ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

«Ο επόμενος πόλεμος Ισραήλ-Ιράν πλησιάζει»

Προειδοποιούν αναλυτές

ΚΥΠΕ

Το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Ιράν κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου, με αναλυτές να προειδοποιούν ότι ένας νέος, πιο καταστροφικός πόλεμος είναι προ των πυλών. Έπειτα από μια ‘μισή’ νίκη τον Ιούνιο, το Ισραήλ φέρεται να σχεδιάζει ένα προληπτικό χτύπημα για να εμποδίσει την ιρανική στρατιωτική ανασυγκρότηση, ενώ η Τεχεράνη δηλώνει έτοιμη να απαντήσει χρησιμοποιώντας συντριπτική ισχύ. Η ένταση κλιμακώνεται από τις συνεχιζόμενες επιχειρήσεις σαμποτάζ σε ιρανικό έδαφος και την ατμόσφαιρα φόβου που αυξάνεται από τη βαθιά οικονομική κρίση, εξελίξεις οι οποίες καθιστούντην ειρήνη εξαιρετικά εύθραυστη.

Παράλληλα, η παγκόσμια σκηνή παραμένει τεταμένη και σε άλλα μέτωπα. Στο επίκεντρο της κρίσης στην Ουκρανία βρίσκεται ο απρόβλεπτος ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο αρθρογράφοι χαρακτηρίζουν ως την «πραγματική έκτακτη ανάγκη». Η αμφιλεγόμενη προσωπική διπλωματία του με τον Πούτιν έχει προκαλέσει στρατηγική σύγχυση και πανικό στους Ευρωπαίους συμμάχους. Την ίδια στιγμή, στην Ασία, η Βόρεια Κορέα δοκιμάζει τις σχέσεις της με την Κίνα και τη Ρωσία μέσω των κινήσεων της όσον αφορά το πυρηνικό της πρόγραμμα, ενώ οι εμπορικές πολιτικές του Τραμπ ωθούν τις ασιατικές οικονομίες σε ενίσχυση της περιφερειακής τους συνεργασίας ως άμυνα στο παγκόσμιο χάος.

Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας, ο ρωσικός Τύπος ασχολήθηκε με τη θερινή ρωσική επίθεση, μια επιτυχημένη επιχείρηση που προκαλεί την κατάρρευση της ουκρανικής άμυνας σε όλο το μήκος του μετώπου μέσω σημαντικών προελάσεων σε στρατηγικές περιοχές. Ο ουκρανικός Τύπος δε, υποστήριξε ότι η φαινομενική ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας είναι παραπλανητική, καθώς στην πραγματικότητα ολισθαίνει προς την κατάρρευση λόγω της κρίσιμης έλλειψης εργατικού δυναμικού και του στασιμοπληθωρισμού που προκαλούν οι πολεμικές δαπάνες.

Στο άρθρο «Ο επόμενος πόλεμος Ισραήλ-Ιράν έρχεται», που δημοσιεύτηκε στο Foreign Policy (ημέρα πρόσβασης 27 Αυγούστου), ο Trita Parsi προβλέπει ότι μια νέα, πιο βίαιη στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν είναι προ των πυλών. Ο συγγραφέας ερμηνεύει τον προηγούμενο πόλεμο του Ιουνίου ως μια μερική μόνο νίκη για το Ισραήλ, το οποίο απέτυχε στους βασικούς του στόχους: να προκαλέσει κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος και να παρασύρει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο διαρκείας. Αντίθετα, η επίθεση ενίσχυσε παράδοξα την εσωτερική συνοχή του Ιράν και συσπείρωσε τον πληθυσμό γύρω από μια "εθνικιστική αφήγηση". Αυτή η ατελής έκβαση ωθεί το Ισραήλ στο να σχεδιάζει ένα νέο, προληπτικό χτύπημα για να εμποδίσει την στρατιωτική ανασυγκρότηση του Ιράν, ακολουθώντας τη στρατηγική του «κουρέματος του γκαζόν». Ωστόσο, το Ιράν, έχοντας πάρει το μάθημά του, αναμένεται να απαντήσει στον επόμενο γύρο χρησιμοποιώντας συντριπτική ισχύ από την αρχή, ώστε να καταστήσει το κόστος για το Ισραήλ δυσβάσταχτο. Ο ρόλος του Τραμπ είναι καθοριστικός, καθώς βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν κύκλο κλιμάκωσης, αντιμέτωπος με το δίλημμα είτε της πλήρους εμπλοκής είτε της αποχής. Η αποτυχία των συμβατικών μεθόδων αποτροπής, καταλήγει ο Parsi, ενδέχεται να ωθήσει το Ιράν στο να επανεξετάσει την πυρηνική του στάση.

