Λεπτή είναι η γραμμή πάνω στην οποία κινείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να επανεκκινήσει την ανταγωνιστικότητα της Γηραιάς Ηπείρου, βασικό στοιχείο για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Ένωσης. Αυτό γιατί ο τελικός στόχος σε πολλούς φακέλους φαίνεται να είναι η «ενισχυμένη συνεργασία» μεταξύ των κρατών-μελών, δηλαδή λύσεις à la carte μεταξύ των πρωτευουσών που το επιθυμούν, και όχι κατ’ ανάγκην και των 27.
Στην επιστολή που η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν απέστειλε στους ηγέτες ενόψει του «άτυπου δείπνου εργασίας» για την ανταγωνιστικότητα την Πέμπτη, που συγκαλεί ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα στο κάστρο Alden Biesen, περίπου 80 χιλιόμετρα ανατολικά των Βρυξελλών, εξηγείται ξεκάθαρα ότι «η φιλοδοξία» είναι να προχωρήσουν οι 27, ότι δεν πρέπει να υπάρξει «δειλία» και, εφόσον χρειαστεί, να αξιοποιηθεί η δυνατότητα που προβλέπουν οι Συνθήκες για «ενισχυμένη συνεργασία», δηλαδή προχωρημένη ολοκλήρωση με τουλάχιστον εννέα κράτη-μέλη.
Τη θέση αυτή έχει υποστηρίξει και ο Μάριο Ντράγκι στην Έκθεσή του για την Ανταγωνιστικότητα, την οποία επανέφερε πρόσφατα με τον όρο «πραγματιστικός φεντεραλισμός». Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας θα συμμετάσχει στην πρωινή συνεδρίαση της συνάντησης στο κάστρο Alden Biesen.
Στόχος του άτυπου αυτού ραντεβού είναι η κατάρτιση μιας σαφούς ατζέντας με συγκεκριμένες δεσμεύσεις, ύστερα από χρόνια προβληματισμών και συζητήσεων για την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς, της Ένωσης Κεφαλαιαγορών ή της Ενεργειακής Ένωσης. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ανάγκη για απλοποίηση, αποσυμφόρηση και επιτάχυνση (ένα μότο που επαναλαμβάνεται εδώ και τουλάχιστον έναν χρόνο). Από την άλλη, υπάρχει η διαδικασία λήψης αποφάσεων που αναγνωρίζει ρόλο σε κάθε θεσμικό όργανο της ΕΕ (Επιτροπή, Συμβούλιο και Κοινοβούλιο) και η οποία συχνά μπλοκάρει.
Πρόσφατα, ορισμένα κράτη, με πρώτη τη Γερμανία, εξέφρασαν ενόχληση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις αποφάσεις του σχετικά με τη Mercosur και, νωρίτερα, για την απλοποίηση των πράσινων κανόνων που επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις. Με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, που έχει θέσει υπό πίεση τη διατλαντική σχέση, και με σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις προ των πυλών (την άνοιξη στην Ουγγαρία, και το επόμενο έτος σε Γαλλία, Ιταλία και Πολωνία), οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν δείχνουν πλέον διατεθειμένες να συμβιβαστούν.
Γερμανία και Ιταλία το κατέστησαν σαφές στο έγγραφο για την ανταγωνιστικότητα που συμφωνήθηκε κατά τη διάρκεια της διμερούς συνάντησης μεταξύ του Φρίντριχ Μερτς και της Τζόρτζια Μελόνι στη Ρώμη, στις 23 Ιανουαρίου. Στο ίδιο πνεύμα συγκάλεσαν και μια προπαρασκευαστική σύνοδο την Πέμπτη, με τη στήριξη και του Βέλγου πρωθυπουργού Μπαρτ ντε Βέβερ. Θα συμμετάσχουν πολλά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία, παρουσία όχι αυτονόητη, καθώς σε αυτή την περίπτωση το Παρίσι έχει αντικατασταθεί από τη Ρώμη στην «προνομιακή σχέση» με το Βερολίνο. Μια αλλαγή που δεν πέρασε απαρατήρητη στις Βρυξέλλες. Αναμένεται ευρεία συμμετοχή, με χώρες όπως η Ολλανδία, τα σκανδιναβικά κράτη, οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία.
Στο αναλυτικό έγγραφο Ιταλίας και Γερμανίας ξεχωρίζει το σκέλος για την απλοποίηση, καθώς ουσιαστικά προτείνεται να τεθούν η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπό την «εποπτεία» των κρατών, στο όνομα της νομοθετικής αποτελεσματικότητας.
Για τη Ρώμη και το Βερολίνο υπάρχει επείγουσα ανάγκη για «ρήξη με το παρελθόν», που μεταφράζεται στην απόσυρση πολλών πρωτοβουλιών της Επιτροπής οι οποίες έχουν κολλήσει στις νομοθετικές διαδικασίες και χαρακτηρίζονται ως «πρωτοβουλίες-ζόμπι». Κυρίως, όμως, ζητούν «συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγηση των τροπολογιών που προτείνονται από τους συννομοθέτες (Κοινοβούλιο και Συμβούλιο), προκειμένου να διαπιστώνεται εάν οι προτεινόμενες αλλαγές συνεπάγονται πρόσθετα βάρη και/ή παραβιάζουν τις αρχές της επικουρικότητας, της αναλογικότητας και της κατανομής αρμοδιοτήτων».
Προβλέπεται επίσης ένα «φρένο έκτακτης ανάγκης», με δυνατότητα παρέμβασης όταν η νομοθετική δραστηριότητα προκαλεί ανησυχία λόγω «πρόσθετων διοικητικών βαρών για τις επιχειρήσεις και τις εθνικές αρχές». Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι «η απλοποίηση αποτελεί ζήτημα που αφορά τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων» και ζητείται από τη φον ντερ Λάιεν «να λογοδοτεί εφεξής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο».
Τα θέματα της συνάντησης είναι πολλά: από το 28ο ευρωπαϊκό καθεστώς για την ίδρυση start-up και scale-up μέσα σε δύο ημέρες, ώστε να διευκολυνθεί η διασυνοριακή δραστηριότητα, έως την ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, τη νομοθετική απλοποίηση, τη διαφοροποίηση των αγορών και τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Προτείνοντας τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μέσου κοινού δανεισμού για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στο μέλλον, ο Εμανουέλ Μακρόν ρίχνει και πάλι στο τραπέζι μια ιδέα που ήταν για χρόνια ταμπού, στην οποία όμως έχει μεταστραφεί σιγά σιγά η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια, είτε πρόκειται για τη χρηματοδότηση της ανάκαμψης μετά την Covid, τον επανεξοπλισμό ή ακόμη τη βοήθεια στην Ουκρανία.
Ο Γάλλος πρόεδρος προειδοποιεί επίσης τους Ευρωπαίους ότι οι εμπορικές «απειλές» και «εκφοβισμοί» των ΗΠΑ δεν έχουν «τελειώσει» και ότι θα «σαρωθούν», αν δεν επιβάλουν μια «ευρωπαϊκή προτίμηση» στους στρατηγικούς τομείς έναντι του αμερικανικού και του κινεζικού ανταγωνισμού.
Ο Μακρόν υπολογίζει τις ανάγκες για δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις στην ΕΕ σε «περίπου 1,2 τρισεκατομμύριο ευρώ το χρόνο», συνυπολογίζοντας τις ανάγκες «στις πράσινες και ψηφιακές τεχνολογίες» και «στην άμυνα και την ασφάλεια».
«Υπάρχουν απειλές και εκφοβισμοί. Και μετά, μεμιάς, η Ουάσινγκτον οπισθοχωρεί. Και πιστεύουμε ότι τελείωσε. Αλλά μην το πιστεύετε ούτε στιγμή. Καθημερινά, υπάρχουν απειλές σχετικά με τα φάρμακα, την ψηφιακή τεχνολογία...», λέει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «όταν υπάρχει μια επίθεση», «δεν πρέπει να σκύβουμε το κεφάλι ούτε να προσπαθούμε να βρούμε μια διευθέτηση». «Δοκιμάσαμε επί μήνες αυτή τη στρατηγική, δεν αποδίδει. Κυρίως όμως οδηγεί στρατηγικά την Ευρώπη να αυξήσει την εξάρτησή της», εκτιμά.






























