Προσοχή στον οργισμένο ψηφοφόρο. Αυτό είναι το μήνυμα που καλούνται να λάβουν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί από τη συντριπτική ήττα που υπέστησαν οι Ρεπουμπλικανοί του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, όπως γράφει χαρακτηριστικά η Marion Solletty στο POLITICO.
Η οργή για το αυξανόμενο κόστος ζωής, η οποία συνέβαλε στην επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, έχει πλέον στραφεί εναντίον του.
Και καθώς πλησιάζουν εκλογικές αναμετρήσεις σε ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Ελλάδα και η Πολωνία, η πολιτική περιπέτεια του Αμερικανού προέδρου λειτουργεί ως προειδοποίηση για όσους βρίσκονται σήμερα στην εξουσία σε ολόκληρη την ήπειρο.
Η εντεινόμενη δυσαρέσκεια για τις ανατιμήσεις και το δυσβάσταχτο κόστος της στέγασης αναμένεται να δημιουργήσει προβλήματα και στην πρωθυπουργό της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, η οποία έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με κύματα διαμαρτυριών για τις τιμές των καυσίμων.
Η αμερικανική εκλογική αντίδραση καταδεικνύει τι μπορεί να συμβεί όταν δεξιοί λαϊκιστές και ακροδεξιοί αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση και στη συνέχεια αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, δήλωσε η Ιρένε Τινάγκλι, Ιταλίδα ευρωβουλευτής του αντιπολιτευόμενου Δημοκρατικού Κόμματος.
«Ο Τραμπ υποσχέθηκε να μειώσει το κόστος ζωής. Επιτέθηκε στην προηγούμενη κυβέρνηση για τον πληθωρισμό. Υποσχέθηκε να επαναφέρει τις ποιοτικές θέσεις εργασίας», ανέφερε η Τινάγκλι. «Τίποτε από αυτά δεν συνέβη».
Η ακρίβεια ανατρέπει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη
Οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι οι οικονομικές ανησυχίες βρίσκονται ψηλά στις προτεραιότητες των ψηφοφόρων, σύμφωνα με τον Ματιέ Γκαλάρ, διευθυντή ερευνών της εταιρείας δημοσκοπήσεων Ipsos.
Στην Ισπανία, η οικονομική προσιτότητα αποτελεί ήδη ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της προεκλογικής εκστρατείας ενόψει των εκλογών που έχουν προγραμματιστεί για τις 29 Νοεμβρίου.
Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις προβλέπουν ότι το ακροδεξιό κόμμα Vox, το οποίο κατηγορεί τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ ότι αδυνατεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες των πολιτών, θα εξασφαλίσει αρκετές έδρες ώστε να συμμετάσχει για πρώτη φορά στην κυβέρνηση, ως εταίρος σε συνασπισμό με το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα.
Ανεξάρτητα από τον πολιτικό τους προσανατολισμό, οι κυβερνώντες είναι ευάλωτοι απέναντι σε αυτή τη δυσαρέσκεια, επισημαίνει ο Γκαλάρ.
«Οι ακροδεξιοί ή ριζοσπαστικοί δεξιοί ηγέτες, όταν αναλαμβάνουν την εξουσία, βρίσκονται στην ίδια θέση με τα παραδοσιακά κόμματα και αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες», πρόσθεσε, παραπέμποντας στην εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία νωρίτερα μέσα στη χρονιά, καθώς και στη σημαντική υποχώρηση της υποστήριξης προς τους ακροδεξιούς Σουηδούς Δημοκράτες.
Για πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και εμφανίζονται ως αντισυστημικές, όπως η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και το ακροδεξιό κόμμα της, ο Εθνικός Συναγερμός, η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων αποτελεί, αντίθετα, μια σημαντική ευκαιρία.
Η Λεπέν επενδύει στην ακρίβεια και τη στεγαστική κρίση
Το κόστος ζωής «θα είναι το κυρίαρχο ζήτημα της προεκλογικής εκστρατείας», δήλωσε ο Αλεξάντρ Λουμπέ, βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού και ένας από τους βασικούς διαμορφωτές της οικονομικής πλατφόρμας της Λεπέν.
«Το πλεονέκτημά μας είναι ότι έχουμε επιδείξει μεγάλη συνέπεια σε αυτό το ζήτημα. Είναι κάπως όπως συμβαίνει με τη μετανάστευση: οι πολίτες έχουν ήδη συνδέσει το κόμμα μας με αυτά τα θέματα», σημείωσε.
Η Λεπέν, η οποία θεωρείται φαβορί για τις προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης, έχει αναδείξει εδώ και καιρό το κόστος ζωής σε βασικό άξονα της πολιτικής της ατζέντας, αξιοποιώντας παράλληλα τα οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η γαλλική κυβέρνηση.
Στην πρώτη της προεκλογική εμφάνιση έθεσε τη δυνατότητα πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή κατοικία ως βασικό θέμα της εκστρατείας της, ενώ ενίσχυσε τις δεσμεύσεις της για την προστασία των συνταξιούχων από τις επερχόμενες δημοσιονομικές πιέσεις.
Η βετεράνος της γαλλικής ακροδεξιάς προωθεί επίσης τη μείωση των φόρων στην ενέργεια, απορρίπτοντας τις επικρίσεις ότι οι προτάσεις της δεν είναι οικονομικά βιώσιμες.
Στο συνέδριο του κόμματός της την περασμένη εβδομάδα, η Λεπέν επιχείρησε να προβάλει ένα μήνυμα αλλαγής και ελπίδας. Μάλιστα, υιοθέτησε ως προεκλογικό σύνθημα τη λέξη «Αναγέννηση» («Renaissance»), η οποία είχε αποτελέσει και το σύνθημα του πολιτικού αντιπάλου της, του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν.
Η επιλογή ενός θετικού τόνου δεν ήταν τυχαία, εξήγησε ο Λουμπέ.
«Υπάρχει μια αίσθηση μελαγχολίας στη χώρα. Πρέπει να προσφέρουμε λίγη ελπίδα, ένα όραμα, μια κατεύθυνση», ανέφερε.
Η νεολαία και η οικονομική δυσαρέσκεια
Τα πρόσφατα κινήματα διαμαρτυρίας που έχουν σαρώσει την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και, σε μικρότερο βαθμό, τη Γερμανία, έχουν ως κοινό παρονομαστή τα παράπονα για το κόστος ζωής, με ιδιαίτερη έμφαση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενιές.
Οι κινητοποιήσεις αυτές θυμίζουν την οργή που καταγράφηκε στις ΗΠΑ, όπου οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι οι νέοι Αμερικανοί θεωρούν πως η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώνεται και ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση.
«Η συζήτηση για την οικονομική προσιτότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώνεται με σαφείς ταξικούς όρους», δήλωσε η Πένι Νάας, ανώτερη αντιπρόεδρος του διατλαντικού think tank German Marshall Fund.
«Εάν είσαι Αμερικανός, δεν ανήκεις στα εύπορα στρώματα και οι ενεργειακές δαπάνες καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού σου εισοδήματος, τότε αισθάνεσαι πολύ πιο έντονα τις επιπτώσεις της σημερινής κατάστασης», εξήγησε.
Η ίδια εντόπισε αντίστοιχες τάσεις και στην Ευρώπη, παραπέμποντας στις μαθητικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, οι οποίες ξεκίνησαν από σχετικά φτωχότερα προάστια των πόλεων.
Οι κεντρώοι δυσκολεύονται να απαντήσουν στη δυσαρέσκεια
Μέχρι στιγμής, οι κεντρώοι υποψήφιοι δυσκολεύονται να διαμορφώσουν ένα πειστικό πολιτικό μήνυμα για να αντιμετωπίσουν το ζήτημα.
Ο βασικός κεντρώος αντίπαλος της Λεπέν, ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ, δεν έχει καταφέρει να κερδίσει σημαντικό έδαφος με μια πρόταση που στηρίζεται κυρίως στον οικονομικό ρεαλισμό.
Ανάλογη πίεση δέχονται και οι συντηρητικοί Χριστιανοδημοκράτες της Γερμανίας, υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, μετά από μια σειρά εκλογικών ηττών.
Το κόμμα έχει χάσει έδαφος τόσο απέναντι στην ακροδεξιά στα ανατολικά κρατίδια όσο και απέναντι στη ριζοσπαστική αριστερά στο Βερολίνο.
«Αυτό που καταδεικνύουν αυτές οι εκλογές είναι ότι, αν θέλεις να κερδίσεις την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη των πολιτών, δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τον λαϊκισμό προσπαθώντας απλώς να υπερασπιστείς το status quo», δήλωσε η Σίγκριντ Φρις, 32χρονη ευρωβουλευτής του Δανικού Σοσιαλφιλελεύθερου Κόμματος.
«Αυτοί που κέρδισαν αυτή την εκλογική αναμέτρηση είναι οι νέοι, οι προοδευτικοί, οι δυνάμεις που πραγματικά εκπροσωπούν την αλλαγή», πρόσθεσε.
Πηγή: skai.gr





