Το άρθρο «Η έξαρση ύποπτων περιστατικών στο Ιράν τροφοδοτεί φόβους για έναν πόλεμο που σιγοβράζει», της Ghazal Golshiri, που δημοσιεύτηκε στη Le Monde στις 26 Αυγούστου, περιγράφει την ατμόσφαιρα αβεβαιότητας και φόβου στο Ιράν, δύο μήνες μετά την εκεχειρία με το Ισραήλ. Ιρανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η σύγκρουση μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή, χαρακτηρίζοντας την παρούσα κατάσταση ως «προσωρινή αναστολή των μαχών» και όχι ειρήνη. Η ανησυχία του πληθυσμού εντείνεται από μια σειρά ανεξήγητων πυρκαγιών και εκρήξεων σε στρατηγικές εγκαταστάσεις, που πολλοί υποψιάζονται ότι προέρχονται από ισραηλινές επιχειρήσεις σαμποτάζ. Η ψυχολογική πίεση αυξάνεται από μια βαθιά οικονομική κρίση, με πληθωρισμό 50% και ελλείψεις σε νερό και ηλεκτρικό ρεύμα, οδηγώντας την κοινωνία σε παράλυση. Σε αυτό το κλίμα, 180 διανοούμενοι ζητούν με ανοιχτή επιστολή «αλλαγή παραδείγματος» στη διακυβέρνηση και στροφή στη διπλωματία. Ωστόσο, παρά τη δυσαρέσκεια, ο λαός παραμένει διστακτικός απέναντι στη διαμαρτυρία και εγκλωβισμένος μεταξύ του φόβου ενός νέου πολέμου και της οικονομικής εξαθλίωσης.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Στο δημοσίευμα με τίτλο «Θα μπορούσε το Ισραήλ να σχεδιάζει έναν δεύτερο πόλεμο κατά του Ιράν;», που δημοσιεύτηκε στο Al Jazeera (ημερομηνία πρόσβασης 87 Αυγούστου) από τους Simon Speakman Cordall και Mat Nashed, αναλύεται η πιθανότητα μιας νέας στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών. Μετά τον πρόσφατο πόλεμο των 12 ημερών τον Ιούνιο του 2025, τον οποίο η ισραηλινή ηγεσία θεωρεί επιτυχημένο, αναλυτές προειδοποιούν ότι ο πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu αναζητά προσχήματα για έναν νέο, πιο καταστροφικό πόλεμο με στόχο την πτώση του ιρανικού καθεστώτος. Ωστόσο, μια τέτοια επίθεση θα απαιτούσε την έγκριση των ΗΠΑ, η οποία δεν θεωρείται δεδομένη. Ένα πιθανό πρόσχημα θα μπορούσε να προκύψει αν οι ευρωπαϊκές χώρες επαναφέρουν τις κυρώσεις του ΟΗΕ, ωθώντας το Ιράν να αποχωρήσει από τη συνθήκη μη διάδοσης πυρηνικών όπλων. Παράλληλα, το Ισραήλ φέρεται να συνεχίζει τις κρυφές επιχειρήσεις σαμποτάζ στο ιρανικό έδαφος, αξιοποιώντας το εσωτερικό του δίκτυο. Για τον Νετανιάχου, ένας πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε να συσπειρώσει την ισραηλινή κοινή γνώμη, ενώ το Ιράν δηλώνει έτοιμο για κάθε ενδεχόμενο.

«Η ομαλοποίηση θα διασφαλίσει την κυριαρχία του Ισραήλ» είναι το άρθρο γνώμης του Jason Silverman, που δημοσιεύτηκε στην The Jerusalem Post στις 26 Αυγούστου και το οποίο υποστηρίζει ότι η στρατηγική προτεραιότητα του Ισραήλ πρέπει να είναι η ομαλοποίηση των σχέσεων με τις αραβικές χώρες και όχι η επιβολή κυριαρχίας στη Δυτική Όχθη. Διαφωνώντας με τη θέση του πολιτικού Boaz Bismuth, ο Silverman ισχυρίζεται ότι η διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ, με επίκεντρο τη Σαουδική Αραβία, συνιστά την πραγματική «ολοκληρωτική νίκη» κατά του Ιράν και της Χαμάς. Αυτή η νίκη δεν είναι στρατιωτική, αλλά ιδεολογική, καθώς ακυρώνει τη στρατηγική των εχθρών του Ισραήλ που βασίζεται στην απομόνωση και την απονομιμοποίησή τους. Η ευρεία αναγνώριση εδραιώνει μακροπρόθεσμα την ισραηλινή κυριαρχία, εκπληρώνοντας το ρεαλιστικό όραμα του Σιωνισμού. Ωστόσο, απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλοποίηση είναι η αποδοχή από το Ισραήλ μιας «αμετάκλητης πορείας προς την παλαιστινιακή κρατική υπόσταση». Ο συγγραφέας καταλήγει ότι η εναλλακτική της προσάρτησης είναι ουσιαστικά αντι-Σιωνιστική, καθώς οδηγεί σε αστάθεια και διπλωματική απομόνωση.

Ο Τύπος της Δύσης

Στο άρθρο «Η έκτακτη ανάγκη στην Ουκρανία δεν έχει τελειώσει, και αυτό διότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι η πραγματική έκτακτη ανάγκη», που δημοσιεύτηκε στο The Globe and Mail (ημερομηνία πρόσβασης 26 Αυγούστου), ο Andrew Coyne υποστηρίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την Ουκρανία και την παγκόσμια ασφάλεια. Ο αρθρογράφος αναλύει την "καταστροφική σύνοδο κορυφής Τραμπ-Πούτιν στην Αλάσκα", μετά την οποία, όπως λέει, ο Τραμπ υιοθέτησε πλήρως τις θέσεις του Κρεμλίνου, εγκαταλείποντας τις αμερικανικές απαιτήσεις και κατηγορώντας τον Ζελένσκι για τον πόλεμο. Η ριζική αυτή μεταστροφή προκάλεσε πανικό στους Ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι έσπευσαν στην Ουάσιγκτον για μια «επείγουσα παρέμβαση», ώστε να τον αποτρέψουν από το να συνταχθεί με τη Ρωσία εναντίον της Ουκρανίας. Ο Coyne εξετάζει τρεις πιθανές αιτίες για τη συμπεριφορά του Τραμπ: είτε έχει χειραγωγηθεί από τον Πούτιν, είτε εκβιάζεται, είτε απλώς συμφωνεί ιδεολογικά με την αυταρχική κοσμοθεωρία του. Το συμπέρασμα είναι πως, αν και η άμεση καταστροφή αποφεύχθηκε, ο Τραμπ παραμένει ο αστάθμητος παράγοντας και η πραγματική πηγή της κατάστασης «έκτακτης ανάγκης». Τέλος, απορρίπτει την ιδέα παραχώρησης εδαφών για ειρήνη, τονίζοντας ότι οι εγγυήσεις ασφαλείας θα ήταν άνευ αξίας και ότι η μόνη πραγματική ασφάλεια για την Ουκρανία είναι να διατηρήσει έναν ισχυρό στρατό που θα υποστηρίζεται από τη Δύση.

«Ο Τραμπ βασίζεται στην προσωπική διπλωματία με τον Πούτιν. Το αποτέλεσμα είναι μια στρατηγική σύγχυση» είναι ο τίτλος του άρθρου που δημοσιεύτηκε στους The New York Times στις 25 Αυγούστου, όπου ο David E. Sanger αναλύει πώς η προσήλωση του Ντόναλντ Τραμπ στην προσωπική διπλωματία για την επίλυση του πολέμου στην Ουκρανία έχει οδηγήσει σε στρατηγική αταξία και έλλειψη προόδου. Ο Sanger υποστηρίζει ότι, παρά τις προσδοκίες του Τραμπ, η σύνοδος κορυφής στην Αλάσκα με τον Βλαντιμίρ Πούτιν δεν απέφερε απτά αποτελέσματα. Αντιθέτως, οι ρωσικές ερμηνείες για τις συμφωνηθείσες εγγυήσεις ασφαλείας είναι εντελώς διαφορετικές, ενώ οι συναντήσεις που είχαν προαναγγελθεί δεν έχουν προγραμματιστεί. Ο αρθρογράφος τονίζει τις αντιφατικές θέσεις του Τραμπ, ο οποίος άλλοτε εμφανίζεται ως ουδέτερος διαμεσολαβητής και άλλοτε ως σύμμαχος της Ουκρανίας, δημιουργώντας αβεβαιότητα για τον ρόλο των ΗΠΑ. Η τακτική του Τραμπ παραλληλίζεται με τις αποτυχημένες συνομιλίες του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από φιλικές χειραψίες χωρίς ουσιαστική πρόοδο. Ο Sanger καταλήγει ότι η στρατηγική του Τραμπ αποτυγχάνει γιατί παρερμηνεύει θεμελιωδώς τη φύση της σύγκρουσης, θεωρώντας την ως μια εδαφική διαφορά, ενώ για τη Ρωσία είναι ζήτημα εθνικής ταυτότητας και γεωπολιτικού ελέγχου.

