ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Μουσιούττας: «Δικαίωση είναι η απελευθέρωση»

Τόνισε ότι η λύση του Κυπριακού παραμένει η κορυφαία προτεραιότητα και η αναζήτηση των αγνοουμένων διαρκές χρέος

ΚΥΠΕ

Η δικαίωση όσων υπερασπίστηκαν την ελευθερία, την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1974 «έχει ένα και μόνο περιεχόμενο», τον τερματισμό της κατοχής, την απελευθέρωση και την επανένωση της πατρίδας, δήλωσε σήμερα ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαρίνος Μουσιούττας.

Παράλληλα διαβεβαίωσε ότι η αναζήτηση των αγνοουμένων «δεν είναι φάκελος που κλείνει με το πέρασμα του χρόνου», αλλά «υποχρέωση που δεν παραγράφεται», σημειώνοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει να ζητά πρόσβαση σε στρατιωτικά αρχεία και κάθε διαθέσιμη πληροφορία.

Σε επιμνημόσυνο λόγο του, στο εθνικό μνημόσυνο της Κοινότητας Γιόλου, στον Ιερό Ναό Παναγίας Χρυσελεοούσης, ο κ. Μουσιούττας υπογράμμισε ότι 52 χρόνια μετά την Τουρκική Εισβολή η επίλυση του Κυπριακού παραμένει «η πρώτη και κορυφαία προτεραιότητα της Κυβέρνησης», σημειώνοντας ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εργάζεται μεθοδικά για τη δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν την επανέναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων.

«Πενήντα δύο χρόνια μετά την τραγωδία του 1974, όσοι έσπευσαν να υπερασπιστούν την ελευθερία, την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Κύπρου δεν έχουν ακόμη δικαιωθεί», ανέφερε ο Υπουργός Εργασίας, για να προσθέσει ότι «η δικαίωσή τους έχει ένα και μόνο περιεχόμενο. Τον τερματισμό της κατοχής, την απελευθέρωση και την επανένωση της πατρίδας μας».

Όπως είπε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έχοντας εντολή που «πηγάζει από τον ίδιο τον κυρίαρχο λαό», εργάζεται ώστε να ωριμάσουν οι συνθήκες για επανέναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων, με στόχο μια συνολική διευθέτηση «θεμελιωμένη στο συμφωνημένο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, στο διαπραγματευτικό κεκτημένο και στις αρχές, τις αξίες και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Ο κ. Μουσιούττας τόνισε, παράλληλα, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία «δεν πορεύεται μόνη» στην προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, καθώς όπως ανέφερε, έχει στο πλευρό της τους εταίρους της στην ΕΕ, τα κράτη μέλη, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και σειρά άλλων κρατών.

«Η θέση αυτή δεν μας χαρίστηκε», σημείωσε, αποδίδοντάς την, μεταξύ άλλων, στην επιτυχημένη Προεδρία της Κύπρου στο Συμβούλιο της ΕΕ και στη συμβολή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ζητήματα όπως η στρατηγική αυτονομία της Ένωσης, η άμυνα και η ασφάλεια, η ανταγωνιστικότητα και η οικονομία, η ενεργειακή ανεξαρτησία και η πολιτική προστασία.

Ο κ. Μουσιούττας επανέλαβε ότι ο στόχος παραμένει «σταθερός και αδιαπραγμάτευτος».

«Μια επανενωμένη πατρίδα, ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, απαλλαγμένο από ξένες εγγυήσεις και επεμβατικά δικαιώματα, από κατοχικά στρατεύματα και από συρματοπλέγματα. Μια τέτοια πατρίδα, ανέφερε, θα πρέπει να διασφαλίζει σε κάθε νόμιμο κάτοικό της την πλήρη απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, ώστε να ζει με ασφάλεια και να δημιουργεί χωρίς φόβο. Μια πατρίδα που θα αξίζει το αίμα όσων έπεσαν για αυτήν», υπογράμμισε.

Στον λόγο του, ο κ. Μουσιούττας αναφέρθηκε στις ιστορίες των δύο νέων της Γιόλου, του Σάββα Αντωνιάδη και του Τάκη Χριστοδούλου, συνδέοντάς τις με το χρέος της Πολιτείας απέναντι στους πεσόντες και τους αγνοουμένους.

