ΚΥΠΕ
Είναι συνεχής η προσπάθειά μας για μεταρρυθμίσεις με πρώτιστο στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του δικαστικού μας συστήματος, ανέφερε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, κατά την τελετή διαβεβαίωσης του Αλέξανδρου Παναγιώτου ως Δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα τη Δευτέρα στο Προεδρικό Μέγαρο.
«Πρόκειται για ένα διορισμό με ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα που αφορά άμεσα τη λειτουργία ενός εκ των βασικών πυλώνων της δημοκρατίας μας, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο ανάμεσα σε πολλά άλλα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην προάσπιση της συνταγματικής τάξης, της νομιμότητας και των δικαιωμάτων των πολιτών», σημείωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή, συνέχισε, «η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν είναι απλώς συνταγματική πρόνοια. Είναι προϋπόθεση για την λειτουργία του κράτους δικαίου, αλλά και για την εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους θεσμούς».
«Για 3 σχεδόν δεκαετίες ο κύριος Παναγιώτου υπηρετεί τη δικαιοσύνη με συνέπεια και ευθύνη. Η πορεία του στη δικαστική έδρα χαρακτηρίζεται από σοβαρότητα, από επιστημονική επάρκεια και προσήλωση στις αρχές της αμεροληψίας», επεσήμανε, προσθέτοντας ότι ο Αλέξανδρος Παναγιώτου υπηρέτησε ως Πρόεδρος Κακουργιοδικείου και ως Διοικητικός Πρόεδρος στα Επαρχιακά Δικαστήρια Λευκωσίας και Λάρνακας, ενώ από το 2020 βρίσκεται στην Προεδρία της Ένωσης Δικαστών Κύπρου με ουσιαστική συμβολή στον θεσμικό διάλογο για τη Δικαιοσύνη. «Από τον Μάρτιο του 2024 υπηρετεί ως Πρόεδρος του Εφετείου, θέση από την οποία επιβεβαίωσε την προσήλωσή του στις αρχές που πρέπει να διέπουν ένα ανώτερο δικαστικό λειτουργό», συμπλήρωσε.
«Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αντίληψη που ο ίδιος έχει εκφράσει για τον ρόλο του Δικαστή: ότι ο δικαστής οφείλει να αποτελεί υπόδειγμα ήθους και συμπεριφοράς και ότι η άσκηση της δικαστικής εξουσίας δεν συνάδει με έπαρση ή ειρωνεία, αλλά με σεμνότητα και συναίσθηση ευθύνης», τόνισε ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης.
«Και είναι ακριβώς αυτή η προσέγγιση που ενισχύει την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης. Γιατί, η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν οικοδομείται μόνο μέσα από τις αποφάσεις, αλλά και μέσα από τη στάση και τη συμπεριφορά εκείνων που τις λαμβάνουν», υπέδειξε.
«Σε κάθε περίοδο, και ιδιαίτερα σε στιγμές που δοκιμάζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς, η ευθύνη της Δικαιοσύνης καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «η προσήλωση, λοιπόν, στις αρχές της ακεραιότητας, της ισονομίας, και της λογοδοσίας δεν αποτελεί επιλογή για κανένα μας, αλλά ελάχιστη υποχρέωση».
Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπογράμμισε «ότι για τη δική μας διακυβέρνηση αυτές οι αρχές είναι απαράβατες. Το Σύνταγμα και οι Νόμοι ορίζουν κάθε μας πράξη και ενέργεια. Κανένας μα κανένας δεν είναι υπεράνω του νόμου και, βεβαίως, ουδείς νομιμοποιείται να ενεργεί εκτός αυτού του θεσμικού πλαισίου», τόνισε.
«Σε ένα δημοκρατικό κράτος, πολύ περισσότερο σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ, η δικαιοσύνη απονέμεται στις δικαστικές αίθουσες και πουθενά αλλού. Οτιδήποτε άλλο υπονομεύει τις αξίες πάνω στις οποίες είναι θεμελιωμένο το κράτος δικαίου, υπονομεύει την ίδια τη Δημοκρατία μας», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι «όσοι υπηρετούμε τους θεσμούς, και για όσο καιρό τους υπηρετούμε, έχουμε πρώτοι υποχρέωση να σεβόμαστε τους Νόμους χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς αστερίσκους, χωρίς υποσημειώσεις».
Την ίδια ώρα, εξέφρασε την έντονη πεποίθησή του ότι «η ποιότητα της Δικαιοσύνης παραμένει μια συνεχής πρόκληση, και ιδιαίτερα οτιδήποτε έχει να κάνει με την ταχύτητα και τον χρόνο απονομής της». Γι’ αυτό, όπως είπε, «συνεχής είναι η προσπάθειά μας για μεταρρυθμίσεις με πρώτιστο στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του δικαστικού μας συστήματος».
«Και, σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια που αποτελεί και δικαιολογημένη απαίτηση της κοινωνίας μας, η παρουσία ανθρώπων με εμπειρία, γνώση και αποδεδειγμένο ήθος στα ανώτατα δικαστικά αξιώματα είναι καθοριστικής σημασίας», υπογράμμισε.
