ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης - Πόλεμοι, φωτιές, μεταναστευτικό

Η «Γηραιά Ήπειρος» μοιάζει ανήμπορη να διαχειριστεί τις κρίσεις

Το δύσκολο καλοκαίρι της Ευρώπης -ακόμη ένα, για να είμαστε ειλικρινείς- δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας ασυνήθιστης συσσώρευσης κρίσεων. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν, οι πυρκαγιές, η ακραία ζέστη, οι ανατιμήσεις και η νέα ένταση γύρω από το μεταναστευτικό συνθέτουν μια βαθύτερη εικόνα κρίσης -εκείνη μιας ηπείρου που υφίσταται τις συνέπειες εξελίξεων τις οποίες αδυνατεί σε μεγάλο βαθμό να ελέγξει.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές και εμπορικές δυνάμεις του κόσμου. Διαθέτει θεσμούς, διπλωματικά δίκτυα, προηγμένες οικονομίες και σημαντική κανονιστική επιρροή. Ωστόσο, όταν η διεθνής κρίση μεταφέρεται από το πεδίο των κανόνων στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος, της ενεργειακής ασφάλειας και των ταχύτατων πολιτικών αποφάσεων, οι ευρωπαϊκές αδυναμίες γίνονται περισσότερο ορατές.

Η Ευρώπη συχνά αντιδρά. Σπανιότερα προηγείται. Και ακόμη σπανιότερα κατορθώνει να επιβάλει τη δική της στρατηγική.

Η επιστροφή του εξωτερικού καταναγκασμού
Για πολλές δεκαετίες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι ευρωπαϊκές χώρες πίστεψαν ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση, οι θεσμοί και το διεθνές δίκαιο θα περιόριζαν σταδιακά τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση οικοδομήθηκε πάνω στην παραδοχή ότι οι μεγάλες συγκρούσεις μπορούσαν να προληφθούν μέσω εμπορικών σχέσεων, διπλωματίας και πολυμερών μηχανισμών.

Οι πόλεμοι των τελευταίων ετών ανέτρεψαν αυτή την αντίληψη. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επανέφερε τον πόλεμο μεγάλης κλίμακας στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ με το Ιράν απέδειξε ότι η ενεργειακή και οικονομική ασφάλεια της Ευρώπης μπορεί να διαταραχθεί από αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη και τη Μέση Ανατολή, αποφάσεις μάλιστα για τις οποίες όχι απλά η ίδια δεν έχει λόγο αλλά δεν μετέχει καν σε πρωθύστερη ενημέρωση.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούν να ζητούν αποκλιμάκωση, να προτείνουν διαμεσολάβηση και να προετοιμάζουν αποστολές για την προστασία της ναυσιπλοΐας. Δεν είναι όμως εκείνες που αποφασίζουν εάν οι εχθροπραξίες θα επαναληφθούν, εάν τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν ανοικτά ή εάν οι τιμές της ενέργειας θα εκτιναχθούν.

Αυτή είναι η ουσία της ευρωπαϊκής αδυναμίας: η ήπειρος υφίσταται άμεσα το κόστος αποφάσεων στις οποίες έχει περιορισμένη συμμετοχή.

Η Ουκρανία και τα όρια της ευρωπαϊκής επιρροής
Στην Ουκρανία, η Ευρώπη έχει αναλάβει σημαντικό βάρος -μετά την έλευση Τραμπ για την δεύτερη θητεία του το σημαντικότερο. Έχει χρηματοδοτήσει το Κίεβο, έχει προσφέρει στρατιωτική βοήθεια, έχει επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία και έχει υποδεχθεί εκατομμύρια πρόσφυγες. Η ευρωπαϊκή συμβολή υπήρξε καθοριστική για την αντοχή του ουκρανικού κράτους.

Παρά ταύτα, η Ευρώπη δεν έχει κατορθώσει να μετατρέψει αυτή τη συνεισφορά σε ανάλογη πολιτική επιρροή πάνω στην πορεία του πολέμου και στις πιθανές διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του.

Η δημιουργία της «Συμμαχίας των Προθύμων» από τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και άλλες χώρες αποτέλεσε προσπάθεια να διαμορφωθεί ένας πιο συνεκτικός ευρωπαϊκός πυρήνας. Στόχος ήταν να προστατευθούν τα συμφέροντα της Ουκρανίας και να αποτραπεί μια συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας που θα διαμόρφωνε το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή συμμετοχή.

Η προσπάθεια αυτή είχε αποτελέσματα, αλλά δεν άλλαξε τη βασική σχέση ισχύος. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τα στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα που της επιτρέπουν να συνομιλεί απευθείας με τη Μόσχα και το Κίεβο. Οι Ευρωπαίοι μπορούν να επηρεάζουν, να καθυστερούν ή να διορθώνουν πρωτοβουλίες. Δυσκολεύονται όμως να χαράξουν μόνοι τους την κατεύθυνση.

Η διακηρυγμένη αρχή ότι «καμία απόφαση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να ληφθεί χωρίς την Ευρώπη» δεν είναι ακόμη πραγματικότητα. Παραμένει πολιτικός στόχος.

Η ενεργειακή εξάρτηση
Ο πόλεμος με το Ιράν υπενθύμισε ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης παραμένει ευάλωτη. Μετά τη μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο, οι ευρωπαϊκές χώρες αναζήτησαν εναλλακτικούς προμηθευτές και νέες διαδρομές. Αυτό περιόρισε μία μορφή εξάρτησης, χωρίς όμως να εξαλείψει τη συνολική έκθεση της ηπείρου στις διεθνείς αναταράξεις.

Η απειλή διακοπής της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει τις τιμές των καυσίμων, το κόστος των μεταφορών, τα αεροπορικά ταξίδια και τις τιμές βασικών προϊόντων. Μια στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή μεταφέρεται σχεδόν αμέσως στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.

Η Βρετανία και η Γαλλία επιχείρησαν να οργανώσουν μια αποστολή που θα μπορούσε να προστατεύσει τη διέλευση των πετρελαιοφόρων μετά την επίτευξη σταθερής εκεχειρίας. Ωστόσο, η αστάθεια της κατάστασης έχει ουσιαστικά παγώσει τον σχεδιασμό. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις βρίσκονται και πάλι σε θέση αναμονής, εξαρτώμενες από τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου και την αντίδραση της Τεχεράνης.

Η κλιματική κρίση
Η ίδια αδυναμία ελέγχου εμφανίζεται και στην κλιματική κρίση. Η Ευρώπη έχει υιοθετήσει ορισμένες από τις πιο φιλόδοξες πολιτικές μείωσης των εκπομπών στον κόσμο. Έχει επενδύσει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, έχει αυστηροποιήσει τους περιβαλλοντικούς κανόνες και έχει προσπαθήσει να μετατρέψει την πράσινη μετάβαση σε νέο οικονομικό μοντέλο.

Όμως η κλιματική αλλαγή είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Οι ευρωπαϊκές προσπάθειες δεν αρκούν όταν οι μεγαλύτερες οικονομίες και οι μεγαλύτεροι ρυπαντές ακολουθούν διαφορετική πορεία.

Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιαίτερα δυσμενής αντίφαση. Η Ευρώπη αναλαμβάνει σημαντικό οικονομικό και πολιτικό κόστος για την πράσινη μετάβαση, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται όλο και εντονότερα τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Οι πυρκαγιές, η ξηρασία και οι επαναλαμβανόμενοι καύσωνες δεν αποτελούν πλέον έκτακτα περιστατικά. Μετατρέπονται σε μόνιμη παράμετρο της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Πιέζουν τις δημόσιες υπηρεσίες, καταστρέφουν υποδομές, μετακινούν πληθυσμούς και αυξάνουν το κόστος για τις ήδη επιβαρυμένες οικονομίες.

Η κλιματική κρίση αποκαλύπτει επίσης τα όρια της εθνικής αντιμετώπισης. Μια πυρκαγιά μπορεί να ξεκινήσει σε μία χώρα, αλλά οι συνέπειες στην ατμόσφαιρα, στην παραγωγή τροφίμων, στις μεταφορές και στις ασφαλιστικές αγορές δεν περιορίζονται εντός συνόρων.

Το μεταναστευτικό ως κρίση ευρωπαϊκής συνοχής
Η μαζική απόπειρα εισόδου μεταναστών στη Θέουτα επανέφερε στο προσκήνιο το πιο πολιτικά εκρηκτικό ζήτημα της Ευρώπης. Το μεταναστευτικό δεν είναι μόνο πρόβλημα φύλαξης των εξωτερικών συνόρων. Είναι δοκιμασία αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών και παράγοντας που μεταβάλλει τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες.

Η Ισπανία αντέδρασε γρήγορα και αυστηρά, επιστρέφοντας τους περισσότερους από όσους πέρασαν τα σύνορα και ενισχύοντας τα φυσικά εμπόδια στην περιοχή. Παρά την άμεση αντιμετώπιση, η κρίση προκάλεσε αντιδράσεις από άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες αντιμετώπισαν το επεισόδιο λιγότερο ως εξωτερική πίεση προς ένα κράτος-μέλος και περισσότερο ως πιθανή απειλή για τις δικές τους κοινωνίες.