Ο Τύπος της Ασίας

Στο άρθρο με τίτλο «Η αυξανόμενη πυρηνική εμβέλεια της Β. Κορέας δοκιμάζει την Κίνα και τη Ρωσία», που δημοσιεύτηκε στο Asia Times στις 26 Αυγούστου από τον Gabriel Honrada, αναλύεται πώς η αποκάλυψη μιας νέας, αδήλωτης βάσης διηπειρωτικών πυραύλων (ICBM) κοντά στα σύνορα με την Κίνα, αποκαλύπτει τις εύθραυστες σχέσεις της Πιονγιάνγκ με το Πεκίνο και τη Μόσχα. Η βάση αυτή αποτελεί μέρος της στρατηγικής της Βόρειας Κορέας για τη δημιουργία μιας «ζώνης πυραύλων» με σκοπό την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας και την εξασφάλιση της επιβίωσης του πυρηνικού της οπλοστασίου. Ενώ η Πιονγιάνγκ ενισχύει το πυρηνικό της πρόγραμμα, το άρθρο υποστηρίζει ότι οι σχέσεις της με τους συμμάχους της είναι υπό αίρεση. Η εμπειρία του Ιράν, του οποίου η στήριξη στη Ρωσία μειώθηκε όταν δεν ήταν πλέον απαραίτητη, λειτουργεί ως προειδοποίηση. Για την Κίνα, η Βόρεια Κορέα είναι μεν ένα χρήσιμο «ανάχωμα» έναντι των ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα και μια στρατηγική ευθύνη που θα μπορούσε να προκαλέσει περιφερειακή αποσταθεροποίηση. Καταλήγοντας το άρθρο επισημαίνει ότι η επιθετική στάση της Βόρειας Κορέας δοκιμάζει την ανοχή των συμμάχων της, καθιστώντας την πιο εξαρτημένη από τις εξωτερικές εγγυήσεις ασφαλείας από ό,τι υποδηλώνει η πολεμική της ρητορική.

Στο άρθρο με τίτλο «Η Ασία πρέπει να εντείνει την περιφερειακή απελευθέρωση του εμπορίου για να αντιμετωπίσει το εμπορικό χάος του Τραμπ», που δημοσιεύτηκε στο East Asia Forum στις 25 Αυγούστου από την συντακτική ομάδα της ιστοσελίδας, αναλύεται ο αντίκτυπος των απρόβλεπτων εμπορικών πολιτικών του Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίες αποσταθεροποιούν το ασιατικό εμπόριο και ωθούν τις χώρες της Ασίας σε αποσπασματικές διμερείς συμφωνίες που υπονομεύουν την περιφερειακή ολοκλήρωση. Οι οικονομίες της ASEAN είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε αυτόν τον κίνδυνο. Ως λύση, προτείνεται μια συντονισμένη περιφερειακή απάντηση αντί για μεμονωμένες διαπραγματεύσεις. Η εμβάθυνση υφιστάμενων συμφωνιών, όπως η RCEP και η CPTPP, μπορεί να αντισταθμίσει τις απώλειες από τους αμερικανικούς δασμούς και να ενισχύσει την ανάπτυξη. Οικονομικά μοντέλα δείχνουν ότι η περιφερειακή ολοκλήρωση θα μπορούσε να μετατρέψει μια πιθανή οικονομική ζημία σε κέρδος για την ASEAN, ενώ η υιοθέτηση προστατευτικών μέτρων θα οδηγούσε σε κατάρρευση του ΑΕΠ. Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι οι ασιατικές οικονομίες δεν πρέπει να περιμένουν την αποκατάσταση της τάξης από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά να επιλέξουν την ενίσχυση των δικών τους θεσμών, δίνοντας προτεραιότητα σε ένα σύστημα βασισμένο σε κανόνες έναντι των ευκαιριακών συμφωνιών, και να ηγηθούν της προσπάθειας διατήρησης και ανοικοδόμησης του πολυμερούς εμπορικού συστήματος.

Ο Τύπος της Ρωσίας και Ουκρανίας

Στο δημοσίευμα με τίτλο «Έτσι καταρρέει μια πρώτη γραμμή: Η θερινή επίθεση της Ρωσίας ανοίγει διάπλατα τον πόλεμο», του Sergey Poletaev στο RT στις 27 Αυγούστου, περιγράφεται η αλλαγή της συνολικής εικόνας στο μέτωπο της Ουκρανίας κατά τη διάρκεια της θερινής ρωσικής επίθεσης. Η ρωσική προέλαση, που πλέον μετριέται σε χιλιόμετρα, έχει προκαλέσει μια σοβαρή κρίση για τις ουκρανικές δυνάμεις, με το μέτωπο στο Pokrovsk να αποτελεί το πιο κρίσιμο σημείο. Εκεί, η ρωσική προέλαση έφτασε σε βάθος 20 χιλιομέτρων, περικυκλώνοντας ουσιαστικά το Pokrovsk και το Mirnograd αντιμετωπίζοντας ελάχιστη αντίσταση. Στους άξονες Chasov Yar και Konstantinovka, η περικύκλωση της Konstantinovka έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, με τις ρωσικές δυνάμεις να έχουν πλέον ξεκινήσει τις μάχες για τον έλεγχο της πόλης. Ακόμη και σε δευτερεύοντες τομείς, όπως το Liman και το Seversk, οι ρωσικές δυνάμεις προωθούνται σταθερά, αποσκοπώντας στην αποκοπή των ουκρανικών γραμμών ανεφοδιασμού. Τέλος, στον νότιο άξονα του Donetsk, οι ρωσικές δυνάμεις έχουν σχεδόν απελευθερώσει την περιοχή και έχουν προχωρήσει στην περιφέρεια του Dnepropetrovsk για να δημιουργήσουν μια ζώνη ασφαλείας, με τις επιθετικές επιχειρήσεις εκεί πιθανόν να ολοκληρώνονται σύντομα.

Στο άρθρο «2 εκατομμύρια εργαζόμενοι χάθηκαν: Η πολεμική οικονομία της Ρωσίας ολισθαίνει προς την κατάρρευση», που δημοσιεύτηκε από την Yevheniia Martyniuk στις 27 Αυγούστου στην ιστοσελίδα Euromaidan, αναλύεται η φαινομενική οικονομική ευρωστία της Ρωσίας, υποστηρίζοντας ότι στην πραγματικότητα η χώρα αντιμετωπίζει μια βαθιά κρίση που ολοένα και επιδεινώνεται. Η επιφανειακή αύξηση του ΑΕΠ δεν είναι πραγματική ανάπτυξη, αλλά αποτέλεσμα τεράστιων στρατιωτικών δαπανών που συγκαλύπτουν μια κατάσταση στασιμοπληθωρισμού, καθώς ο πληθωρισμός ξεπερνά το 10% και τα επιτόκια το 21%. Ο πυρήνας του προβλήματος είναι ο «λιμός» σε επίπεδο εργατικού δυναμικού, καθώς 1-2 εκατομμύρια εργαζόμενοι έχουν χαθεί από την οικονομία λόγω του πολέμου, της επιστράτευσης και της μετανάστευσης, αφήνοντας το 73% των επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Παράλληλα, η οικονομία παραμένει ευάλωτη σε πολλαπλά μέτωπα: τα έσοδα από το πετρέλαιο μειώνονται και εξαρτώνται από τις ασταθείς παγκόσμιες τιμές, η αυξανόμενη εξάρτηση από την Κίνα μετατρέπεται σε «οικονομική αποικιοποίηση» και το τραπεζικό σύστημα κινδυνεύει από μια πιθανή κρίση εμπιστοσύνης. Το άρθρο καταλήγει ότι η ρωσική οικονομία μπορεί να αντέξει για 2-3 χρόνια ακόμη, αλλά είναι ευάλωτη σε ξαφνικές αναταράξεις που θα μπορούσαν να επιταχύνουν την κατάρρευσή της.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση