Η ανάγκη εντατικοποίησης των προσπαθειών για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων της Κύπρου και η αξιοποίηση νέων φωτογραφικών τεκμηρίων και μαρτυριών που ήρθαν πρόσφατα στο φως, αναδείχθηκαν σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη στο Ευρωκοινοβούλιο στις Βρυξέλλες.
Η εκδήλωση, με τίτλο «Νέα ευρήματα και μαρτυρίες σχετικά με τους αγνοούμενους της Κύπρου», διοργανώθηκε από τον Ευρωβουλευτή του ΔΗΚΟ, Κώστα Μαυρίδη, με τη συμμετοχή Ευρωβουλευτών, πρώην αιχμαλώτων πολέμου του 1974, συγγενών αγνοουμένων και εκπροσώπων της Κομισιόν.
Στην ομιλία του, ο κ. Μαυρίδης ανέφερε ότι περίπου 800 Ελληνοκύπριοι και σχεδόν 200 Τουρκοκύπριοι εξακολουθούν να αγνοούνται, κυρίως ως αποτέλεσμα της Τουρκικής Εισβολής του 1974, χαρακτηρίζοντας το ζήτημα ως καθαρά ανθρωπιστικό.
Σημείωσε ότι η εκδήλωση επικεντρώθηκε σε νέα φωτογραφικά τεκμήρια και μαρτυρίες που αφορούν περιστατικά τα οποία συνέβησαν στα μέσα Αυγούστου του 1974 στις κατεχόμενες σήμερα περιοχές της Κύπρου.
Ο Ευρωβουλευτής υπογράμμισε ότι στην εκδήλωση παρευρέθηκαν συγγενείς αγνοουμένων, μεταξύ των οποίων και παιδιά προσώπων που εμφανίζονται στις φωτογραφίες που εντοπίστηκαν πρόσφατα. Ανέφερε επίσης, ότι τα νέα στοιχεία παρουσιάστηκαν από τον ερευνητή Οδυσσέα Χρίστου, τον οποίο επαίνεσε για τη συμβολή του στη διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων.
Ο κ. Μαυρίδης τόνισε ότι η εκδήλωση έχει ως στόχο να επαναβεβαιωθεί το αίτημα για ανεύρεση των λειψάνων των αγνοουμένων και για πλήρη διακρίβωση της τύχης των προσώπων που εξακολουθούν να αγνοούνται.
Ανέφερε πως το δικαίωμα στην αλήθεια αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, επισημαίνοντας ότι ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος των οικογενειών των αγνοουμένων, καθώς μάρτυρες και συγγενείς φεύγουν από τη ζωή χωρίς να έχουν ληφθεί απαντήσεις. Δήλωσε ότι όλοι οι Κύπριοι, ανεξαρτήτως κοινότητας, έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τι απέγιναν οι συγγενείς τους.
Ο Ευρωβουλευτής επανέλαβε την ανάγκη άσκησης πίεσης προς την Τουρκία για ουσιαστική συνεργασία με τη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους, ανεξάρτητα από τα πολιτικά ζητήματα που παραμένουν σε άλυτα.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε δύο πάγια αιτήματα, το άνοιγμα των αρχείων του τουρκικού στρατού του 1974 και την παροχή άδειας για διενέργεια εκσκαφών σε στρατιωτικές ζώνες στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Παράλληλα, έθεσε και ένα τρίτο αίτημα, το οποίο αφορά στην πρόσβαση σε φωτογραφικό και άλλο υλικό που βρίσκεται στην κατοχή των τουρκικών αρχών.
Σύμφωνα με τον κ. Μαυρίδη, τα νέα φωτογραφικά τεκμήρια και έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση καταδεικνύουν ότι σημαντικός αριθμός σχετικών στοιχείων εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια των τουρκικών αρχών. Εξήγησε πως η πρόσβαση στο υλικό αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στον εντοπισμό αγνοουμένων ή στη διακρίβωση της τύχης τους.
Σε δευτερολογία του ο κ. Μαυρίδης δήλωσε χαρακτηριστικά πως από τη στιγμή που θα σταματήσουμε να αναζητούμε τους αγνοούμενους μας, εμείς οι ίδιοι θα γίνουμε οι αγνοούμενοι της ιστορίας μας και της πατρίδας μας.
Απαντήσεις για να κλείσει ο κύκλος
Απαντώντας σε ερώτηση του ΚΥΠΕ για τη σημασία της πρωτοβουλίας και το μήνυμά της προς τις εκατοντάδες οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις για τους αγνοούμενους συγγενείς τους, ο κ. Μαυρίδης ανέφερε ότι στόχος των προσπαθειών είναι να δοθεί τέλος στο βασανιστικό ερώτημα για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων.
Πρόσθεσε ότι ο κύκλος αυτός μπορεί να κλείσει μόνο όταν εντοπιστεί αγνοούμενος ή όταν υπάρξει τουλάχιστον μία απάντηση για το τι απέγινε. Πρόσθεσε ότι ο πόνος της απώλειας δεν παύει να υπάρχει, όμως τερματίζεται η αβεβαιότητα που συνοδεύει για δεκαετίες τις οικογένειες των αγνοουμένων.
Ο κ. Μαυρίδης υπογράμμισε ακόμη ότι το δικαίωμα στην αλήθεια αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και αφορά όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως κοινότητας.
Τα νέα τεκμήρια να συμβάλουν στην ιστορική καταγραφή των γεγονότων
Κατά την εκδήλωση, ο ερευνητής Οδυσσέας Χρίστου, μέσα από φωτογραφικό υλικό, παρουσίασε τα ευρήματα της έρευνάς του για τους αγνοούμενους και αιχμαλώτους της τουρκικής εισβολής του 1974, υπογραμμίζοντας ότι νέα τεκμήρια και μαρτυρίες μπορούν να συμβάλουν τόσο στην ιστορική τεκμηρίωση των γεγονότων, όσο και στις προσπάθειες διακρίβωσης της τύχης προσώπων που εξακολουθούν να αγνοούνται.
Εξήγησε, η έρευνα βασίζεται σε φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό που καταγράφηκε κυρίως από Τούρκους δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, καθώς και σε μαρτυρίες επιζώντων και συγγενών αγνοουμένων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μέρος του υλικού αυτού επιτρέπει την επανεξέταση γνωστών, αλλά και άγνωστων υποθέσεων και την ταυτοποίηση προσώπων που εμφανίζονται σε φωτογραφίες και κινηματογραφικά πλάνα των ημερών της εισβολής.
Ο κ. Χρίστου αναφέρθηκε ιδιαίτερα σε υπόθεση που αφορά ομάδα αιχμαλώτων στην περιοχή Μαντρών του Καϊμακλίου τον Αύγουστο του 1974. Όπως είπε, μέσα από νέο φωτογραφικό υλικό και μαρτυρίες επανέρχονται στο προσκήνιο περιπτώσεις προσώπων που εξακολουθούν να αγνοούνται.
Σύμφωνα με τον ερευνητή, νέα στοιχεία συνδέονται με μαρτυρίες για τη μεταφορά αιχμαλώτων σε μαύρη Mercedes, γεγονός που είχε καταγραφεί από δεκάδες μάρτυρες αλλά δεν είχε μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί φωτογραφικά.
Όπως ανέφερε, η ανάλυση των εικόνων βρίσκεται σε εξέλιξη και εξετάζεται κατά πόσο μπορούν να ταυτοποιηθούν όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται σε αυτές.
Παράλληλα, παρουσίασε περιπτώσεις αγνοουμένων και αιχμαλώτων που καταγράφηκαν σε κινηματογραφικά πλάνα της εποχής, σημειώνοντας ότι η σύγχρονη ανάλυση εικόνας και η συνεργασία με συγγενείς έχουν ήδη οδηγήσει σε νέες αναγνωρίσεις προσώπων.
Ο κ. Χρίστου ανέφερε επίσης, ότι η ερευνητική ομάδα αναπτύσσει μεθοδολογία αναγνώρισης προσώπων μέσα από ιστορικό φωτογραφικό υλικό και οικογενειακές μαρτυρίες, με στόχο να συμβάλει όχι μόνο στις κυπριακές υποθέσεις αγνοουμένων, αλλά και σε αντίστοιχες ανθρωπιστικές έρευνες διεθνώς.
Κλείνοντας την παρουσίασή του, απηύθυνε έκκληση για πρόσβαση σε πρόσθετο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό που ενδεχομένως βρίσκεται στην κατοχή των τουρκικών αρχών ή άλλων φορέων, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι νέα στοιχεία θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη διακρίβωση της τύχης αγνοουμένων και στην παροχή απαντήσεων στις οικογένειές τους, πενήντα και πλέον χρόνια μετά τα γεγονότα του 1974.
Οι δυσκολίες εντοπισμού αγνοουμένων παραμένουν
Ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Αιχμαλώτων Πολέμου 1974, Βάσος Χρίστου, αναφέρθηκε στις προσωπικές του εμπειρίες ως αιχμάλωτος πολέμου και στις δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι προσπάθειες εντοπισμού αγνοουμένων πενήντα και πλέον χρόνια μετά την Τουρκική Εισβολή.
Ο κ. Χρίστου παρέθεσε στοιχεία για τις συνέπειες της εισβολής του 1974, αναφέροντας ότι καταγράφηκαν περίπου 3.000 πεσόντες, 1.619 αγνοούμενοι, 2.450 αιχμάλωτοι, 200.000 πρόσφυγες, καθώς και η συνεχιζόμενη κατοχή του 37% της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως είπε, το ζήτημα των αγνοουμένων παραμένει η μεγαλύτερη τραγωδία.
Πρόσθεσε επίσης ότι, από τους περίπου 2.450 αιχμαλώτους του 1974, οι 1.508 ήταν άμαχοι πολίτες ηλικίας από 14 έως 70 ετών, ενώ οι υπόλοιποι ήταν στρατεύσιμοι, κληρωτοί και έφεδροι.
Αναφερόμενος στις συνθήκες αιχμαλωσίας, ανέφερε ότι πολλοί αιχμάλωτοι υπέστησαν κακοποίηση και εξευτελισμούς αμέσως μετά τη σύλληψή τους. Δήλωσε πως οι φωτογραφίες και τα οπτικά τεκμήρια που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση αποτυπώνουν περιστατικά κακομεταχείρισης αιχμαλώτων πριν από την εξαφάνισή τους.
Ο κ. Χρίστου στάθηκε ιδιαίτερα στις δυσκολίες διερεύνησης πιθανών χώρων ταφής στις κατεχόμενες περιοχές. Όπως είπε, περίπου το 80% των τοποθεσιών που θεωρούνται πιθανοί χώροι εντοπισμού λειψάνων βρίσκεται εντός περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί στρατιωτικές ζώνες, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες διεξαγωγής εκσκαφών και ερευνών.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε μαρτυρίες και πληροφορίες για μετακινήσεις λειψάνων από αρχικούς χώρους ταφής σε άλλες περιοχές, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τις προσπάθειες εντοπισμού και ταυτοποίησης αγνοουμένων. Έκανε ειδική αναφορά στην περιοχή της Άσσιας και σε άλλες τοποθεσίες όπου έχουν εντοπιστεί ομαδικοί τάφοι ή ανθρώπινα λείψανα τα προηγούμενα χρόνια.
Περιγράφοντας τη δική του εμπειρία το 1974, ο κ. Χρίστου ανέφερε ότι ήταν σχεδόν 18 ετών κατά την εισβολή και επρόκειτο να παρουσιαστεί για στρατιωτική θητεία, αλλά τον πρόλαβαν τα γεγονότα. Όπως είπε, αρχικά συμμετείχε σε προσπάθειες μεταφοράς τραυματιών και παροχής βοήθειας, ενώ συνελήφθη αιχμάλωτος στις 2 Αυγούστου.
Διαφορετικές πτυχές της ίδιας ανθρωπιστικής τραγωδίας
Ο πρώην αιχμάλωτος πολέμου, Νίκος Παπαναστασίου, συνέδεσε το ζήτημα των αγνοουμένων με τις εμπειρίες όσων επέζησαν της αιχμαλωσίας κατά την τουρκική εισβολή, υπογραμμίζοντας δεν αποτελούν ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας, αλλά είναι μέρος της ίδιας ανθρωπιστικής τραγωδίας.
Ανέφερε ότι συγκαταλέγεται μεταξύ όσων συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια των γεγονότων του 1974 και επέστρεψαν ζωντανοί, σημειώνοντας ότι αισθάνεται υποχρέωση να καταθέτει τη μαρτυρία του και για όσους δεν επέστρεψαν ποτέ. Περιγράφοντας τη δική του εμπειρία, ανέφερε πως μετά τη σύλληψή του και ενώ είχε παραδοθεί ως αιχμάλωτος πολέμου, υπέστη σωματική κακοποίηση, ξυλοδαρμούς και εξευτελισμούς.
Ο κ. Παπαναστασίου περιέγραψε περιστατικά βίας κατά τη διάρκεια της κράτησής του, αναφέροντας ότι δέχθηκε χτυπήματα, απειλές και ψυχολογική πίεση, ενώ έκανε λόγο για συνθήκες που δημιούργησαν έντονο αίσθημα φόβου και αβεβαιότητας για την επιβίωσή του.
«Ένας στρατιώτης με χτύπησε βίαια στο κεφάλι με το κοντάκι του όπλου του. Το αίμα άρχισε αμέσως να τρέχει στο πρόσωπό μου και για λίγα δευτερόλεπτα έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα, βρέθηκα αντιμέτωπος με κλωτσιές, ύβρεις, εξευτελισμούς και κακοποίηση. Θυμάμαι τα σημάδια από τα καψίματα τσιγάρων στον λαιμό μου. Θυμάμαι τον φόβο», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Αναφέρθηκε επίσης, σε περιστατικό κατά το οποίο αιχμάλωτοι τοποθετήθηκαν μπροστά σε τοίχο, πιστεύοντας ότι επρόκειτο να εκτελεστούν, κάτι που τελικά δεν συνέβη.
«Ίσως η πιο τρομακτική στιγμή ήταν όταν μας έστησαν μπροστά σε έναν τοίχο και μας προετοίμασαν για αυτό που πιστεύαμε ότι θα ήταν η εκτέλεσή μας. Για μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα, ο θάνατος φαινόταν βέβαιος. Όσοι δεν έχουν ζήσει μια τέτοια στιγμή ίσως δυσκολεύονται να το κατανοήσουν. Όταν ένας άνθρωπος πιστεύει ότι το επόμενο δευτερόλεπτο μπορεί να είναι το τελευταίο της ζωής του, κάτι αλλάζει για πάντα μέσα του», εξιστόρησε.
Τόνισε ότι οι επιπτώσεις της αιχμαλωσίας δεν περιορίστηκαν στα σωματικά τραύματα, αλλά συνεχίστηκαν για δεκαετίες μετά το τέλος των γεγονότων. Όπως ανέφερε, μετά την απελευθέρωσή του αντιμετώπισε προβλήματα ψυχικής υγείας, ενώ οι μνήμες της περιόδου εξακολουθούν να τον επηρεάζουν μέχρι σήμερα.
Στη συνέχεια συνέδεσε την προσωπική του εμπειρία με το ζήτημα των αγνοουμένων, θέτοντας ερωτήματα για την τύχη όσων δεν επέστρεψαν ποτέ και για τις συνθήκες που ενδεχομένως αντιμετώπισαν μετά τη σύλληψή τους. Όπως είπε, οι οικογένειες των αγνοουμένων εξακολουθούν να αναμένουν απαντήσεις περισσότερα από 50 χρόνια μετά, ενώ πολλοί συγγενείς απεβίωσαν χωρίς να πληροφορηθούν τι απέγιναν οι δικοί τους άνθρωποι.
Ο κ. Παπαναστασίου χαρακτήρισε το θέμα ανθρωπιστικό και ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απευθύνοντας έκκληση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να συνεχίσουν να στηρίζουν τις προσπάθειες διακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων, καθώς και την πρόσβαση σε πληροφορίες και αρχεία που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διερεύνηση των υποθέσεων.





























