ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Κυριακή της Απόκρεω ή Σήκωσες: Τι γιορτάζουμε σήμερα

Έθιμα του τόπου μας και της Ελλάδας

Η Κυριακή της «της Απόκρεω», όπως ονομάστηκε, η τρίτη του Τριωδίου, είναι η τελευταία ημέρα κρεοφαγίας για τους Χριστιανούς.

Η τρίτη εβδομάδα του Τριωδίου (15-21 Φεβρουαρίου 2026) ονομάζεται και εβδομάδα της Τυροφάγου ή Τυρινής, επειδή όλες τις ημέρες γίνεται κατάλυση σε όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα, του αυγού, των ψαριών και του ελαιολάδου, απαγορεύεται όμως η κρεοφαγία, εκτός από την Κυριακή των Απόκρεω. Στα έθιμα της περιόδου, σε έξαρση βρίσκονται οι καρναβαλικές εκδηλώσεις.

Στις Εκκλησίες διαβάζεται η περικοπή από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου (κεφ. ιε', 31-46), που αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία και την κρίση που θα ακολουθήσει.

Λέγεται επίσης, απόκριες, Απόκρεω, της Τυροφάγου, γιατί την εβδομάδα αυτή τρώνε μόνο γαλακτοκομικά και όχι κρέας, για να προετοιμαστούν σιγά – σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Ανάλογη με την ελληνική λέξη Αποκριά είναι και η λατινική λέξη Καρναβάλι (Carneval, Carnevale, από τις λέξεις Carne=κρέας και Vale=περνάει).

Έθιμα σε περιοχές της Κύπρου
Οι Αποκριές στην Κύπρο λέγονται «Σήκωσες». Αρχίζουν από την Κυριακή της Απόκρεω, που λέγονται και «Σήκωσες της Κρεατινής» και διαρκούν μια βδομάδα, μέχρι την επόμενη Κυριακή, τις «Σήκωσες της Τυρινής».

Πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχουμε την «Τσικνοπέφτη», γιατί αναδίδεται από τις καπνοδόχους των σπιτιών η τσίκνα από τα κρέατα που ψήνονται.

Το Σάββατο που ακολουθεί λέγεται πρώτο Ψυχοσάββατο. Ψυχοσάββατο, γιατί είναι αφιερωμένο στις ψυχές των πεθαμένων και πρώτο, γιατί προηγείται του δεύτερου και του τρίτου, που είναι αφιερωμένα στους ιερείς και τους σκοτωμένους αντίστοιχα. Κατά τους εσπερινούς συνηθίζεται να παίρνουν στην εκκλησία κόλλυβα «για να μακαριστούν οι πεθαμένοι».

Την πρώτη Σήκωση συνηθίζουν να κάνουν ψητό, μακαρόνια με βραστό κοτόπουλο, αρνιά παραγεμιστά κτλ. Μετά από το ξεφάντωμα της πρώτης Σήκωσης σηκώνεται το κρέας από το τραπέζι και αρχίζει η Εβδομάδα της Τυροφάγου κατά την οποία οι πιστοί απέχουν από την κατανάλωση κρέατος.

Την Κυριακή της Τυρινοσήκωσης σηκώνονται από το τραπέζι και τα γαλακτοκομικά, για να αρχίζει από την επομένη, μέρα της Καθαράς Δευτέρας, η νηστεία της Σαρακοστής ή του «Σαρανταήμερου» που τελειώνει τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου με το άκουσμα του «Καλού Λόγου». Πολλά είναι τα χαρακτηριστικά των ημερών αυτών σε διάφορες περιοχές του τόπου μας.

Ένα παμπάλαιο έθιμο παιχνιδιού είναι και το «Άβκαν της Τυρινής», που το έπαιζαν σε διάφορα χωριά της Κύπρου το βράδυ της Κυριακής της Τυροφάγου. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα Φαρμακίδη και το βιβλίο του «Κυπριακά Λαογραφικά σπουδάσματα», «ο οικοδεσπότης της οικίας, όπου θα παρατεθεί η τράπεζα, αναρτά από της στέγης της αιθούσης, διά κλωστής, εψημένον και καθαρισμένον αβγόν, άνωθεν ακριβώς, και εν τω μέσω της τραπέζης, αφού πρότερον το βυθίσει εντός οξέος γάλακτος (γιαούρτιν). Κατά την εστίασιν, και εν ώρα γενικής ευθυμίας, θέτουσιν αυτό εις μικράν κίνησιν, ως εκκρεμές ωρολόγιον και έκαστος προσπαθεί να το συλλάβει διά του στόματός του, οπότε ο πλησιέστερος προς αυτό φέρων τα χείλη, χρίεται διά του οξυγάλακτος και τότε επέρχεται γέλιο. Μετά το τέλος του δείπνου, καίουσιν την κλωστήν, αναρτημένην ούσαν εκ των κάτω και όσο το πυρ προχωρεί προς τα άνω, φωνάζουσιν εν χορώ και χαρά: Τζιαι του χρόνου, αφέντη μου, Θεέ μου, τζιαι του χρόνου...».

Στην περιοχή Μόρφου
Στην περιοχή της Μόρφου τη μέρα της Τσικνοπέμπτης έλεγαν ότι «τζι’ οι σιύλλοι έν χορτασμένοι». Σε μερικά χωριά (Αστρομερίτης) έπρεπε να φάνε και ξυνόγαλα (γιαούρτι) για να μη μαυρίσουν. Στον εσπερινό της Κυριακής προς τη Δευτέρα της Τυροφάγου σε χωριά όπως η Ζώδια κι η Περιστερώνα, γινόταν το «καλόν στάδιον». Μετά το τέλος του εσπερινού οι γέροντες φιλούσαν το χέρι του ιερέα που τους ευχόταν «καλόν στάδιον», δηλαδή να περάσουν καλά το στάδιο των νηστειών. Σε απάντηση αυτοί εύχονταν «και τη Λαμπρήν αχώριστοι», δηλαδή και τη Λαμπρή να μην είναι χωρισμένοι μεταξύ τους, εννοώντας να μην πεθάνουν μέχρι το Πάσχα.

Κατά τη νύχτα οι φιλικές οικογένειες μαζεύονταν στο σπίτι του πλουσιότερου ή του πιο αξιοσέβαστου μέλους τους για την καθιερωμένη διασκέδαση. Οι πλούσιες νοικοκυρές είχαν τραπεζομάντηλα μήκους περίπου 8-10 μέτρων και κάθονταν πάνω σε ψάθες 30-40 άτομα.

Κυθρέα

Στην Κυθρέα όπως και σε διάφορες περιοχές της Κύπρου, άλλωστε, έστηναν σούσες στο ύπαιθρο, συνήθως πάνω σε δέντρα. Οι σούσες κρεμάζονταν τις Σήκωσες της Τυρινής. Την Κυριακή της Τυρινής όλες οι νοικοκυρές ξυπνούσαν από τα χαράματα και ετοίμαζαν τις φορεσιές με τις οποίες θα μασκαρεύονταν το βράδυ. Αλλού όμως, όπως σε μερικά χωριά της Μεσαορίας, οι μασκαράδες τολμούσαν και κυκλοφορούσαν με το φως της ημέρας, ανταλλάσσοντας πειράγματα με τον κόσμο. Οι γυναίκες του σπιτιού είχαν όλη την ευθύνη για την ετοιμασία των τόσο νόστιμων σπιτίσιων φαγητών, γαλακτερών και ζυμαρικών, αφού το κρέας είχε σηκωθεί από το τραπέζι την προηγούμενη Κυριακή της Απόκρεω.

Στο Λευκόνοικο
Στο Λευκόνοικο, εκτός από τις «ραφκιόλες» με χαλλούμι, τα πουρέκκια της αναρής και τις τυρόπιτες, έφτιαχναν και αυτοσχέδια σπιτίσια μακαρόνια. Αυτά γίνονταν με τον εξής τρόπο: Από τους πρόποδες του Πενταδαχτύλου μάζευαν ένα είδος φυτού, που σύχναζε σε μέρη όπου υπήρχε νερό, το λεγόμενο «σκλυνίτζιην». Αφού το καθάριζαν καλά, άνοιγαν την έτοιμη ζύμη από σιμιγδάλι ή αλεύρι και τύλιγαν μέσα το «σκλυνίτζιην» κουλουρώνοντάς το σε σχήμα μακαρονιού. Στη συνέχεια, έκοβαν το έτοιμο μακρόστενο μακαρόνι σε κομμάτια που είχαν μέγεθος τεσσάρων δακτύλων. Κόβοντας κάθε κομμάτι, αφαιρούσαν από μέσα και το «σκλυνίτζιην» και αφού τοποθετούσαν τα μακαρόνια σε πανέρι, τα έβαζαν στον ήλιο για να στεγνώσουν. Τα μακαρόνια αυτά τα έβραζαν σε παχύ ζωμό βραστής κότας και τα πασπάλιζαν με τριμμένο χαλλούμι.

Από το τραπέζι δεν έλειπαν, βέβαια, τα χαλλούμια, τα αυγά και τα ψαρικά. Επίσης, έτρωγαν και χόρτα που αφθονούσαν τέτοια εποχή στους κάμπους. Μάζευαν αγρέλια, στρουθούκια, χωστές και τα τηγάνιζαν με αυγά.

Έθιμα της περιοχής Μεσαορίας
Εκτός από τα φαγητά στο τραπέζι της Σήκωσης υπήρχαν και τα απαραίτητα γλυκίσματα. Συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν το «κατείφιν», οι «πισσιή(δ)ες» και «οι πίττες της σάτζιης». Βασιλιάς όμως, όλων των γλυκισμάτων ήταν η «τσιππόπιττα», που γινόταν με την «τσίππαν του γαλάτου» των προβάτων, που το συνήθιζαν κυρίως στα χωριά της Μεσαορίας.

Η Δευτέρα της Καθαράς
Η ονομασία Καθαρά Δευτέρα προέρχεται από τον καθαρισμό των σωμάτων και των ψυχών που αρχίζει τη μέρα αυτή και συνεχίζεται για 50 μέρες με τη νηστεία .Εκτός από την έξοδο των ανθρώπων στα βουνά και σε εξοχικά μέρη για να «κόψουν την μούττην της Σαρακοστής» με νηστίσιμα φαγητά πολλές νέες κοπέλες που ήθελαν να παντρευτούν και πολλές γριές νήστευαν τρεις μέρες, έκαναν, δηλαδή «τριμέρι» και την τέταρτη μέρα μεταλάμβαναν. Τις τρεις αυτές ημέρες δεν έτρωγαν τίποτα φαγώσιμο.

Μετά από τη Θεία Μετάληψη, οι άλλες γυναίκες έφερναν σ’ αυτές που έκαναν «τριμέρι», πίττες του σατζιού, χαλουβά, ελιές, πορτοκάλια και άλλα φαγώσιμα. Επίσης, οι νεαρές, για να προβλέψουν τον μέλλοντα σύζυγό τους, χρησιμοποιούσαν την «αρμυροκουλλούραν». Όλη τη μέρα της Καθαράς Δευτέρας δεν έτρωγαν τίποτα και κοσκίνιζαν αλεύρι «αξινόστραφα», με το αριστερό τους χέρι. Το ζύμωναν επίσης, με το αριστερό και έφτιαχναν πίττα την οποία έψηναν στο «σάτζιν». Κατά τη δύση του ήλιου, όταν επέστεφαν από τον εσπερινό, έκοβαν ένα κομμάτι και το έτρωγαν και το υπόλοιπο το έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους. Έτσι πίστευαν ότι το βράδυ θα έβλεπαν στο όνειρο τους το μέλλοντα σύζυγο τους. Αν επαναλάμβαναν αυτή τη διαδικασία τρεις φορές πίστευαν ότι θα έβρισκαν όμορφο σύζυγο.

Όλη αυτή την περίοδο της Αποκριάς οι άνθρωποι του λαού μας χαίρονταν με την ψυχή τους, γλεντούσαν και ξεχνούσαν τα βάσανα και τους πόνους τους. Ήταν μια περίοδος ξεκούρασης από την καθημερινή δύσκολη ζωή (Πηγή: schools.ac.cy)

Το έθιμο στην Ελλάδα
Τις μέρες αυτές γίνεται το έθιμο του γλεντιού, της ψυχαγωγίας και του «μασκαρέματος», της μεταμφίεσης, που έχει παραμείνει από παλιές γιορτές της ρωμαϊκής εποχής, τις γιορτές αφιερωμένες στην έκπτωση του θεού Σατούρνους από τον Ήλιο τα Κρόνια «Λουπερκάλια» και «Σατουρνάλια» και από τις αρχαιότερες «Διονυσιακές γιορτές» των Ελλήνων, όπου οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο προς τιμή του Διόνυσου.

Παλιότερα το καρναβάλι γινόταν παντού στην Ελλάδα με μασκαράτες ομαδικές, χορούς, γλέντια, σάτιρα και διάφορα ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε μέρος. Ήταν ευκαιρία για ξεφάντωμα, κρασί και χίλια δυο πειράγματα. Μεγαλύτερα κέντρα τέτοιου ξεφαντώματος ήταν, όπως και σήμερα, η Πάτρα με το περιβόητο Πατρινό Καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ξάνθη με το ξακουστό Ξανθιώτικο Καρναβάλι, που γίνεται πόλος έλξης, αφού έχει το μεγαλύτερο καρναβάλι των Βαλκανίων με πολλά λαογραφικά στοιχεία, η Πλάκα των Αθηνών και η Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο» της.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κοινωνία: Τελευταία Ενημέρωση