«Η ισχύς της Δημοκρατίας μας αντανακλάται σε μεγάλο βαθμό στην ισχύ των θεσμών της. Και η Δικαιοσύνη είναι ο πυρήνας αυτής της ισχύος», σημείωσε.
Απευθυνόμενος προς τον κ. Παναγιώτου, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης είπε ότι «η πρόσθετη θεσμική ευθύνη που αναλαμβάνετε από σήμερα είναι μεγάλη». «Η εμπιστοσύνη της Πολιτείας προς το πρόσωπό σας είναι δεδομένη και είμαι βέβαιος ότι με το έργο σας θα συνεχίσετε να υπηρετείτε τη Δικαιοσύνη, με αφοσίωση, ανιδιοτέλεια και ακεραιότητα», ανέφερε, ευχόμενος στον κ. Παναγιώτου κάθε επιτυχία στα νέα του καθήκοντα.
Στον χαιρετισμό του, ο Αλέξανδρος Παναγιώτου ευχαρίστησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του, σημειώνοντας ότι αποδέχεται τον διορισμό του στο Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας πλήρη συναίσθηση των απαιτήσεων και των προκλήσεων που συνοδεύουν αυτή τη θέση.
Εξέφρασε, επίσης, την ακράδαντη πεποίθηση ότι «ο δικαστής, ιδιαίτερα ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου που βρίσκεται στην κορυφή του δικαστικού σώματος, οφείλει να αποτελεί πρότυπο όχι μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, αλλά και σε κάθε πτυχή της προσωπικής και κοινωνικής του ζωής. Οφείλει να ανταποκρίνεται στα υψηλότερα πρότυπα ευγένειας και σεβασμού, τα οποία διαχρονικά πάντοτε χαρακτήριζαν το κυπριακό Δικαστικό Σώμα», επεσήμανε.
«Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε σήμερα, όπου διαμορφώνεται ένα επικίνδυνο περιβάλλον αμφισβήτησης του διεθνούς δικαίου σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και μία συνεχής κρίση των θεσμών και του κράτους δικαίου στο εσωτερικό, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι τα δικαστήρια αποτελούν το τελευταίο ανάχωμα προστασίας των δημοκρατικών θεσμών και των συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών των πολιτών που προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για προστασία των δικαιωμάτων τους», υπέδειξε ο κ. Παναγιώτου.
«Σε εποχές κρίσης όπου πλήττεται η συνοχή της κοινωνίας και οι θεσμοί αμφισβητούνται, τα δικαστήρια θα κληθούν να προστατεύσουν την εφαρμογή του νόμου και να επαναφέρουν την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς», σημείωσε, διαβεβαιώνοντας ότι «οι Κύπριοι δικαστές ανταποκρίνονται με επάρκεια και προσήλωση σε αυτό το καθήκον, τηρώντας με ευλάβεια την αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, χωρίς να απαντούν στις ευπρόσδεκτες πάντα κριτικές που δυστυχώς όμως ενίοτε είναι αναιτιολόγητα άδικες και ισοπεδωτικές ως προς το σύνολο του δικαστικού σώματος».
Παράλληλα, ο Αλέξανδρος Παναγιώτου ανέφερε ότι «ο Κύπριος δικαστής οφείλει να είναι για έναν επιπρόσθετο λόγο ιδιαίτερα ευαίσθητος στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών, αφού λειτουργεί και απονέμει δικαιοσύνη σε μία ημικατεχόμενη πατρίδα όπου υφίσταται ο κυπριακός λαός καθημερινή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του».
«Όσον αφορά τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην απονομή της δικαιοσύνης, οι οποίες δικαίως έχουν ως συνέπεια την απαξίωση και απογοήτευση των πολιτών, οι δικαστές, παρά τις όποιες αδυναμίες του συστήματος και τα λειτουργικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η δικαιοσύνη, προσπαθούν κάτω από αντίξοες συνθήκες, να επιτελέσουν το καθήκον τους και να αντεπεξέλθουν στην προσπάθεια για μείωση των καθυστερήσεων», ανέφερε.
«Η πρόσφατη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης παρέχει τα αναγκαία εργαλεία στα δικαστήρια στην προσπάθεια που γίνεται για εξάλειψη των καθυστερήσεων», σημείωσε, προσθέτοντας ότι τα αποτελέσματα είναι εμφανή, ιδιαίτερα στο Εφετείο.
Κλείνοντας, διαβεβαίωσε ότι θα φανεί αντάξιος της εμπιστοσύνης του Προέδρου της Δημοκρατίας και ότι από τη νέα του θέση θα συνεχίσει να απονέμει δικαιοσύνη με αμεροληψία, εφαρμόζοντας τον νόμο χωρίς προκατάληψη και φόβο, όπως έχει πράξει τα τελευταία 30 χρόνια.




























