Ο κίνδυνος εξάπλωσης του χανταϊού για τον παγκόσμιο πληθυσμό είναι «απολύτως χαμηλός», διαβεβαίωσε σήμερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έπειτα από επιδημία που ξέσπασε στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους τρεις επιβάτες.
«Πρόκειται για έναν επικίνδυνο ιό, αλλά μόνο για το άτομο που έχει μολυνθεί πραγματικά. Ο κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό παραμένει εξαιρετικά χαμηλός», δήλωσε ο εκπρόσωπος του ΠΟΥ Κρίστιαν Λίντμαϊερ σε δημοσιογράφους στη Γενεύη.
Ο ίδιος τόνισε ότι ακόμη και μεταξύ των ανθρώπων που έμεναν στις ίδιες καμπίνες με ένα μολυσμένο άτομο στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, «φαίνεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, κανένας από τους δύο δεν μολύνθηκε».
«Δεν είναι κάτι σαν την ιλαρά, για παράδειγμα: αν βρίσκεστε εδώ στην αίθουσα Τύπου και κάποιος από μπροστά βήχει, οι πρώτες σειρές θα διατρέχουν κίνδυνο. Η στενή επαφή σημαίνει πρακτικά μύτη με μύτη (…) Δεν πρόκειται για νέο Covid», υπογράμμισε.
Το κρουαζιερόπλοιο Hondius, που ανήκει στην ολλανδική εταιρεία κρουαζιέρας Oceanwide Expeditions, αναχώρησε από την Ουσουάια της Αργεντινής την 1η Απριλίου και βρίσκεται αυτή τη στιγμή καθ’ οδόν προς την Τενερίφη στα Κανάρια Νησιά, όπου αναμένεται την Κυριακή.
Τρεις επιβάτες του πλοίου έχασαν τη ζωή τους, ενώ τα τελευταία στοιχεία του ΠΟΥ που δημοσιεύθηκαν την Πέμπτη ανέφεραν συνολικά πέντε επιβεβαιωμένα κρούσματα και τρία ύποπτα κρούσματα.
Η κατάσταση στο πλοίο και οι έρευνες
Τα κρούσματα χανταϊού στο κρουαζιερόπλοιο έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία και κινητοποίηση των υγειονομικών αρχών, φέρνοντας στο προσκήνιο τον κίνδυνο νέων επιδημιολογικών απειλών σε κλειστά περιβάλλοντα.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, στο πλοίο επέβαιναν 147 άτομα - 88 επιβάτες και 59 μέλη πληρώματος από 23 διαφορετικές χώρες.
Οι αρχές έχουν ξεκινήσει εκτεταμένη ιχνηλάτηση επαφών, που περιλαμβάνει 82 επιβάτες και έξι μέλη πληρώματος από πτήση προς το Γιοχάνεσμπουργκ, στην οποία είχε επιβιβαστεί γυναίκα που συνδεόταν με το κρουαζιερόπλοιο και στη συνέχεια ασθένησε.
Παράλληλα, διερευνώνται επαφές σε δεύτερη πτήση, καθώς και ταξιδιώτες που επέστρεψαν σε ΗΠΑ και άλλες χώρες. Οι υγειονομικές αρχές σε διάφορες περιοχές παρακολουθούν επιβάτες, οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν εμφανίζουν συμπτώματα.
Τα κρούσματα και οι θάνατοι
Μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί τρεις θάνατοι στο πλοίο:
- Ένας 70χρονος Ολλανδός επιβάτης εμφάνισε συμπτώματα στις 6 Απριλίου και κατέληξε στις 11 Απριλίου από αναπνευστική ανεπάρκεια.
- Η 69χρονη σύζυγός του, η οποία αποβιβάστηκε αργότερα στην Αγία Ελένη και ταξίδεψε στη Νότια Αφρική, κατέληξε στις 26 Απριλίου. Η λοίμωξη από χανταϊό επιβεβαιώθηκε εργαστηριακά.
- Μια 69χρονη Γερμανίδα επιβάτιδα εμφάνισε πυρετό και πνευμονία στις 28 Απριλίου και πέθανε στις 2 Μαΐου. Η αιτία θανάτου της παραμένει υπό διερεύνηση, με τον ΠΟΥ να τη θεωρεί ύποπτο κρούσμα χανταϊού.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, τα πρώτα συμπτώματα εμφανίστηκαν στις 6 Απριλίου, ενώ το τελευταίο καταγεγραμμένο περιστατικό νόσησης ήταν στις 28 Απριλίου.
Η κατάσταση των ασθενών
Ο γιατρός του πλοίου αποτελεί επιβεβαιωμένο κρούσμα και νοσηλεύεται σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στη Νότια Αφρική, μετά από επιδείνωση της κατάστασής του.
Δύο ακόμη μέλη του πληρώματος νοσηλεύονται με αναπνευστικά προβλήματα, χωρίς όμως να έχει επιβεβαιωθεί χανταϊός. Ένα ύποπτο περιστατικό παρουσιάζει ήπια βελτίωση, ενώ άλλα εξετάζονται.
Επιπλέον, νέο επιβεβαιωμένο κρούσμα καταγράφηκε στην Ελβετία, όπου ασθενής νοσηλεύεται με το στέλεχος των Άνδεων του ιού.
Η διερεύνηση της προέλευσης
Οι αρχές εξετάζουν ακόμη την πηγή της μόλυνσης. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, πιθανό σενάριο είναι ότι ορισμένοι επιβάτες μολύνθηκαν πριν την επιβίβαση, πιθανόν σε ταξίδια στη Νότια Αμερική, όπου ο ιός ενδημεί.
Τι γνωρίζουμε για τη μετάδοση
Ο χανταϊός μεταδίδεται κυρίως μέσω επαφής με τρωκτικά ή τα περιττώματά τους και σπάνια από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται από μία έως έξι εβδομάδες.
Παρακολούθηση και μέτρα
Ο ΠΟΥ συστήνει στους επιβάτες και το πλήρωμα να παραμένουν σε επαγρύπνηση για συμπτώματα για έως και 45 ημέρες μετά την πιθανή έκθεση.
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων αντιμετωπίζει όλους τους επιβαίνοντες ως στενές επαφές, λόγω των κλειστών συνθηκών στο πλοίο.






























