ΚΥΠΕ
Το Εφετείο Κύπρου, με απόφασή του ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 2026, απέρριψε στην ολότητά της έφεση κατηγορούμενου σε ποινική υπόθεση βιασμού της ανήλικης θυγατέρας του, ενώ ενέκρινε μερικώς την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατά της ίδιας απόφασης του Κακουργιοδικείου, με την αύξηση των ποινών φυλάκισης του κατηγορούμενου σε 15 χρόνια η κάθε μία.
Ο κατηγορούμενος πρωτόδικα φέρεται να αντιμετώπισε ένα βαρύ κατηγορητήριο αποτελούμενο από 15 κατηγορίες με παραπονούμενη την ανήλικη θυγατέρα του. Οι κατηγορίες, μεταξύ άλλων, αφορούσαν βιασμό, τρεις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, άλλες τρεις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης με βάση διατάξεις του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου, Ν.91(I)/2014 και Άρθρων του Ποινικού Κώδικα, κατηγορίες για βία στην οικογένεια που αφορούν διαφθορά ανήλικης γυναίκας και άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, αιμομιξία, αρπαγή και απαγωγή προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, κατηγορίες για βία στην οικογένεια που προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη αλλά και κοινή επίθεση, όπως και κατηγορία για δημόσια εξύβριση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ένοχο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τον κατηγορούμενο στις περισσότερες κατηγορίες που αυτός αντιμετώπισε ενώ τον αθώωσε και απάλλαξε από τρεις κατηγορίες, μεταξύ άλλων επειδή σε δύο από αυτές καλύπτονται από άλλες κατηγορίες, στις οποίες κρίθηκε ένοχος.
Στον κατηγορούμενο επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, οι οποίες κυμαίνονται από 10 μέρες μέχρι 13 χρόνια και οι οποίες διατάχθηκε όπως συντρέχουν καθότι οι έκνομες πράξεις του κατηγορουμένου έλαβαν χώρα εντός μίας περιόδου τεσσάρων περίπου ετών και το πρωτόδικο Δικαστήριο τη θεώρησε ως ενιαία συμπεριφορά.
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την παραπομπή του κατηγορουμένου στην Αρχή Εποπτείας για περίοδο πέντε ετών από την αποφυλάκισή του και επίσης εξέδωσε εναντίον του Διάταγμα με το οποίο του απαγορεύεται για δέκα χρόνια από την αποφυλάκισή του όπως προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά, εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους που βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, διαμένει σε χώρο διαμονής παιδιών ή σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους που βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης καταχωρήθηκε έφεση τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Με την έφεσή του ο κατηγορούμενος προβάλλει οκτώ λόγους έφεσης, οι οποίοι αποδίδουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο λάθη με αποτέλεσμα να καταλήξει στην καταδίκη του. Η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πραγματεύεται τις ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 που αφορούν τα αδικήματα βιασμού, σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού στις οποίες επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 1, 2 και 3 και 6 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 4 και 5, ως έκδηλα ανεπαρκείς λαμβάνοντας υπ' όψιν τη φύση και τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, το ύψος της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς και την ανάγκη για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή.
Σε σχέση με τον πρώτο λόγο έφεσης του κατηγορούμενου, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε την παραπονούμενη ως αξιόπιστη μάρτυρα, το Εφετείο σημείωσε «θεωρούμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης ως αξιόπιστη και δεν υπάρχει κανένας λόγος παρέμβασής μας με το συμπέρασμά του».
Σε σχέση με τους λόγους έφεσης με τους οποίους ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της παραπονούμενης που έγινε πέντε χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος, παραβίασε το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη, ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου στην ισότητα των όπλων αλλά και στην υπεράσπιση, και ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της ποινικής υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, το Εφετείο ανέφερε ότι «το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, επί του οποίου ο εφεσείων βασίζει το παράπονο του ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση». «Ο ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα αλλά αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και αποφασίζεται κατά σαφή και συγκεκριμένο τρόπο», πρόσθεσε. Το Εφετείο σημείωσε επίσης ότι «σε κάθε περίπτωση, ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του».
Όσον αφορά την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα κατά της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο Γενικός Εισαγγελέας προβάλλει τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι υπήρχαν σοβαροί επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, η σχέση και η ιδιότητα του κατηγορουμένου προς το θύμα, η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, το γεγονός ότι δεν υπήρχε μητέρα στο σπίτι και ο κατηγορούμενος ήταν ο προστάτης και φροντιστής της, αλλά και οι ψυχολογικές συνέπειες που είχε η όλη κατάσταση στην παραπονούμενη και τις περαιτέρω επιπτώσεις που έχει στη ζωή της, δεδομένης της ανάπτυξης μετατραυματικής διαταραχής.
Όπως σημειώνεται στην απόφαση του Εφετείου, «η σοβαρότητα των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και του βιασμού είναι αυταπόδεικτη από το γεγονός ότι τόσο στο Άρθρο 6(4)(α)(7) του Ν.91(1)/2014 όσο και στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 όπου το αδίκημα διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος ή από πρόσωπο που έχει προβεί σε κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας αυτό θα λαμβάνεται υπ’ όψιν από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας». «Οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα της υπό κρίση υπόθεσης είναι ιδιαιτέρως σοβαρές και θεωρούμε την υπό κρίση περίπτωση από τις σοβαρότερες του είδους», πρόσθεσε.
Ακολούθως το Εφετείο ανέφερε «θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποτίμησε ορθά τα επιβαρυντικά στοιχεία που υπήρχαν επιβάλλοντας στον εφεσίβλητο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1, 2 και 3 και χρήζει η παρέμβασή μας. Έχοντας κατά νου προηγούμενη νομολογία η οποία είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, φρονούμε ότι η ορθή ποινή που αρμόζει στα δεδομένα και τα γεγονότα των κατηγοριών 1, 2 και 3 είναι αυτή των 15 ετών σε κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες, οι οποίες θα συντρέχουν. Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες ποινές που έχουν επιβληθεί, δεν θεωρούμε ότι είναι έκδηλα ανεπαρκείς, αν και είναι επιεικείς, ούτως ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή μας».
Καταλήγοντας, το Εφετείο σημείωσε ότι η ποινική έφεση του Γενικού Εισαγγελέα επιτυγχάνει μερικώς αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 3, με την αύξηση των ποινών φυλάκισης σε 15 χρόνια σε κάθε μία, ενώ οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και η έκτιση τους θα προσμετρά από τις 9.9.2022.





























