Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους ήταν άμεση και σκληρή. Η Δύση εξαπέλυσε μια σαρωτική οικονομική επίθεση κατά του Κρεμλίνου, απαγορεύοντας τις εισαγωγές ρωσικών προϊόντων, αποκλείοντας τη Ρωσία από τα συστήματα πληρωμών και επιβάλλοντας ανώτατο όριο στην τιμή πώλησης του ρωσικού πετρελαίου, με στόχο να στερήσει από το Κρεμλίνο πολύτιμα έσοδα.
Φτάνοντας στο 2026 όμως, όπως σημειώνει το CNN, το πλοίο Agioi Fanendes, υπό σημαία Μάλτας, μεταφέρει 300.000 βαρέλια ρωσικού ντίζελ με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτυπώνοντας με εντυπωσιακό τρόπο τη θεαματική αλλαγή στάσης της Ουάσιγκτον απέναντι στη Μόσχα.
Η προθυμία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να προσφέρει στη Ρωσία χαλάρωση των κυρώσεων και να συνάψει επιχειρηματικές συμφωνίες με τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται, υπονομεύει σταδιακά το καθεστώς της Ρωσίας ως διεθνούς παρία. Παράλληλα, πλήττει τις πολυετείς προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους να τιμωρήσουν και να απομονώσουν τη ρωσική οικονομία, ως απάντηση στην εισβολή του Πούτιν στη γειτονική χώρα.
«Στις αρχές του 2022, επικρατούσε η πολύ ισχυρή αντίληψη ότι δεν θέλαμε ούτε σταγόνα ρωσικού πετρελαίου να φτάσει στις αμερικανικές ακτές. Και αυτό δεν ίσχυε μόνο για την αμερικανική κυβέρνηση, αλλά και για τον επιχειρηματικό κόσμο», δήλωσε ο Μπεν Χάρις, ο οποίος εκείνη την περίοδο, υπό την ιδιότητά του ως υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, είχε ενεργό ρόλο στις προσπάθειες επιβολής κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Οι ενέργειες του Τραμπ δείχνουν ότι «δεν αποδίδει ουσιαστική αξία στην επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας και δεν θεωρεί ότι οι κυρώσεις μπορούν να αποτελέσουν μέσο για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία», πρόσθεσε ο Χάρις, ο οποίος σήμερα είναι αντιπρόεδρος και διευθυντής του προγράμματος οικονομικών μελετών στο Ινστιτούτο Brookings.
«Δεν είναι καν σαφές αν ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη ρωσική επιθετικότητα ως πρόβλημα», δήλωσε στο CNN, χαρακτηρίζοντας τις πρόσφατες κινήσεις του Τραμπ «εξαιρετικά απογοητευτικές».
Η αμφιλεγόμενη απόφαση του Τραμπ να αγοράσει ντίζελ από τη Ρωσία ελήφθη λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία η εκτίναξη των τιμών των καυσίμων αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που απασχολούσαν τους ψηφοφόρους.
Η τιμή του ντίζελ έχει ξεπεράσει τα 6 δολάρια ανά γαλόνι, για πρώτη φορά στα χρονικά, από 3,76 δολάρια που ήταν κατά μέσο όρο σε εθνικό επίπεδο πριν από τον πόλεμο με το Ιράν. Παράλληλα, η μέση τιμή της βενζίνης έχει ξεπεράσει τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι 3 δολαρίων πριν από έναν χρόνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικανικής Ένωσης Αυτοκινήτων (AAA).
Ωστόσο, οι αγορές ντίζελ από τη Ρωσία δεν πρόκειται να συμβάλουν καθόλου στην αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων. Τα φορτία που μεταφέρει το Agioi Fanendes αντιστοιχούν μόλις στο 10% περίπου της ημερήσιας κατανάλωσης πετρελαϊκών προϊόντων από τον τομέα των μεταφορών στις ΗΠΑ και μόνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπηρεσίας Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ (EIA).
