ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Οι ΗΠΑ φεύγουν από το Ιράκ, αλλά η Αμερική μένει

Τι αφήνουν πίσω τους, ποιος κερδίζει χώρο και γιατί η αποχώρηση από το έδαφος δεν σημαίνει και τέλος της αμερικανικής επιρροής

Η αποχώρηση των τελευταίων αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ κλείνει ένα κεφάλαιο που άνοιξε πριν από 23 χρόνια. Γίνεται όμως, σε μια εντελώς διαφορετική Μέση Ανατολή.

Ο πόλεμος με το Ιράν συνεχίζεται, οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές παραμένουν οπλισμένες και το ISIS, παρά την απώλεια του «Χαλιφάτου» του, εξακολουθεί να δρα μέσω πυρήνων.

Την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου, τα αμερικανικά στρατεύματα ολοκλήρωσαν την αποχώρησή τους από το Ιράκ, τερματίζοντας μια στρατιωτική παρουσία που ξεκίνησε με την εισβολή του 2003. Το τελευταίο κεφάλαιο αυτής της παρουσίας αφορούσε τη δωδεκαετή αποστολή για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους. Οι τελευταίοι Αμερικανοί στρατιώτες και ο εξοπλισμός τους έφυγαν από την αεροπορική βάση του Ερμπίλ, στο κουρδικό βόρειο Ιράκ.

Η αποχώρηση είχε συμφωνηθεί από το 2024, επί κυβέρνησης Μπάιντεν, και υλοποιείται τώρα από την κυβέρνηση Τραμπ. Μόνο που οι ΗΠΑ φεύγουν από το Ιράκ τη στιγμή που βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση με το Ιράν.

Γιατί αποχωρούν τώρα;
Η απόφαση δεν ελήφθη εξαιτίας του σημερινού πολέμου. Το χρονοδιάγραμμα για το τέλος της αποστολής της διεθνούς συμμαχίας κατά του ISIS συμφωνήθηκε το 2024. Η λογική ήταν ότι το ISIS δεν αποτελούσε πλέον την απειλή που ήταν μια δεκαετία νωρίτερα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ και το Ιράκ συμφώνησαν να ολοκληρώσουν τη στρατιωτική αποστολή της συμμαχίας και να περάσουν σε μια διαφορετική, διμερή σχέση ασφαλείας.

Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας περιγράφει τη νέα σχέση ως διμερή αμυντική συνεργασία, με τις ΗΠΑ να διατηρούν δυνατότητες εκπαίδευσης και παροχής πληροφοριών, ενώ η διεθνής αντιτρομοκρατική αποστολή μεταφέρει το αρχηγείο της στην Ιορδανία και συνεχίζει τις επιχειρήσεις στη Συρία.

Για τη Βαγδάτη, η αποχώρηση έχει και πολιτική σημασία. Ο πρωθυπουργός Αλί αλ-Ζαΐντι την περιέγραψε ως την αρχή μιας νέας φάσης για την ιρακινή κυριαρχία, με ισχυρότερους θεσμούς και πιο ισορροπημένες συνεργασίες.

Για την Ουάσινγκτον, η αποχώρηση εντάσσεται και στη γενικότερη προσπάθεια αναδιάταξης των στρατιωτικών της δυνάμεων. Μόνο που η πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή δεν ακολουθεί πάντα τον σχεδιασμό. Οι ΗΠΑ φεύγουν από μια χώρα όπου οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές έχουν δείξει ότι μπορούν να πλήξουν αμερικανικούς και συμμαχικούς στόχους, την ώρα που η σύγκρουση με το Ιράν παραμένει ανοιχτή. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η αποχώρηση αποκτά άλλη σημασία.

Για όσους βλέπουν την αποχώρηση ως κίνδυνο, το βασικό επιχείρημα είναι ότι αφαιρεί ένα σημαντικό στρατιωτικό αντίβαρο στην ιρανική επιρροή και αφήνει περισσότερο χώρο στις φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές. Το Reuters καταγράφει ακριβώς αυτή την ανησυχία, μαζί με τον φόβο ότι το ISIS θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα νέα κενά ασφαλείας.

Η άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι μια μικρή αμερικανική δύναμη, εκτεθειμένη σε επιθέσεις και χωρίς πλέον τον ίδιο επιχειρησιακό ρόλο, δεν αποτελεί απαραίτητα αποτελεσματική ασπίδα.

Σε αυτή τη λογική κινείται και ανάλυση του Atlantic Council. Οι Βικτόρια Τέιλορ και Άλινα Ρομανόφσκι, που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις του 2024, υποστηρίζουν ότι η αποχώρηση δεν πρέπει να σημαίνει και τέλος της αμερικανικής εμπλοκής. Οι ΗΠΑ, γράφουν, μπορούν να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους χωρίς χιλιάδες στρατιώτες, μέσω στρατιωτικών συμβούλων, διπλωματικής παρουσίας και οικονομικών δεσμών.

Για τις δύο πρώην αξιωματούχους, το Ιράκ, με 45 εκατομμύρια κατοίκους και τεράστιους ενεργειακούς πόρους, παραμένει στρατηγικά σημαντικό.

Τι μένει πίσω
Οι επιπτώσεις της αποχώρησης μπορεί να μην φανούν αμέσως, καθώς η αμερικανική στρατιωτική παρουσία είχε ήδη περιοριστεί σημαντικά. Οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν αποχωρήσει από τις περισσότερες βάσεις στο Ιράκ και διατηρούσαν την τελευταία τους σημαντική παρουσία στο Κουρδιστάν. Εκεί, οι εγκαταστάσεις είχαν δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις στη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.

Οι μεγαλύτερες ανησυχίες αφορούν το Κουρδιστάν. Οι κουρδικές αρχές υποστηρίζουν ότι η περιοχή δέχθηκε περισσότερες από 1.000 επιθέσεις με drones και βαλλιστικούς πυραύλους στη διάρκεια της σύγκρουσης και προειδοποιούν για το κενό που αφήνει η αποχώρηση των αμερικανικών συστημάτων αεράμυνας.

Την ίδια ώρα, το αρχηγείο της διεθνούς συμμαχίας μεταφέρεται στην Ιορδανία, ενώ οι αμερικανικές αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις στη Συρία συνεχίζονται.

Το κενό που αφήνουν οι Αμερικανοί
Ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιος θα προστατεύσει το Ιράκ, αλλά και ποιος θα εκμεταλλευτεί τον χώρο που αφήνουν οι Αμερικανοί. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η απάντηση είναι η Τεχεράνη.

Το Ιράν και οι σύμμαχοί του χαιρέτισαν την αποχώρηση, ενώ Ιρακινοί αναλυτές εκτιμούν ότι η απουσία των αμερικανικών στρατευμάτων αφαιρεί ένα σημαντικό στρατιωτικό αντίβαρο στην ιρανική επιρροή. Το Ιράκ είναι για την Τεχεράνη ζωτικός οικονομικός και πολιτικός εταίρος. Οι φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις διαθέτουν σημαντική επιρροή και το ζήτημα του αφοπλισμού τους παραμένει ανοιχτό.

Όμως το Ιράκ δεν είναι απλώς προέκταση του Ιράν. Η κυβέρνηση και οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, ενώ η Βαγδάτη εξακολουθεί να θεωρεί τις ΗΠΑ σημαντικό οικονομικό και στρατηγικό εταίρο.

Αυτό φαίνεται και από τις επαφές της κυβέρνησης με την Ουάσινγκτον. Ο πρωθυπουργός Αλί αλ-Ζαΐντι συναντήθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιούλιο.

Η αποχώρηση, επομένως, δεν σημαίνει αποχώρηση των ΗΠΑ από τη σχέση τους με το Ιράκ. Απλά, το αμερικανικό αποτύπωμα αλλάζει μορφή: από τον στρατό και την αεροπορική υποστήριξη μετατοπίζεται περισσότερο προς τη διπλωματία, την ενέργεια, τις επενδύσεις και κυρίως την οικονομική επιρροή.

Και αυτό γίνεται αντιληπτό όταν κοιτάξει κανείς το πετρέλαιο.

Ποιος ελέγχει τα πετρελαϊκά έσοδα του Ιράκ;
Η στρατιωτική έξοδος των ΗΠΑ δεν σημαίνει και οικονομική αποσύνδεση. Σύμφωνα με το Reuters, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική μόχλευση πάνω στα πετρελαϊκά έσοδα του Ιράκ μέσω του λογαριασμού της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράκ στη Federal Reserve Bank of New York.

