιδιαίτερο και πιο απαιτητικό τουρνουά στον κόσμο.
Το πράσινο του γρασιδιού μπορεί να παραμένει ίδιο. Η ψυχή, όμως, του All England Club αλλοιώνεται σιγά-σιγά στον βωμό της κανονικότητας.






















