Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να συγκροτήσουν νέα διεθνή συμμαχία για την ασφαλή διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, μετά τη σημαντική επιβράδυνση της ναυσιπλοΐας, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, την ώρα που παραμένουν αβεβαιότητες για την αποτελεσματικότητα της πρωτοβουλίας.
Το δημοσίευμα επικαλείται εσωτερικό έγγραφο του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών.
Η προτεινόμενη συμμαχία, που φέρεται να ονομάζεται «Maritime Freedom Construct», στοχεύει στη δημιουργία ενός πλαισίου συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών, με βασικούς άξονες την ανταλλαγή πληροφοριών, τον διπλωματικό συντονισμό και τη συμβολή στην επιβολή κυρώσεων.
Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, η πρωτοβουλία δεν περιορίζεται σε στρατιωτική παρουσία, αλλά επιδιώκει έναν συνδυασμό πολιτικών και επιχειρησιακών εργαλείων για την αποκατάσταση της ασφάλειας στη θαλάσσια περιοχή.
Η ανάγκη για τη δημιουργία της συμμαχίας προκύπτει από τη δραστική μείωση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως. Η μείωση των διελεύσεων αποδίδεται σε συνδυασμό παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι αυξημένοι κίνδυνοι ασφάλειας, οι εντάσεις με το Ιράν και οι επιπτώσεις των αμερικανικών περιοριστικών μέτρων στην περιοχή.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον επιχειρεί να διασφαλίσει τη συμμετοχή ευρύτερου αριθμού συμμάχων, καθώς οι αρχικές προσπάθειες για ανάληψη ηγετικού ρόλου από ευρωπαϊκές χώρες δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, παραμένουν επιφυλάξεις από ορισμένα κράτη, τα οποία εμφανίζονται διστακτικά ως προς το εύρος και το πλαίσιο της συμμετοχής τους.
Το πρακτορείο Reuters σημειώνει ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει άμεσα τις σχετικές πληροφορίες, γεγονός που ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από το χρονοδιάγραμμα και την εφαρμογή της πρωτοβουλίας.
Σε κάθε περίπτωση, η πρόταση για τη δημιουργία της «Maritime Freedom Construct» αναδεικνύει τη δυσκολία αποκατάστασης της ομαλής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και την ανάγκη συντονισμένης διεθνούς δράσης σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων και αβεβαιότητας στις αγορές ενέργειας.
Πηγή: The Wall Street Journal





