Η αντίδραση αυτή αναδεικνύει το βασικό αδιέξοδο. Όλες οι κυβερνήσεις ζητούν ισχυρά ευρωπαϊκά σύνορα, αλλά ελάχιστες είναι διατεθειμένες να μοιραστούν το πολιτικό και κοινωνικό κόστος όταν η πίεση συγκεντρώνεται σε μία συγκεκριμένη χώρα.

Το κενό αξιοποιείται από τα κόμματα της Ακροδεξιάς, τα οποία παρουσιάζουν κάθε νέα άφιξη ως απόδειξη απώλειας εθνικού ελέγχου. Όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτυγχάνει να διαμορφώσει μια σταθερή και κοινά αποδεκτή πολιτική, το μεταναστευτικό θα παραμένει πηγή εσωτερικής αποσταθεροποίησης.

Ο κατακερματισμός ως στρατηγικό μειονέκτημα
Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η πλήρης απουσία ισχύος. Είναι ο κατακερματισμός της.

Η Γαλλία διαθέτει πυρηνικά όπλα και σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες. Η Γερμανία παραμένει οικονομικός γίγαντας. Η Βρετανία διαθέτει διεθνή διπλωματική και στρατιωτική παρουσία. Η Πολωνία επενδύει ταχύτατα στην άμυνα. Οι σκανδιναβικές και οι βαλτικές χώρες έχουν σαφή αντίληψη της ρωσικής απειλής. Οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μεταναστευτικής και κλιματικής πίεσης.

Ωστόσο, αυτές οι δυνατότητες και οι διαφορετικές αντιλήψεις κινδύνου δεν συνθέτουν αυτομάτως ενιαία στρατηγική.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να κινηθεί αποτελεσματικά όταν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών. Στις μεγάλες κρίσεις, όμως, η απαίτηση για συναίνεση επιβραδύνει τις αποφάσεις, ενώ οι εθνικές προτεραιότητες συχνά υπερισχύουν του συλλογικού συμφέροντος.

Η επί χρόνια συζήτηση για τη «στρατηγική αυτονομία» προσκρούει σε αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα. Αυτονομία δεν σημαίνει μόνο περισσότερες αμυντικές δαπάνες. Σημαίνει κοινή εκτίμηση των απειλών, ενιαίο στρατιωτικό σχεδιασμό, ασφαλείς ενεργειακές αλυσίδες, τεχνολογική δυνατότητα και πολιτικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν ταχεία λήψη αποφάσεων.

Μια ήπειρος μεταξύ ισχύος και αδυναμίας
Η εικόνα της Ευρώπης ως παθητικού θεατή θα ήταν υπερβολικά απλουστευτική. Η Ένωση έχει αναλάβει πρωτοβουλίες, έχει στηρίξει την Ουκρανία, έχει διαχειριστεί ενεργειακές ανατροπές και έχει αναπτύξει μηχανισμούς πολιτικής προστασίας. Σε αρκετές περιπτώσεις επέδειξε μεγαλύτερη αντοχή από όση προέβλεπαν οι επικριτές της. Ωστόσο, η αντοχή δεν ταυτίζεται με τον έλεγχο.

Η Ευρώπη μπορεί να απορροφά τις συνέπειες των κρίσεων, να χρηματοδοτεί την προσαρμογή και να περιορίζει τις ζημιές. Αυτό που δυσκολεύεται να κάνει είναι να αποτρέπει την εκδήλωσή τους ή να καθορίζει την έκβασή τους.

Το σημερινό ευρωπαϊκό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο εξωτερικό. Οι πόλεμοι, η κλιματική αλλαγή, οι μεταναστευτικές ροές και η τεχνολογική αντιπαράθεση αποτελούν πράγματι δυνάμεις που υπερβαίνουν τα σύνορα της ηπείρου. Η αδυναμία, όμως, να διαμορφωθεί μια κοινή και αποτελεσματική απάντηση είναι σε μεγάλο βαθμό ευρωπαϊκή επιλογή.

Η ήπειρος διαθέτει τα επιμέρους μέσα. Εκείνο που της λείπει είναι η πολιτική συνοχή που θα τα μετέτρεπε σε συλλογική ισχύ. Μέχρι να συμβεί αυτό, κάθε νέα κρίση θα ενισχύει την αίσθηση ότι η Ευρώπη δεν αποφασίζει για το μέλλον της, αλλά περιμένει να πληροφορηθεί ποιο μέλλον αποφάσισαν άλλοι για εκείνη.

Πηγή: Protothema

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση