ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Λυθροδόντας: Γεννήθηκε το 1834 και πέθανε το 1960 σε ηλικία 127 ετών

Η απίστευτη ιστορία του Παναγή Ζεβεδαίου

24news team

"ΕΙΜΑΙ 124 χρονών. Εγεννήθηκα τὸν Φεβράρη τοῦ 1834"...

Και, όμως, είναι αληθινό. Ο Παναγής Ζεβεδαίος απεβίωσε το 1960 σε ηλικία 127 ετών. Σε μια εποχή, μάλιστα, όπου ο μέσος όρος ζωής ήταν πολύ- μα πολύ - πιο κάτω.

Στο κοιμητήριο του χωριού Λυθροδόντα βρίσκεται ο τάφος του στον οποίο αναγράφεται ότι απεβίωσε στις 22 Ιουλίου 1960 σε ηλικία 127 ετών.

Σε ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1957 στο περιοδικό Times Of Cyprus, ο δημοσιογράφος Άλκης Ανδρεου συνομίλησε με τον Παναγή Ζεβεδαίο ο οποίος του αποκάλυψε τότε πως ήταν 124 ετών. Του περιέγραψε μάλιστα πως ήταν η ζωή του στο χωριό του Λυθροδοντα, όπου όλοι ηλικιωμένοι με όσους μίλησε ο δημοσιογράφος τον θυμόντουσαν γέρο από τον καιρό που ήταν παιδιά. Ο ίδιος περιέγραψε και τις μνήμες που είχε από γεγονότα που προηγήθηκαν πολλές δεκαετίες πριν.

Διαβάστε τη συνέντευξη που είχε δημοσιεύσει το περιοδικό Cyprus Times:

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὰ λέει αὐτὰ εἴναι ἕνας καλοστεκούμενος γέρος ἀπὸ τὸ Λυθροδόντα, ὁ Παναγῆς Ζεβεδαίου. Στὸ καφενεῖο τοῦ χωριοῦ, ὅπου τὸν κουβεντιάσαμε, ἦταν κι' ἄλλοι γέροι, κανένας ὅμως δὲν τὸν θυμᾶται νέο.

Τὸν ρωτᾶμε ἄν ζῆ κανένας ἀπὸ τοὺς συνομήλικούς του. Κάνει μια χειρονομία καὶ ἀπαντᾶ:

-Οῦ, ἐπεθάναν ούλλοι τους.

Τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς διηγηθῆ τίποτε παληὲς Ιστορίες τῆς τουρκοκρατίας.

– Ιντα ἱστορίες; Ἔτο, ἐγιὼ ἔζιουν "πὰ στὰ βουνὰ τζι' ἔτρωα ψουμίν κλιθαρένον τζιαὶ πύτερα. ῎Α, ναι. "Εσιει πει μιὰν μιὰν ἰσ Ιστορίαν ὁ παππούς μου ποὺ ἐσκότωσεν τὸν ᾿Αρναούτην (᾿Αρβανίτην) ἀμμά...

Δείχνει κάπως ἀπρόθυμος νὰ συνεχίση, ὕστερα ὅμως ἀπὸ λίγη σκέψη έξακολου θεῖ:

-῎Ετο, μιὰν ἡμέραν ὁ παππούς μου ἐστρέφετουν ποὺ τὴν χώραν. (Έπαιρνεν ξύλα μὲ τὸ χτηνὸν τζι᾿ ἐποῦλεν τα). Δαμέ παππέξω ποὺ τὸ χωρκὸν βρίσκει ἕναν 'Αρναούτην. «Στράφου νὰ μὲ πάρης στη χώ ρα», λαλεί του. «Ποῦ νὰ στραφώ, λαλεῖ του ὁ παππούς μου, ποὺ ὅσσον τζι' ἦρτα τωρὰ τζιαὶ καρτερούν με ἔσσω»... Νὰ μὲν μὲν τὰ πολλυλοῶ, ἐθύμωσεν ὁ ᾿Αρναούτης, ἐν θύμωσεν τζι᾿ ὁ παππούς μου. Τζιαὶ ᾿πὰ στὸν θυμόν του ὁ παππούς μου ταβρᾶ τὴν πιστόλαν ποὺ τὴν ζώστραν του τζιαὶ φέγγει τού την τοῦ ᾿Αρναούτη. Ποὺ τότε τζιεῖν' τὸν τόπον λαλοῦμεν τον «'Αρναούτην»...

Σταματά λίγο νὰ ξεκουραστῆ. Βρίσκουμε εὐκαιρία νὰ τὸν ρωτήσουμε ἄν θυμᾶται τὴν ἄφιξη τῶν "῎Αγγλων στην Κύπρο. Μᾶς κοιτάζει σὰ νὰ μὴ καταλαβαίνη στὴν ἀρ χὴ κι' ὕστερα θυμωμένος ἀπαντᾶ:

-῎Αν ἀθθυμοῦμαι, λαλεῖ; Σιόρ, ἤμουν κοτζιάμου ἄδρωπος. ᾿Αθθυμοῦμαι σὰν νάτουν ἐχτές. ᾿Αφοῦ ἐδούλεψα μαζίν τους ποὺ ἐκάμναν τὸν δρόμον ποὺ τὴ χώραν στὸ χωρκόν. Μάλιστα, ἕνας Εγγλέζος ἐπέθανεν τζιαμαὶ ποὺ ἐσγάφταν, τζιαὶ καὶ θά ψαν τον τρεῖς ἀσιελλιὲς ποὺ τὴν στράτα Έν είδετε το νεκροταφείον σὰν ἔρκεστσον;

Πραγματικά, στ' ἀριστερὰ τοῦ δρόμου σώζεται ἀκόμα ὁ μικρός περιφραγμένος χῶρος.

-Πέ μας τζι' ἄλλα ποὺ τὴν ζωήν σου γέρο-Παναῆ.

-Η ζωή μου! Ἔτο, ἔζησα τόσα χρό νια τζι᾽ ἔν ἀρρώστησα ποττέ! Μανιχά τώ ρα τελευταία σὰν νὰ πονῶ τὴν τζιεφαλήν μου. Πριχοῦ νὰ παντρεφτῶ ἔζιουν πὰ στὰ βουνά, βοσκός.

-Πόσων χρονών ἤσουν ποὺ ἐπαντρέφτηκες;

-᾿Αλώπως ἤμουν 'πὰ στὰ πενήντα. Η γεναῖκα μου ήτουν σαραντάρα... Γιατί τζιαὶ ποὺ λαλῆτε ἅμα ἐπαντρέφτηκα έκα τέβηκα στο χωρκόν τζι' ἔκαμνα τὸν και σάπην. Πωτζιεῖ ποδά, οἰκονομούσαμέν τα. Ἤτουν μιτσὴν τὸ χωρκόν, τότε, ἄντζιακκι σαράντα σπίδκια τζι' ήτουν τζιαὶ ἀνομ βρία.

-Μὲ τοὺς Τούρκους πῶς τὰ ἐπερνού σετε;

-Μὲ τοὺς Τούρκους; Ε, μιὰ βολάν ἐ πιάσαν με τζιαὶ κάμαν με τοῦ ἀλαδκιοῦ.

Τὸ «φλὰς» τῆς φωτογραφικῆς τὸν ξα φνιάζει. Στρέφεται στοὺς διπλανούς του καὶ ρωτάει χαμηλόφωνα:

-Ινταν ποὺ μοῦ κάμνουν:

-Εν φωτογραφίαν ποὺ σοῦ φκάλλουν γέρο-Παναῆ.

-῎Α, ἐν φωτογραφίαν.

Στὴν ἐκκλησιὰ

᾿Αφήνουμε το καφενεῖο καὶ ὁ γέρο Παναγῆς μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ ᾿Αγίου Θεράποντος. Στο δρόμο συναντούμε ἕνα γεροντάκι.

-Ξέρεις τον τοῦτον γέρο-Παναῆ;

-" Ιντα τοῦτος ἐν κοπελλοῦδιν σιόρ.

Ρωτοῦμε τὸ «κοπελλοῦδι»:

-Πόσων χρονῶν εἶσαι;

- Έκλεισα τοὺς 82, ἂν ἀθθυμοῦμαι καλά. .

–᾿Αθθυμᾶσαι τὸν γέρο-Παναῆν;

-"Ήμουν δέκα χρονών τζιαὶ τζιεῖνος ἤ τουν κοτζιάμου ἄδρωπος.

Πάνω ἀπὸ μιὰ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς ὑ πάρχει μιὰ σκαλιστή πλάκα ποὺ ἀναφέρει ὅτι «ὁ ναὸς ἀνεκαινίσθη ἐκ θεμελίων» τὸ 1863.

– Εδούλεψα ἀρκάτης ποὺ τὴν ἐχτίζαν, λέει ὁ γέρο-Παναγῆς.

–᾿Αθθυμοῦμαι, στὸ ἱερὸν τῆς παληᾶς ἐκκλησιᾶς εἶσιεν μιὰν εἰκόναν τοῦ ᾿Αρχαντζιέλου Μιχαήλ. Ἐφοοῦνταν νὰ τὴν γκρεμμίσουν. Στο τέλος, κάποιος Ἐπιφάνης – ἀρκάτης τζιαὶ τοῦτος – ἄρπαξεν ἔναν κοῦσπον τζιαί – καλὰ νάσαι έτην κά- τω.

– Έπαθεν τίποτε;

-Επέθανεν... ὕστερα ποὺ δέκα χρόνια.

Δώδεκα ἐγγόνια καὶ εἰκοσιπέντε δισέγγονα

Ρωτοῦμε τὸν ὑπεραιωνόβιο Κύπριο νὰ μᾶς πῆ πόσα παιδιά έκανε.

Ἔκαμα ὀχτώ, ἀμμὰ ἔν τζιαὶ ζιοῦν οὖλ. τζιαὶ δώδεκα ἀγγόνια τζιαὶ καμμιάν 'κοσπενταρκάν δισάγγονα. Ε, τὰ τρισάγγονά μου ἔν μόνον δκυό.
Κάνουμε τὸν λογαριασμό. "Αν μαζευόντουσαν ὅλοι τῆς οἰκογένειας ὁ ἀριθμὸς θὰ ξεπερνοῦσε τοὺς πενῆντα μὲ τοὺς γαμπροὺς καὶ τὶς νῦψες.

–Ὁ μεγαλλύττερος ἄγγονάς μου ἔν 47 χρονῶν συνεχίζει ὁ γέρο-Παναγῆς. Ἡ γεναῖκα μου ἐπέθανεν νέα. Ήτουν 80 χρονῶν. Ἕνας ποὺ τοὺς γυιοῦδες μου ἔν χασιμιος. . Ἔφυεν τζι' ἐπῆεν στὴν ᾿Αμερικήν, γιὰ νὰ πάη στὸ φεγγάριν!

-Καπνίζεις;

-"Οτ, γυιέ μου.

-Πίνεις;


-Ε, καμμιάν καντήλαν ζιβάναν κάπου κάπου... Τωρά ὅμως νηστεύκω. "Έρκεται Πάσκαν.

-Ἔσιεις καμμιὰν ἐπιθυμίαν γέρο-Παναῆ;

-Καλό! Θέλω πριχοῦ πεθάνω ν' ἀλλαξη τζιαὶ τούτη ἡ κυβέρνηση.

-Δηλαδή;

-Νάρτη ἡ Ἑλλάδα γυιέ μου.

Ἐξακολουθεῖ νὰ ἐργάζεται

Ο γέρο-Παναγῆς, παρόλα τά.... 124 χρόνια του ἐξακολουθεῖ νὰ ἐργάζεται φυ τεύοντας δέντρα ή «πηγαίνοντας στις ἐ ληές». Κοιμάται καὶ ξυπνᾶ ἐνωρίς. Λιτός στὸ φαΐ του δὲν τρώει συχνά κρέας. ᾿Από τὰ χαράματα ξεκινάει ἀπὸ τὸ σπίτι του μένει μαζὶ μὲ μιὰ ἐγγονή του καὶ κά νει μακρινούς περιπάτους μὲ μόνο σύντρο φο τὸ χοντροκομμένο μπαστούνι του. Τρι γυρίζει στα χωράφια, στοὺς ἐλαιῶνες μὲ τὰ αἰωνόβια δέντρα, αἰωνόβιος ὑπερ αιωνόβιος – κι' αὐτός...

Το ρεπορτάζ δημοσιέυτηκε ξανά, πρόσφατα, σε σελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου αναρτήθηκε και η φωτογραφία του τάφου του.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Κοινωνία: Τελευταία Ενημέρωση