ΚΥΠΕ
Παρά τα προειδοποιητικά σημάδια για ενδεχόμενη μη τήρηση της νομοθεσίας, το Τμήμα Φορολογίας δεν εξέτασε δεόντως συναλλαγές που αφορούσαν την πώληση ακινήτου γνωστού επιχειρηματία, αναφέρει σε ειδική έκθεσή της η Ελεγκτική Υπηρεσία.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση, τα ευρήματα σχετίζονται με συναλλαγές που διενεργήθηκαν από τις εμπλεκόμενες εταιρείες και οι οποίες δεν φαίνεται είτε να εντοπίστηκαν, είτε να διερευνήθηκαν δεόντως από το Τμήμα Φορολογίας.
Μεταξύ άλλων, η Ελεγκτική εντόπισε ασυνήθιστη αναθεώρηση συμφωνιών πώλησης ακινήτου με σημαντικά μειωμένη τιμή, μη συμπερίληψη δικαιωμάτων χρήσης εμπορικής επωνυμίας τρίτου μέρους στην τιμή πώλησης, ενδεχόμενο τεχνητό «φούσκωμα» κόστους ανέγερσης ακινήτου, απόκλιση από Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και γνώμη ελεγκτή, ασυνέπεια της τιμής επαναγοράς με την καθαρή περιουσία της εταιρείας.
Επιπλέον, κατέγραψε και την έκδοση και εξαγορά μετοχών σε ασυνήθιστες τιμές, σημαντικές πράξεις μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων, απαλλαγή από φορολογία κεφαλαιουχικού κέρδους, εφαρμογή δυσανάλογων επιτοκίων σε χρεωστικά υπόλοιπα, αυξημένες απομειώσεις επισφαλών χρεωστών, ασυνήθιστα χαμηλό περιθώριο μικτού κέρδους, καθυστέρηση στην εξέταση και επιβολή φορολογιών, καθώς και έναν κύκλο ενεργειών και συναλλαγών που οδήγησε το ακίνητο στην ιδιοκτησία των άμεσων οικείων του αρχικού ιδιοκτήτη.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία σημειώνει ότι ερεύνησε το θέμα μετά από ανώνυμη καταγγελία, η οποία αφορούσε σε πώληση ακινήτου γνωστού επιχειρηματία, κατά την περίοδο 2015–2017.
Από την εξέταση των φορολογικών φακέλων, «προκύπτει ότι ενώ υπήρξαν σε αρκετά χρονικά σημεία προειδοποιητικά σημάδια ενδεχόμενης μη τήρησης της νομοθεσίας, εντούτοις το Τμήμα Φορολογίας δεν φαίνεται να εντόπισε ή/και να εξέτασε δεόντως τις εν λόγω συναλλαγές ώστε να λάβει σχετικές διορθωτικές ενέργειες», σημειώνεται στην έκθεση.
Συγκεκριμένα, η Ελεγκτική Υπηρεσία σημειώνει ότι η αρχική συμφωνία πώλησης (2015) αποτιμούσε το ακίνητο σε περίπου €19,35 εκ. Έξι μήνες αργότερα, το 2016, οι συμφωνίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με νέες, μειώνοντας την τιμή πώλησης του ακινήτου κατά €8,5 εκ. (περίπου 44%), με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι «χαρίστηκε» από τους πωλητές το ποσό αυτό, χωρίς λογική και επαρκή εξήγηση.
Σύμφωνα με την Ελεγκτική, με την εν λόγω αλλαγή, τελικά προέκυψε ζημιά €7,7 εκ., ενώ θα προέκυπτε κέρδος. Η ζημιά των €7,7 εκ. αξιοποιήθηκε λογιστικά, για την εξάλειψη φορολογητέων κερδών του 2016.
Πέρα από αυτό, ενώ στον Φορολογικό Φάκελο καταγράφηκε, για το έτος 2013, κόστος γης και κόστος ανέγερσης περίπου €9,3 εκ., στους λογαριασμούς αναγνωρίστηκε αντίστοιχο κόστος €15,8 εκ. Το συνολικό κόστος του ακινήτου, κατά την πώληση του, το 2016, λογίστηκε σε €18,6 εκ., συναλλαγή η οποία κατέληξε σε ζημιά. Όπως καταγράφει η Ελεγκτική, το κόστος €18,6 εκ. κατά την πώληση του ημιτελούς ακινήτου περιλάμβανε αισθητά αυξημένη κεφαλαιοποίηση τόκων, καθώς και κεφαλαιοποίηση τόκων σε περίοδο αδράνειας.
Επιπλέον, το συνολικό κόστος του έργου με την ολοκλήρωση του το 2018, υπολογίστηκε σε περίπου €47,7 εκ., ενώ, για άλλο παρόμοιο έργο με τη συμμετοχή του ίδιου επιχειρηματία στην ίδια περιοχή, αντίστοιχης ποιότητας, το οποίο ολοκληρώθηκε 4 χρόνια αργότερα (2022), σχεδόν διπλάσιου μεγέθους, υπολογίστηκε κόστος περίπου €42,9 εκ., σχεδόν €5 εκ. χαμηλότερο κόστος. «Τα γεγονότα αυτά, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα ως προς τη ρεαλιστικότητα του κόστους που αναγνωρίστηκε και την ορθότητα του φορολογικού χειρισμού του», αναφέρει η Ελεγκτική.
Ακόμα, στην έκθεση σημειώνεται ότι η πλειοψηφία των συναλλαγών, που σχετίζονται με την αγοραπωλησία, κατασκευή και αξιοποίηση του ακινήτου, διενεργήθηκαν με συνδεδεμένα μεταξύ τους πρόσωπα. «Τέτοιες συναλλαγές, εκ προοιμίου, θα έπρεπε να θεωρούνται από το Τμήμα Φορολογίας υψηλού κινδύνου για δέουσα φορολογική εξέταση», επισημαίνει η Ελεγκτική.
Παράλληλα, η Ελεγκτική Υπηρεσία εντόπισε ότι, στο πλαίσιο του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, αντλήθηκαν κεφάλαια περίπου €62 εκ. μέσω προνομιούχων μετοχών. Η αποτίμηση που υπονοείται από τις επενδυτικές συναλλαγές μέσω ΚΕΠ, παρουσιάζεται ασύμβατη με τη ζημιογόνα πώληση του ακινήτου, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για την αυθεντικότητα των συναλλαγών και τη συνολική αποτίμηση του ακινήτου, προστίθεται στην ανακοίνωση.
Τελικά, σύμφωνα με την Ελεγκτική, το ακίνητο κατέληξε εκ νέου, μέσω σύνθετων εταιρικών δομών και χρηματοδότησης από συνδεδεμένα μέρη, σε πρόσωπα του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος του αρχικού ιδιοκτήτη, γεγονός που ενισχύει τα ερωτηματικά ως προς την αυθεντικότητα, τη ρεαλιστικότητα, την ανεξαρτησία και την εμπορική βάση των συναλλαγών.
«Θεωρούμε ότι υπήρξαν αρκετές ενδείξεις για τον αυξημένο κίνδυνο που εμπεριείχε το σύνολο των συναλλαγών για το συγκεκριμένο ακίνητο. Το Τμήμα Φορολογίας καλείται να προβληματιστεί πώς ένα τόσο εκτεταμένο πλέγμα προειδοποιητικών ενδείξεων με πράξεις εκατομμυρίων δεν εντοπίστηκε ή/και δεν εξετάστηκε επαρκώς με ενδεχόμενη σημαντική απώλεια για τα δημόσια οικονομικά», καταλήγει η Ελεγκτική Υπηρεσία.
Παρά το ότι το Τμήμα Φορολογίας είχε σε τουλάχιστον τέσσερα χρονικά σημεία, ενημέρωση και εμπλοκή στη συγκεκριμένη υπόθεση, εντούτοις δεν φαίνεται να διενέργησε δέουσα σχετική έρευνα, σημειώνεται.
Τα σημεία αυτά αφορούν τη μεταβίβαση του ακινήτου, την υποβολή φορολογικών δηλώσεων και την επιβολή φορολογίας στις εμπλεκόμενες εταιρείες. Επίσης, αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη εμπλεκόμενη εταιρεία ενεπλάκη στο ανακριτικό έργο της Αστυνομίας για τις υποθέσεις πολιτογραφήσεων στο πλαίσιο του ΚΕΠ. Επιπλέον, το Τμήμα Φορολογίας έλαβε γνώση των πιο πάνω, με τη λήψη της σχετικής επιστολής ελέγχου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ημερ. 23 Μαΐου 2025, ωστόσο μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας έκθεσης δεν έχει σταλεί το αποτελέσματα της διερεύνησης της υπόθεσης.
Η Ελεγκτική συστήνει στο Τμήμα Φορολογίας να προχωρήσει στη φορολογική διερεύνηση όλων των συγγενικών εταιρειών του συγκεκριμένου ομίλου που υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, τόσο μεμονωμένα όσο και συγκριτικά μεταξύ τους.
Ανάλογα με τα ευρήματα του Τμήματος Φορολογίας, και όπου απαιτείται, η Ελεγκτική συστήνει στο Τμήμα να επιβάλει φορολογία σύμφωνα με τη νομοθεσία ή/και εφόσον κριθεί αναγκαίο, να ενημερωθεί η ΜΟΚΑΣ.
«Το Τμήμα Φορολογίας οφείλει να λαμβάνει μέτρα και να εφαρμόζει διαδικασίες για στοχευμένους ελέγχους καθώς και εφαρμογή δικλίδων ασφαλείας για έγκαιρο εντοπισμό φορολογουμένων που πραγματοποιούν σημαντικές συναλλαγές και ενδέχεται να θεωρηθούν υψηλού κινδύνου, με σκοπό να διασφαλιστεί η συμμόρφωση των εμπλεκομένων φορολογουμένων με την εν ισχύ νομοθεσία και κατ’ επέκταση να διαφυλαχθούν τα δημόσια έσοδα», αναφέρει καταληκτικά.





