Όπως είπε, ο Σάββας Αντωνιάδης, 23 ετών, «γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γιόλου» και με την έναρξη της εισβολής κατατάγηκε ως έφεδρος στην 187 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού.

Στις 14 Αυγούστου 1974, ενώ βρισκόταν με άδεια, «μόλις το πληροφορήθηκε έτρεξε στον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου και ζήτησε ο ίδιος να τον μεταφέρουν στη μονάδα του», είπε.

«Δεν ρώτησε που είναι το ασφαλέστερο μέρος. Ρώτησε πού είναι το χρέος», ανέφερε σημειώνοντας ότι ο Σάββας στάλθηκε στα φυλάκια της περιοχής Παλλουκιών, όπου στις 17 Αυγούστου «έμεινε στη θέση του και πολέμησε ως το τέλος».

Ο κ. Μουσιούττας είπε ότι για 31 χρόνια ο Σάββας παρέμεινε στον κατάλογο των αγνοουμένων, μέχρι την ταυτοποίηση των οστών του, ενώ το 2006 «το χώμα της Γιόλου άνοιξε την αγκαλιά του και δέχθηκε πίσω το παιδί του».

Αναφερόμενος στον Τάκη Χριστοδούλου, είπε ότι «γεννήθηκε στη Γιόλου στις 17 Ιουλίου 1955» και μόλις 19 ετών, υπηρετούσε στο 251 Τάγμα Πεζικού στην Κερύνεια.

Παρά τον τραυματισμό του στο κεφάλι κατά τον βομβαρδισμό της μονάδας του στις 20 Ιουλίου, «μόλις του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, με το τραύμα ακόμη νωπό, γύρισε πίσω. Γύρισε στην Κερύνεια. Γύρισε στη θέση του, στην πρώτη γραμμή», είπε.

Ο Υπουργός Εργασίας ανέφερε ότι στις 14 Αυγούστου ο Τάκης κατέληξε μαζί με άλλους στρατιώτες στη Βώνη, όπου τους δόθηκαν πολιτικά ρούχα και, μέσα στη νύχτα, κατέγραψαν σε ένα χαρτί τα ονόματα και τους τόπους καταγωγής τους, το οποίο εμπιστεύθηκαν σε κάτοικο της περιοχής για να παραδοθεί στον Ερυθρό Σταυρό.

«Σαν να ήξεραν. Σαν να ήθελαν, αν χαθούν τα κορμιά, να μη χαθούν τουλάχιστον τα ονόματα», είπε.

Πρόσθεσε πως το πρωί της 15ης Αυγούστου οι στρατιώτες παραδόθηκαν και οδηγήθηκαν προς την κατεύθυνση του Επηχώ. «Από εκείνο το πρωινό της Παναγίας, πενήντα δύο χρόνια τώρα, δεν γνωρίζουμε τίποτε για την τύχη του Τάκη», ανέφερε, σημειώνοντας ότι «άοπλοι, με πολιτικά ρούχα, με τα χέρια υψωμένα, παραδόθηκαν και χάθηκαν».

«Γιατί η μνήμη που δεν τολμά την αλήθεια δεν είναι μνήμη», υπογράμμισε.

Ο κ. Μουσιούττας διαβεβαίωσε ότι η αναζήτηση των αγνοουμένων «δεν είναι φάκελος που κλείνει με το πέρασμα του χρόνου», αλλά «υποχρέωση που δεν παραγράφεται», σημειώνοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει να ζητά πρόσβαση σε στρατιωτικά αρχεία και κάθε διαθέσιμη πληροφορία.

«Για τον Τάκη, όμως, δεν μπορούμε ακόμη. Δεν έχουμε που να δείξουμε. Δεν έχουμε που να σταθούμε και να πούμε 'εδώ'», είπε, χαρακτηρίζοντας αυτή τη λέξη «το βαρύτερο χρέος που κουβαλάμε ως Πολιτεία και ως κοινωνία».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κοινωνία: Τελευταία Ενημέρωση