Ανακοινώσεις
Το υψηλό κόστος του ηλεκτρισμού δεν ήρθε στο προσκήνιο ένεκα του πρόσφατου challenge (από τον Φειδία Παναγιώτου) προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αναφέρει σε άρθρο του ο Σύνδεσμος Αγοράς Ηλεκτρισμού, προσθέτοντας πως αποτελεί βασική και διαχρονική του προτεραιότητα.
«Η αληθινή πρόκληση για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στον τομέα της ενέργειας είναι η ουσιαστική μείωση του κόστους ηλεκτρισμού», συνεχίζει. «Η φράση, φθηνότερος ηλεκτρισμός για όλους, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελεί ένα εύηχο σύνθημα.
Ο δημόσιος διάλογος είναι αναγκαίος και θεμιτός σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα της κυπριακής κοινωνίας στο σύνολό της, αλλά και την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας. Δεν πρέπει ωστόσο, να στηρίζεται σε απλοποιήσεις και υπολογισμούς που δεν λαμβάνουν υπόψη τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ηλεκτρικό σύστημα και η αγορά», προσθέτει.
«Η άποψη ότι η μείωση της τιμής πώλησης της ηλιακής ενέργειας θα μπορούσε, από μόνη της, να μειώσει τον λογαριασμό του ηλεκτρισμού κατά 20%, δεν επιβεβαιώνεται από τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς και στερείται κάθε τεκμηρίωσης», σημειώνει ο ΣΑΗ.
Γιατί δεν μπορεί να προκύψει μείωση 20%
«Οι ιδιώτες παραγωγοί ΑΠΕ που συμμετέχουν στην Ανταγωνιστική Αγορά και βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτό το διάστημα, αντιπροσωπεύουν περίπου το 6,4% της συνολικά εμπορευμένης ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή το 262 GWh ηλιακής ενέργειας στην Προημερήσια Αγορά. Αυτό σημαίνει ότι αριθμητικά δεν μπορεί να προκύψει μείωση 20% στον συνολικό λογαριασμό του ηλεκτρισμού μόνο από τη μείωση της τιμής πώλησης ενός τμήματος της παραγωγής που αντιστοιχεί σε αυτό το μικρό μερίδιο της αγοράς.
Μάλιστα, με βάση προσομοίωση που λαμβάνει ως τιμή τα 11 σεντς ανά κιλοβατώρα για την υπό συζήτηση πράσινη ενέργεια, η επίδραση στον συνολικό λογαριασμό υπολογίζεται περίπου στο 1,8% και όχι στο 20%», αναφέρει ο Σύνδεσμος.
Με πόσα παράγουν και πόσα πουλούν
Με βάση τα επίσημα δεδομένα των πρώτων έξι μηνών λειτουργίας της Ανταγωνιστικής Αγοράς, συνεχίζει, «καταρρίπτεται ο ισχυρισμός ότι οι παραγωγοί φωτοβολταϊκής ενέργειας παράγουν με κόστος 7 ή 8 σεντς ανά κιλοβατώρα και στη συνέχεια πωλούν συστηματικά την ενέργεια στα 25 ή 30 σεντς. Συγκεκριμένα, η μεσοσταθμική τιμή κατά τις ώρες ηλιακής παραγωγής ήταν περίπου €118 ανά MWh, δηλαδή περίπου 11,8 σεντς ανά κιλοβατώρα. Η ΑΗΚ, να σημειωθεί, ότι έχει ήδη τη δυνατότητα να προμηθεύεται ενέργεια από ΑΠΕ συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 416 MW, στην τιμή των 11 σεντς/kWh, βάσει ρυθμιστικής απόφασης».
Το κόστος παραγωγής και το κόστος επένδυσης
Το θεωρητικό κόστος παραγωγής μιας κιλοβατώρας δεν είναι το ίδιο με το πραγματικό οικονομικό κόστος μιας επένδυσης, αναφέρει ο ΣΑΗ και συμπληρώνει στο άρθρο του: «Όταν ένα φωτοβολταϊκό πάρκο αντιμετωπίζει περικοπές της παραγόμενης ενέργειας της τάξης του 60% ή 65%, όπως συνέβη την περίοδο Ιανουαρίου – Μαΐου 2026, η οικονομική εξίσωση αλλάζει δραματικά.
Το θεωρητικό κόστος των 5-7 σεντς μπορεί λόγω των περικοπών να μεταφράζεται σε πραγματικό κόστος της τάξης των 12,5 έως 20 σεντς ανά κιλοβατώρα. Και αυτό χωρίς υπολογίζεται το κόστος χρηματοδότησης της επένδυσης, η λειτουργία και η συντήρηση, οι απώλειες, καθώς και οι ώρες κατά τις οποίες οι τιμές είναι εξαιρετικά χαμηλές ή ακόμη και μηδενικές.
Η μεγαλύτερη παραδοξότητα του κυπριακού ενεργειακού συστήματος είναι πως από τη μια αναζητάμε τρόπους για να μειώσουμε την τιμή του ηλεκτρισμού και από την άλλη πετάμε αλόγιστα μεγάλες ποσότητες φθηνής και καθαρής ενέργειας από ΑΠΕ. Επομένως, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να αναζητάμε έναν «ένοχο» για την υψηλή τιμή του ρεύματος. Είναι να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε περισσότερη φθηνή πράσινη ενέργεια να φτάνει πραγματικά στους καταναλωτές.
Αποθήκευση και γραφειοκρατία
Αν και η αξία της αποθήκευσης είναι αδιαμφισβήτητη, αυτή παραμένει "εγκλωβισμένη" στη γραφειοκρατία και τις σύνθετες διαδικασίες του Διαχειριστή Συστήματος Διανομής, παρά το ότι η εγκατάσταση αποθήκευσης σε υφιστάμενα πάρκα ΑΠΕ μπορεί να προσφέρει άμεσα αποτελέσματα. Το ενδιαφέρον για επενδύσεις είναι αξιοσημείωτο και η αγορά είναι έτοιμη. Κάθε μέρα καθυστέρησης, αποδεδειγμένα συντείνει στη διαιώνιση ενός ακριβότερου και ρυπογόνου μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής.
Είναι σαφές πως η τιμή που πληρώνουν τελικά οι καταναλωτές, δεν καθορίζεται από μία μόνο κατηγορία παραγωγών. Επηρεάζεται από το κόστος της συμβατικής παραγωγής και των καυσίμων, τις εκπομπές ρύπων, το κόστος των δικτύων, τη λειτουργία της αγοράς και το συνολικό ενεργειακό μείγμα. Αν θέλουμε λοιπόν να δημιουργήσουμε συνθήκες για χαμηλότερες τιμές ηλεκτρισμού, το challenge είναι πολύ μεγαλύτερο και απαιτεί συγκεκριμένες αποφάσεις, καθώς και την αγαστή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Οι σημαντικές παρεμβάσεις που μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστικές συνθήκες για χαμηλότερες τιμές είναι η έλευση του φυσικού αερίου το συντομότερο δυνατόν, η σωστή και αποτελεσματική λειτουργία της Ανταγωνιστικής Αγοράς, η μείωση των περικοπών ΑΠΕ, η ταχεία αδειοδότηση συστημάτων αποθήκευσης, ο εκσυγχρονισμός των δικτύων και η δυνατότητα των καταναλωτών να έχουν πραγματικές επιλογές.
Εξίσου καθοριστική είναι η ένταξη νέας παραγωγικής ισχύς, ενώ αξίζει να υπογραμμιστεί ότι ο πρώτος ιδιωτικός σταθμός ηλεκτροπαραγωγής εξακολουθεί να παραμένει εκτός λειτουργίας παρά την ετοιμότητά του να προσθέσει άμεσα νέα παραγωγική ισχύ στο σύστημα.
Οπότε, τι οφείλουμε να κάνουμε ως ένα κράτος που πληρώνει από τα ακριβότερα ρεύματα στην Ευρώπη; Να σταματήσουμε να χάνουμε πράσινη ενέργεια. Να προχωρήσουμε την αποθήκευση. Να ενισχύσουμε τα δίκτυα και τη νέα παραγωγή. Να μειώσουμε την εξάρτηση από ακριβά συμβατικά καύσιμα. Να φέρουμε επιτέλους το φυσικό αέριο. Να διασφαλίσουμε πως όντως η αγορά λειτουργεί προς όφελος των συμμετεχόντων και των καταναλωτών. Εκεί βρίσκεται όλη η ουσία. Και εκεί βρίσκεται και το πραγματικό challenge για φθηνότερο ρεύμα».





























