ΚΥΠΕ
Στα φαβορί για το Χρυσό Λιοντάρι της φετινής Μόστρας του κινηματογράφου είναι η κορεατική ταινία «Πιθανός έρωτας» της Λι Τσανγκ-Ντενγκ, «Wild Horse Nine» του Βρετανού Μάρτιν ΜακΝτόνα και «Μια αχτίδα φωτός» του Ιρανού Άλι Ασγκάρι, στα υπόλοιπα σημαντικά βραβεία (Ειδικό της επιτροπής, Βραβείο σκηνοθεσίας και σεναρίου), φαβορί είναι οι ταινίες, «Ένα λεπτό πριν τα μεσάνυχτα» του Νικολά Παριζέ, «Dau» του Ίλια Κχριζανοβσκι, «NAZA» των Γιουβάλ Αβραάμ και Ραχήλ Σορ, «Look Back» του Χιροκάζου Κόρε-έντα και «Κύριε Νέλσον, σκότωσες ανθρώπους;» του Σινία Τσουκαμότο.
Στο μεταξύ, στη χθεσινή επίσημη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την προβολή της ταινίας τους, «ΝΑΖΑ», οι δημιουργοί της ταινίας, Ραχήλ Σορ και Γιουβάλ Αβραάμ, σε ερώτηση αν βλέπουν ομοιότητες ανάμεσα στο Ολοκαύτωμα και τις φονικές επιχειρήσεις στη Γάζα, ο Αβραάμ απάντησε πως «αυτή τη σύνδεση την έκανε ένας από τους στρατιώτες που εμφανίζονται στην ταινία. Αναγνωρίζω τη βάση του συλλογισμού του εν λόγω άνδρα: Όταν λέμε "ποτέ ξανά" και ότι οφείλουμε να διδαχθούμε από όσα συνέβησαν στο Ολοκαύτωμα, ο τρόπος για να το κάνουμε αυτό είναι να εξετάσουμε τα μοτίβα που διακρίνονται και παρατηρούνται στο παρόν. Δεν λέω ότι [η κατάσταση στη Γάζα] είναι ίδια ή πανομοιότυπη. Δεν πιστεύω ότι είναι. Εκείνο όμως που οφείλουμε να κάνουμε είναι να αναγνωρίζουμε αυτά τα παρόμοια μοτίβα απανθρωποποίησης και δολοφονίας».
Παρόλο που στόχος της ταινίας είναι η μαζική παρακολούθηση των Παλαιστινίων και η βιομηχανική διαδικασία των δολοφονιών, «οι πηγές προέρχονται από ανθρώπους που αισθάνονται ντροπή και ενοχή, αλλιώτικα δεν θα δεχόταν να μας μιλήσουν», εξηγεί η Ραχήλ. «Νιώθουν περηφάνια για το επίτευγμα και την εξειδίκευσή τους. Να θυμάστε ότι οι άνθρωποι αυτοί υπηρετούν σε ευαίσθητες μονάδες. Δεν τους ρωτούν συχνά τι ακριβώς κάνουν. Επομένως, η περιέργεια [μας] ασκεί μια γοητεία που τους ωθεί να μιλήσουν».
«Βέβαια, είναι πιο εύκολο να σκοτώνεις ανθρώπους όταν το κάνεις μέσω μιας οθόνης», προσθέτει ο Αβραάμ. «Υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτό, υποθέτω. Αλλά εξίσου πρέπει να ειπωθεί ότι τα στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών είναι εκείνοι που γνωρίζουν τα περισσότερα. Παρακολουθούν τα κινητά τηλέφωνα. Ξέρουν ότι το σπίτι που βομβαρδίζουν είναι γεμάτο παιδιά. Μπορούν να ακούσουν μωρά να κλαίνε. Κι όμως, διατάζουν ένα ακόμη πλήγμα».
Μετά την πρεμιέρα της ταινίας τους, «Καμιά άλλη γη», στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 2024, το πατρικό σπίτι του Αβραάμ έγινε στόχος ακροδεξιού όχλου. Σε ερώτηση πώς το βλέπει σήμερα, ο Αβραάμ συνέχισε: «ναι, για τη μητέρα μου ήταν τρομακτικό. Αλλά πήγε και κοιμήθηκε στο σπίτι της αδελφής μου, και το σπίτι της είναι ακόμα εκεί. Για τόσους πολλούς Παλαιστίνιους, δεν είναι κάποιος όχλος ακροδεξιών που έρχεται στο σπίτι τους: είναι μπουλντόζες και όπλα που χρηματοδοτούνται από τις ΗΠΑ. Φανταστείτε αν ένας Παλαιστίνιος δημοσιογράφος στη Γάζα προσπαθούσε να κάνει αυτό που κάναμε εμείς και τηλεφωνούσε σε ανώτατα ισραηλινά στελέχη. Δεν υπάρχει σύγκριση. Το πιθανότερο είναι ότι θα δολοφονούνταν».
Στην ερώτηση, πώς όμως αυτοί οι άνδρες συνέβαλαν στη θανάτωση δεκάδων χιλιάδων αμάχων, ο Αβραάμ δεν δείχνει να είναι σίγουρος. «Οφείλω να πω ότι δεν έχω σαφή απάντηση για το γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι συμμετείχαν σε αυτό. Και γιατί τόσο λίγοι —στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζω κανέναν— αρνήθηκαν να το κάνουν την ώρα που συνέβαινε. Είναι τρομακτικό το τι μαρτυρά αυτό για το κράτος του Ισραήλ. Όταν γίνεται λόγος για γενοκτονία, συχνά περιγράφεται ως κάτι που διαχέεται στην κοινωνία, μια γενική ατμόσφαιρα που κανονικοποιεί τον θάνατο. Όταν όλοι οι άλλοι το κάνουν, είναι ευκολότερο να μην υποβάλλεις ερωτήματα».



