Ακόμη και αν εισάγονταν και τα 2,2 εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού ντίζελ, όπως προβλέπει το σχέδιο του Τραμπ, η ποσότητα αυτή δεν θα επαρκούσε για να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες των Ηνωμένων Πολιτειών ούτε για μία ημέρα.
Από διεθνής παρίας, ξανά στο προσκήνιο;
Ωστόσο, η συγκεκριμένη συμφωνία ενδέχεται να αποτελέσει την πρώτη από μια σειρά εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, σηματοδοτώντας μια εντυπωσιακή στροφή από την πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Αυτές οι ενδεχόμενες επιχειρηματικές συμφωνίες - οι οποίες, σύμφωνα με δημοσιεύματα, εκτείνονται από τη δημιουργία κέντρων δεδομένων (data centers) από κοινού με τη Ρωσία έως τη συνεργασία σε έργα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Αρκτική - προωθούνται παρά το γεγονός ότι δεν έχει επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία και χωρίς να φαίνεται να τίθενται όροι που θα υποχρέωναν τη Μόσχα να τερματίσει τη στρατιωτική της επιθετικότητα.
Η συμφωνία για την αγορά ντίζελ ενδέχεται να αποτελεί την «πρώτη ένδειξη» αυτής της νέας προσέγγισης, «γεγονός που προκάλεσε έντονη ανησυχία για το τι μπορεί να προμηνύει στο άμεσο μέλλον», δήλωσε ο Τόμας Ράιτ, ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Brookings, think tank με έδρα την Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters την Τρίτη, αναμένεται μέσα στις επόμενες εβδομάδες να ολοκληρωθεί συμφωνία για την εξαγορά των διεθνών περιουσιακών στοιχείων του ρωσικού πετρελαϊκού κολοσσού Lukoil, από κοινοπραξία στην οποία συμμετέχουν και Αμερικανοί επενδυτές.
Δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο - ή ακόμη και αν - το Κογκρέσο, όπου την πλειοψηφία ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, θα μπορούσε να επηρεάσει τις υφιστάμενες ή μελλοντικές συμφωνίες με τη Ρωσία. Ωστόσο, ο Τραμπ εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα άσκησης βέτο, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να επιβάλει τη δική του γραμμή και να διατηρήσει τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής.
Πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, η κυβέρνηση Τραμπ και το Κρεμλίνο είχαν συζητήσει το ενδεχόμενο άρσης των αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου, η αξία του οποίου ανέρχεται σε αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε επιβάλει για πρώτη φορά τις κυρώσεις μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, χαρακτηρίζοντας το ταμείο «γνωστό μηχανισμό διοχέτευσης μαύρου χρήματος» προς όφελος του Πούτιν και του στενού του κύκλου.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η κυβέρνηση ακολουθεί την «καθιερωμένη διαδικασία» για την αξιολόγηση του ενδεχομένου άρσης των κυρώσεων σε βάρος του ταμείου, «στο πλαίσιο των προσπαθειών για τη βελτίωση των σχέσεων ΗΠΑ–Ρωσίας και τη συμβολή στον τερματισμό του πολέμου».
Σε μία ακόμη ένδειξη της διαλλακτικής στάσης του Τραμπ απέναντι στον Πούτιν, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέστειλε την εφαρμογή κυρώσεων που αφορούσαν τις πωλήσεις ρωσικών ορυκτών καυσίμων, λίγες ημέρες προτού αυτές τεθούν σε ισχύ τον περασμένο μήνα, προκαλώντας αντιδράσεις τόσο από τους Δημοκρατικούς όσο και από τους Ρεπουμπλικανούς.
Τα συγκεκριμένα μέτρα περιλαμβάνονταν στον νόμο Graham Act, ο οποίος πήρε το όνομά του από τον γερουσιαστή Lindsey Graham, γνωστό για τη σκληρή στάση του απέναντι στη Ρωσία, ο οποίος πέθανε τον Ιούλιο. Ο νόμος Graham Act προέβλεπε επίσης την επιβολή δασμών στις πέντε χώρες που εισάγουν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου ή φυσικού αερίου, μεταξύ των οποίων και η Ινδία.
Αντίθετα, η συμφωνία για την αγορά ντίζελ από τη Ρωσία θα μπορούσε να καθησυχάσει την Ινδία και άλλες χώρες που αγοράζουν ρωσικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, περιορίζοντας τους φόβους τους για ενδεχόμενες κυρώσεις ή άλλες συνέπειες, εκτιμά η Ελίνα Ριμπάκοβα, ανώτερη ερευνήτρια στο Peterson Institute for International Economics και αντιπρόεδρος εξωτερικής πολιτικής στη Σχολή Οικονομικών του Κιέβου. Όπως πρόσθεσε, η συμφωνία του Τραμπ για την αγορά ρωσικού ντίζελ στέλνει ένα «σημαντικό μήνυμα».
Προειδοποίηση
Μένει να φανεί αν το δεξαμενόπλοιο Agioi Fanendes θα καταφέρει να φτάσει στις αμερικανικές ακτές. Δύο ακόμη δεξαμενόπλοια, στα οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις και τα οποία μετέφεραν ρωσικό ντίζελ με προορισμό τις ΗΠΑ, έχουν ήδη αλλάξει πορεία. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στον δισταγμό των Αμερικανών αγοραστών, οι οποίοι ανησυχούν για τις ενδεχόμενες νομικές συνέπειες, δήλωσε ο Ματ Σμιθ, διευθυντής ερευνών για τις αγορές εμπορευμάτων της Kpler.
Το δεξαμενόπλοιο Agioi Fanendes εξακολουθεί να έχει προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες, «ωστόσο, τις τελευταίες ημέρες κινείται με αργούς ρυθμούς», δήλωσε στο CNN. «Δεν είναι βέβαιο ότι το φορτίο θα εκφορτωθεί, δεδομένης της αβεβαιότητας που επικρατεί, ενώ δεν αποκλείεται να αλλάξει και αυτό πορεία, όπως συνέβη με τα άλλα δύο φορτία», πρόσθεσε.
Αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσε την Πέμπτη στο CNN ότι «σε εφαρμογή της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ του προέδρου Τραμπ και του προέδρου Πούτιν, ρωσικό ντίζελ βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν προς την αγορά, γεγονός που θα συμβάλει στην αποκλιμάκωση των τιμών για τους Αμερικανούς καταναλωτές».
Ωστόσο, η κυβερνήτης του Νιου Τζέρσεϊ, Mikie Sherrill, μέλος του Δημοκρατικού Κόμματος, προειδοποίησε τους διαχειριστές των λιμανιών και των τερματικών σταθμών της πολιτείας ότι η εισαγωγή ρωσικού ντίζελ παραβιάζει την ομοσπονδιακή νομοθεσία και μπορεί να επιφέρει αστικές και ποινικές κυρώσεις. «Το Νιου Τζέρσεϊ δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ στηρίζει τον Βλαντίμιρ Πούτιν εις βάρος των Αμερικανών», δήλωσε τη Δευτέρα μέσω ανακοίνωσής της. «Αντί να μειώνει το κόστος ζωής, συμβάλλει στη χρηματοδότηση του πολέμου του Πούτιν κατά της Ουκρανίας, καθώς και μιας παγκόσμιας εκστρατείας βίας και τρομοκρατίας, η οποία θέτει σε κίνδυνο τους Αμερικανούς στρατιωτικούς που υπηρετούν στο εξωτερικό».
Σύμφωνα με τον Χάρις, από το Ινστιτούτο Brookings, ο ιδιωτικός τομέας αποφεύγει τις αγορές ρωσικού πετρελαίου. «Δεν μπορείς να βρεις αγοραστή για το ρωσικό ντίζελ», δήλωσε. «Αυτό που βλέπουμε είναι ότι ο ιδιωτικός τομέας λειτουργεί με διαφορετικά ηθικά κριτήρια από εκείνα του Λευκού Οίκου».
Πηγή: skai.gr



