Ο μηχανισμός δημιουργήθηκε μετά την εισβολή του 2003. Η Προσωρινή Αρχή της Συμμαχίας ίδρυσε τότε το Development Fund for Iraq στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να διαχειριστεί τα έσοδα από το πετρέλαιο και να τα προστατεύσει από αξιώσεις πιστωτών. Σήμερα, ο λογαριασμός ανήκει στην Κεντρική Τράπεζα του Ιράκ, αλλά η πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα εξακολουθεί να δίνει στην Ουάσινγκτον σημαντική επιρροή.

Τα νούμερα δείχνουν και τη σημασία του. Το πετρέλαιο αντιστοιχεί στο περίπου 90% των κρατικών εσόδων του Ιράκ.

Η αμερικανική μόχλευση έχει δοκιμαστεί και στην πράξη. Το 2020, όταν η Βαγδάτη ζήτησε την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, η Ουάσινγκτον φέρεται να απείλησε ότι θα περιορίσει την πρόσβαση στα κεφάλαια της Νέας Υόρκης.

Το σύστημα έχει κόστος και για το Ιράκ. Οι αμερικανικοί περιορισμοί στη ροή δολαρίων συνέβαλαν στη δημιουργία παράλληλης αγοράς, ενώ η δημοπρασία δολαρίων τερματίστηκε το 2025, στο πλαίσιο των προσπαθειών να περιοριστεί η διοχέτευση αμερικανικού νομίσματος προς το Ιράν.

Με άλλα λόγια, οι Αμερικανοί μπορεί να έφυγαν από τις βάσεις. Αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής επιρροής βρίσκεται πλέον στη Νέα Υόρκη.

Το Ορμούζ και η τουρκική εναλλακτική
Υπάρχει όμως, ένα ακόμη σημείο που περιορίζει τη Βαγδάτη: το πετρέλαιο πρέπει και να φύγει από τη χώρα.

Το Ιράκ έστελνε περίπου το 90% των εξαγωγών αργού του μέσω του Στενού του Ορμούζ το 2025 και, σε αντίθεση με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δεν διαθέτει επαρκείς εναλλακτικές διαδρομές που να παρακάμπτουν το Στενό.

Όταν η κίνηση στο Ορμούζ σχεδόν μηδενίστηκε, οι ιρακινές εξαγωγές υποχώρησαν δραματικά. Έκτοτε έχουν ανακάμψει, χάρη σε εναλλακτικές μεταφορές και στην επανέναρξη μέρους της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Στην πράξη, το αν τα ιρακινά βαρέλια θα φτάσουν στην παγκόσμια αγορά εξαρτάται εν μέρει και από την Τεχεράνη.

Γι' αυτό και υπάρχει μια διαδρομή που αποκτά μεγαλύτερη σημασία, αυτή προς την Τουρκία.

Ο αγωγός Κιρκούκ-Τσεϊχάν είναι η βασική εναλλακτική, μέσω του οποίου περνά το περίπου 10% των ιρακινών εξαγωγών. Η παλιά συμφωνία που διέπει τη λειτουργία του έληξε τον Ιούλιο και Ιράκ και Τουρκία υπέγραψαν νέα μονοετή συμφωνία για την αύξηση των εξαγωγών.

Υπάρχει όμως και εδώ μια ενδιαφέρουσα διαφορά. Η τουρκική πλευρά μιλά για δεσμευμένη δυναμικότητα, ενώ η ιρακινή κυβέρνηση για εγγυημένο ελάχιστο όγκο 750.000 βαρελιών την ημέρα.

Και εδώ μπαίνει το Κουρδιστάν. Ο αγωγός περνά από την περιοχή, κάτι που σημαίνει ότι οι σχέσεις Βαγδάτης-Ερμπίλ επηρεάζουν άμεσα τη ροή των εξαγωγών και, κατ' επέκταση, τα έσοδα του Ιράκ.

Η Τουρκία, λοιπόν, δεν είναι μόνο μια εναλλακτική διαδρομή για το ιρακινό πετρέλαιο. Γίνεται ένας από τους βασικούς παίκτες στο νέο ισοζύγιο του Ιράκ.

Η Τουρκία κερδίζει χώρο
Ο πόλεμος και η κρίση στο Ορμούζ αύξησαν τη σημασία της Άγκυρας για τη Βαγδάτη. Η Τουρκία έχει ήδη σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο βόρειο Ιράκ. Παράλληλα, η Βαγδάτη και η Άγκυρα προωθούν τον «Δρόμο της Ανάπτυξης», ένα πρόγραμμα υποδομών ύψους περίπου 17 δισ. δολαρίων που φιλοδοξεί να συνδέσει τον Κόλπο με την Ευρώπη μέσω Ιράκ και Τουρκίας.

Το σχέδιο γίνεται ακόμη πιο σημαντικό σε μια περιοχή όπου η δυνατότητα παράκαμψης του Ορμούζ έχει γίνει στρατηγικό ζήτημα.

Στο μέτωπο της ασφάλειας, η Τουρκία συμφώνησε επίσης να παραδώσει σταδιακά στο Ιράκ το στρατόπεδο της Μπασίκα, ενώ συνεχίζει την ειρηνευτική διαδικασία με το PKK.

Η αποχώρηση των Αμερικανών αφήνει έτσι περισσότερο χώρο στην Τουρκία στο βόρειο Ιράκ, ακριβώς στην περιοχή από την οποία έφυγαν και οι τελευταίοι Αμερικανοί στρατιώτες.

Το ISIS δεν έχει εξαφανιστεί
Την ίδια στιγμή, υπάρχει και ένας παίκτης που δεν είναι ούτε κράτος ούτε περιφερειακή δύναμη. Το ISIS μπορεί να μην ελέγχει πλέον έδαφος, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί. Στο Ιράκ δρα κυρίως μέσω διάσπαρτων πυρήνων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται κενά ασφαλείας και ασκούν βία σε τοπικούς πληθυσμούς.

Ιρακινοί και Κούρδοι αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει ότι η απώλεια αμερικανικών πληροφοριών, drones και άλλων δυνατοτήτων μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες για την οργάνωση.

Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη εκτίμηση σύμφωνα με την οποία το ISIS στο Ιράκ είναι σήμερα πολύ πιο αδύναμο από ό,τι ήταν πριν από μια δεκαετία και δεν βρίσκεται στην ίδια θέση για να εκμεταλλευτεί μια αστάθεια.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν το ISIS μπορεί να ξαναφτιάξει το «Χαλιφάτο». Είναι αν η αποχώρηση θα επιτρέψει στους πυρήνες του να ανακτήσουν χώρο.

Και το πραγματικό μέτωπο δεν σταματά στα σύνορα του Ιράκ. Για περισσότερο από μία δεκαετία, Ιράκ και Συρία λειτουργούσαν ουσιαστικά ως ενιαίο θέατρο επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση του ISIS. Η διεθνής συμμαχία συνεχίζει τις επιχειρήσεις στη Συρία, πλέον με το αρχηγείο της στην Ιορδανία.

Το Ιράκ αναλαμβάνει έτσι μεγαλύτερο βάρος στη διαχείριση της απειλής, χωρίς πλέον την ίδια αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο έδαφός του.

Πέντε ανοιχτά μέτωπα

Η αποχώρηση ολοκληρώθηκε. Μένουν, όμως, ανοιχτά πέντε μέτωπα:

Οι πολιτοφυλακές: Θα αφοπλιστούν μέχρι τον Ιούνιο του 2027 ή θα μετατεθεί ξανά η προθεσμία;
Το ISIS: Θα καταφέρει να εκμεταλλευτεί το νέο κενό ασφαλείας για να ανασυνταχθεί;
Το Κουρδιστάν: Θα αποκτήσει αξιόπιστη αεράμυνα χωρίς την αμερικανική παρουσία;
Η Τουρκία: Πόσο θα ενισχυθεί ο ρόλος της μέσω του αγωγού Κιρκούκ–Τσεϊχάν και του Δρόμου της Ανάπτυξης;
Η Ουάσινγκτον: Πόσο θα μπορέσει να αξιοποιήσει την οικονομική και διπλωματική μόχλευση που εξακολουθεί να διαθέτει;

Μετά από 23 χρόνια από την εισβολή του 2003, οι Αμερικανοί έφυγαν από το Ιράκ. Η επιρροή τους όμως παραμένει. Μόνο που πλέον δεν περνά από τις βάσεις και τα στρατεύματα. Περνά από τη διπλωματία, την οικονομία, το πετρέλαιο, τις επενδύσεις και την ασφάλεια. Το ερώτημα είναι πόση από αυτή την επιρροή μπορούν να διατηρήσουν χωρίς Αμερικανούς στρατιώτες στο έδαφος.

Πηγή: skai.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση