Η αποκάλυψη της κινηματογραφικού χαρακτήρα φυγάδευσης του αμερικανού προέδρου από την Τουρκία φέρνει ξανά στην επιφάνεια την προβληματική του σχέση με τους δημοσιογράφους
«Αν πέσω εγώ, θα πέσετε κι εσείς. Σωστά;». Με αυτά τα λόγια, ο Aμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απαντούσε στις αρχές Ιουλίου σε ερωτήσεις ανταποκριτών σχετικά με την πτήση του προεδρικού αεροσκάφους Air Force One από την Άγκυρα στο Λονδίνο, όπου ο ίδιος και η δημοσιογραφική αποστολή θα μετεπιβιβάζονταν στη νεότερη εκδοχή του προεδρικού αεροσκάφους.
Ένα μήνα αργότερα, η αποκάλυψη ότι ένα τρίτο αεροσκάφος χρησιμοποιήθηκε για την ασφαλή αναχώρηση του ίδιου σε απόλυτη μυστικότητα λέει πολλά για την κακή σχέση του Λευκού Οίκου με τον δημοσιογραφικό κόσμο.
Αποκαλύψεις
Το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της εφημερίδας Washington Post αναφέρεται στην πτήση της 8ης Ιουλίου, που έγινε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνόδου του ΝΑΤΟ, στην Τουρκία. Αυτή πραγματοποιήθηκε με παλαιότερη έκδοση του Air Force One, εξαιτίας φόβων ότι η νεότερη εκδοχή του (δώρο του Κατάρ προς τις ΗΠΑ) δεν είναι εξοπλισμένο με τα απαραίτητα αμυντικά συστήματα. Συνολικά τρία είναι τα αεροπλάνα που εμπλέκονται.
Πιο συγκεκριμένα, το ταξίδι είχε αφετηρία την Άγκυρα και προορισμό το Λονδίνο. Εκεί επρόκειτο να γίνει μετεπιβίβαση στο νέο προεδρικό αεροσκάφος, που θα είχε τελικό σταθμό την Ουάσινγκτον. Σύμφωνα όμως με το ρεπορτάζ, στην Άγκυρα ο Τραμπ πριν την αποβίβαση μεταφέρθηκε μυστικά με όχημα σε τρίτο, στρατιωτικού τύπου αεροσκάφος. Με αυτό πραγματοποίησε το πρώτο σκέλος του ταξιδιού της επιστροφής.
Αφότου το στρατιωτικό αεροσκάφος προσγειώθηκε στο Λονδίνο, ο Τραμπ επανασυνδέθηκε με τα μέλη της αποστολής, ώστε όλοι μαζί να συνταξιδέψουν στην Ουάσινγκτον. Όσο συνέβαιναν αυτά, οι δημοσιογράφοι που συνόδευαν την αποστολή είχαν την εντύπωση ότι ταξιδεύουν διαρκώς με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ.
Την επιχείρηση έφερε εις πέρα η Μυστική Υπηρεσία των ΗΠΑ, υπηρεσία κατεξοχήν επιφορτισμένη με την προστασία του Προέδρου, της οικογένειας του και υψηλά ιστάμενων αξιωματούχων. Οι λεπτομέρειες του ρεπορτάζ προσδίδουν μάλιστα σε αυτή χαρακτηριστικά τηλεοπτικού σόου.
Πρώτον, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ο αμερικανός πρόεδρος επιβιβάστηκε στο προεδρικό αεροσκάφος. Μετά όμως μεταφέρθηκε με κοντέινερ τροφοδοσίας (τύπου catering) σε άλλο παρακείμενο αεροσκάφος, πιθανότατα τύπου Boeing C-32A. Παρόμοιου τύπου αεροσκάφος χρησιμοποιεί ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ.
Δεύτερον, κατά τη διάρκεια της πτήσης του πρώτου αεροσκάφους στους δημοσιογράφους που επέβαιναν στο προεδρικό αεροσκάφος δόθηκε οδηγία να διατηρήσουν κατεβασμένα τα σκίαστρα των παραθύρων.
Τρίτον, όταν αποβιβάστηκε σε βρετανικό έδαφος, ο φωτογραφικός φακός αποθανάτισε τον Τραμπ να εγκαταλείπει το σκάφος με το οποίο υποτίθεται είχε ταξιδέψει. Μιλώντας αργότερα σε δημοσιογράφους, δεν παρέλειψε να καταφύγει σε παιγνιώδη, αν όχι ειρωνικά σχόλια σχετικά με το ταξίδι. «Ήταν μια μεγάλη βόλτα» είπε μεταξύ άλλων και πρόσθεσε ότι σε περίπτωση ιρανικής πυραυλικής επίθεσης είναι «ο Ν1 στόχος στη λίστα των Ιρανών». Και συνέχισε λέγοντας: «Αν πέσω εγώ, θα πέσετε κι εσείς. Σωστά;. Ίσως κάποια μέρα θελήσετε να αλλάξετε επάγγελμα».
Ερωτήματα και αντιδράσεις
Aξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι τώρα ο Λευκός Οίκος δεν διέψευσε το δημοσίευμα, με τον εκπρόσωπο επικοινωνίας Στίβεν Τσιούνγκ να αναφέρεται σε «πρωτόκολλα ασφαλείας που διασφαλίζουν την ασφάλεια του προσωπικού και του Προέδρου». Πρόκειται για στάση ουδετερότητας, που ουσιαστικά επιβεβαιώνει το ρεπορτάζ.
Η είδηση προκάλεσε σάλο στις τάξεις του δημοσιογραφικού κόσμου, αφού υπάρχει βάσιμη υποψία ότι το Air Force One και όσοι επέβαιναν σε αυτό χρησιμοποιήθηκαν ως πτήση-δόλωμα (decoy flight), εκτιθέμενοι στην πιθανότητα ιρανικής επίθεσης. Ο πολύπειρος πολιτικός σχολιαστής του CNN και συνεργάτης του πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, Ντέιβιντ Άξελροντ, χαρακτήρισε «σοκαριστικό ότι όλοι όσοι βρίσκονταν στο αεροπλάνο χρησιμοποιήθηκαν ουσιαστικά ως δόλωμα». Δήλωσε παράλληλα έκπληκτος για το ότι η εξαπάτηση συνεχίστηκε ακόμη και μετά την ασφαλή επιστροφή του Τραμπ στην Ουάσινγκτον.
«Όποιος βρέθηκε στο ταξίδι του Air Force One προς το Λονδίνο θεωρήθηκε αναλώσιμος» έγραψε στο Χ ο Σιρίς Β. Ντάτε, ανταποκριτής της ιστοσελίδας HuffPost στον Λευκό Οίκο. Οι ανταποκριτές του βρετανικού δικτύου Sky News στην Ουάσινγκτον, Τζέιμς Μάθιους και Ντέιβιντ Μπλέβινς, διερωτώνται κατά πόσο η απόφαση του Τραμπ έθεσε σε κίνδυνο δημοσιογράφους και αμερικανούς πολίτες, κάνοντας λόγο για «ακραία παραβίαση της δεοντολογίας».
Και ο Πίτερ Μπέικερ, αρμόδιος σε ζητήματα Λευκού Οίκου για την εφημερίδα New York Times, σχολιάζει ότι σε αντίθεση με τους προέδρους Τζωρτζ Μπους και Μπαράκ Ομπάμα, που ενημέρωναν για πιθανούς κινδύνους κατά τη διάρκεια ταξιδιών από και προς το εξωτερικό, ο νυν πρόεδρος επέλεξε τη σιωπή.
Ρήξεις και εικασίες
Η επιχείρηση συνιστά ρήξη με την παράδοση που θέλει τον ένοικο του Λευκού Οίκου να συνοδεύεται από μικρή ομάδα δημοσιογράφων (press pool), ώστε το κοινό έχει μια ανεξάρτητη εικόνα των προεδρικών δραστηριοτήτων. Το 2000, ο τότε Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον επιβιβάστηκε κρυφά σε αεροπλάνο χωρίς διακριτικά κατά τη διάρκεια ταξιδιού στο Πακιστάν. Τότε η Έλεν Πέιτζ, δημοσιογράφος της εφημερίδας USA Today και επικεφαλής των συντακτών που καλύπτουν τον Λευκό Οίκο, είχε ενημερωθεί για την επιχείρηση εκ των προτέρων, σύμφωνα με την Washington Post. Μικρή παρέκκλιση υπήρξε το 2010, όταν ο τότε πρόεδρος Ομπάμα εγκατέλειψε τον Λευκό Οίκο για να παρακολουθήσει ποδοσφαιρικό αγώνα της κόρης του, δίχως να ενημερώσει τους δημοσιογράφους.
Το επεισόδιο του Air Force One έρχεται ύστερα από μία παρατεταμένη περίοδο σύγκρουσης του Λευκού Οίκου με τον Τύπο. Η δεύτερη θητεία Τραμπ σημαδεύτηκε από περιστατικά όπως η αποπομπή του Associated Press από το press pool τον Φεβρουάριο του 2025, τις ευθείες προσβολές του προέδρου στη δημοσιογράφο του Bloomberg Κάθριν Λούσι τον Νοέμβριο, τη μήνυση ύψους δέκα δισ. δολαρίων στο BBC τον Δεκέμβριο, τη λεκτική επίθεση στη δημοσιογράφο του CNN, Κέιτλαν Κόλινς, κατά τη διάρκεια του ετήσιου δείπνου των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου.
Επιστρέφοντας στο σήμερα και στο αυστηρά επιχειρησιακό σκέλος, ο πρώην πράκτορας της Μυστικής Υπηρεσίας Ρόμπερτ Μακντόναλντ, υπεύθυνος ασφαλείας της αντιπροεδρίας Μπάιντεν (2008-16) κάνει λόγο για αυτοσχεδιασμό. «Είμαι σίγουρος ότι προετοιμάστηκαν μόλις έμαθαν για την απειλή. Δε θα είχαν την πολυτέλεια ημερών ή ωρών έως ότου δράσουν» αναφέρει.
Ο ίδιος αποκλείει το σενάριο το Air Force One που ξεκίνησε από την Άγκυρα, μεταφέροντας τη δημοσιογραφική αποστολή αλλά και συνοδευτικό προσωπικό, να έμεινε ακάλυπτο. «Αποκλείεται τα δύο αεροσκάφη να μην πλαισιώνονταν από άλλα, είτε συμμαχικών δυνάμεων είτε της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας» σημειώνει ο Μακντόναλντ.
Εκτίμηση που προς ώρας δεν επαληθεύεται από κανένα νεότερο στοιχείο, τη στιγμή που το προεδρικό επιτελείο αρνείται να δώσει σαφείς εξηγήσεις για το πρωτοφανές περιστατικό.
Πηγή: tovima.gr




























