ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Όσα χρειάζεται να γνωρίζουμε

Τι προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο για έρευνες και πόντιση

Η πόντιση του καλωδίου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας: ποιος έχει το δικαίωμα να επιτρέπει ή να εμποδίζει τις εργασίες στον βυθό και τι ισχύει όταν οι θαλάσσιες ζώνες δεν έχουν οριοθετηθεί μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών. Στο επίκεντρο βρίσκεται η απαίτηση της Τουρκίας για προηγούμενη γραπτή γνωστοποίηση των εργασιών και των συντεταγμένων τους, σε μια περιοχή όπου η Άγκυρα προβάλλει τις δικές της διεκδικήσεις, επικαλούμενη και το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Πίσω όμως από τη φαινομενικά τεχνική διαφορά κρύβεται μια ουσιαστική νομική και διπλωματική αντιπαράθεση: άλλο η γνωστοποίηση, άλλο η αίτηση άδειας και άλλο η αναγνώριση δικαιωμάτων μιας τρίτης χώρας. Παράλληλα, κρίσιμη είναι η διάκριση ανάμεσα στις έρευνες για τον καθορισμό της διαδρομής του καλωδίου και στην ίδια την πόντισή του, καθώς και το κατά πόσο οι σχετικές ελευθερίες του Δικαίου της Θάλασσας περιορίζονται από τις αξιώσεις των παράκτιων κρατών.

Το skai.gr απευθύνθηκε σε τρεις καθηγητές με εξειδίκευση στο Διεθνές Δίκαιο, τον Άγγελο Συρίγο, τον Πέτρο Λιάκουρα και τη Σοφία Γαλάνη, προκειμένου να αποσαφηνιστούν το ισχύον νομικό πλαίσιο, τα όρια των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων κρατών και οι επιλογές της Αθήνας απέναντι στην τουρκική απαίτηση.

Γαλάνη: «Δεν απαιτείται ούτε άδεια ούτε γραπτή ενημέρωση»
Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας παρουσιάζει ένα ερμηνευτικό κενό ως προς την έννοια της «έρευνας», καθώς, ενώ ο όρος αναφέρεται σε διάφορα σημεία της, δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια τι ακριβώς περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση.

«Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι όσον αφορά τους φυσικούς πόρους, η έρευνα αποτελεί αρμοδιότητα των παράκτιων κρατών στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και στην υφαλοκρηπίδα. Ωστόσο, η Σύμβαση δεν προβλέπει κάτι συγκεκριμένο για τις έρευνες που απαιτούνται προκειμένου να ποντιστεί ένα καλώδιο», εξηγεί η καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου Σοφία Γαλάνη.

Όπως επισημαίνει, η ερμηνεία που ακολουθείται είναι ότι οι έρευνες οι οποίες αφορούν αποκλειστικά τον προσδιορισμό της διαδρομής ενός καλωδίου αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της διαδικασίας πόντισής του.

«Η Σύμβαση για την πόντιση καλωδίων είναι πιο σαφής. Προβλέπει ουσιαστικά ότι στην ανοιχτή θάλασσα, στην ΑΟΖ και στην υφαλοκρηπίδα, είτε πρόκειται για περιοχές του ίδιου είτε άλλου κράτους, η πόντιση ενός καλωδίου μπορεί να πραγματοποιηθεί ελεύθερα. Με την ίδια λογική, ελεύθερα πραγματοποιούνται και οι έρευνες που απαιτούνται για να ποντιστεί το καλώδιο», αναφέρει.

Όπως διευκρινίζει, όταν γίνεται λόγος για ελευθερία, αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται προηγούμενη άδεια, γραπτή ενημέρωση ή διαπραγμάτευση με το παράκτιο κράτος ως προϋπόθεση για την εκτέλεση των εργασιών.

Η ελευθερία αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μπορούν να αγνοούνται τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους. Η Σύμβαση προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δραστηριότητές του και να αποφεύγεται η πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα που του αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο.

«Όταν ποντίζεις ένα καλώδιο στην ΑΟΖ ή στην υφαλοκρηπίδα ενός τρίτου κράτους, πρέπει να υπάρχει συνεννόηση ώστε να μην τοποθετηθεί σε σημείο που θα μπορούσε να επηρεάσει, για παράδειγμα, εξορύξεις. Δεν μπορείς να τοποθετήσεις ένα καλώδιο σε μια περιοχή όπου υπάρχει πλατφόρμα από την οποία πρόκειται να γίνει εξόρυξη πετρελαίου, αγνοώντας τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους», σημειώνει.

Αντίστοιχα, αναφέρει ως παράδειγμα την περίπτωση μιας θαλάσσιας περιοχής με κοράλλια ή άλλα στοιχεία φυσικού κάλλους, τα οποία το παράκτιο κράτος έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να προστατεύσει.

«Επομένως, θεωρητικά, και η έρευνα που προηγείται της πόντισης γίνεται ελεύθερα, εφόσον αφορά τον προσδιορισμό της διαδρομής του καλωδίου. Η εταιρεία, όμως, που θα πραγματοποιήσει την πόντιση έχει υποχρέωση να συνεννοηθεί με το παράκτιο κράτος, ώστε να μην θίξει τα δικαιώματά του. Αυτό αφορά την περίπτωση όπου έχουμε οριοθετημένη ΑΟΖ και οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα», προσθέτει.

Αναφερόμενη στις διαβουλεύσεις που, όπως σημειώνει, πραγματοποιεί η γαλλική πλευρά με την Τουρκία, η κ. Γαλάνη επισημαίνει ότι αυτές γίνονται ενώ η Ελλάδα και η Τουρκία δεν έχουν οριοθετήσει μεταξύ τους ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.

«Η αλήθεια είναι ότι οι εταιρείες, επειδή εμπλέκονται σε έργα εκατομμυρίων ευρώ, τις περισσότερες φορές προσπαθούν να συνεννοηθούν, ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα και να μπορέσει να προχωρήσει το έργο. Αυτό το βλέπουμε και στην περίπτωση της Ελλάδας», αναφέρει.

Όπως εξηγεί, η πρακτική αυτή δεν προβλέπεται ως συγκεκριμένη υποχρέωση από τη Σύμβαση, αλλά μπορεί να ακολουθείται καλή τη πίστει, με στόχο να διασφαλιστεί η ομαλή εξέλιξη ενός έργου και να αποφευχθούν εμπλοκές.

«Το γεγονός ότι υπάρχουν εταιρείες που επιδιώκουν μια τέτοια συνεννόηση δεν σημαίνει ότι η Σύμβαση επιβάλλει αυτή τη διαδικασία. Για παράδειγμα, εάν κάποιος θέλει να ποντίσει ένα καλώδιο ακόμη και στην ελληνική ΑΟΖ που έχει οριοθετηθεί με την Αίγυπτο, δεν χρειάζεται να λάβει άδεια», υποστηρίζει.

Η ίδια απορρίπτει επίσης την ύπαρξη υποχρέωσης γραπτής ενημέρωσης της Τουρκίας με τις συντεταγμένες των εργασιών.

«Δεν υπάρχει καμία τέτοια υποχρέωση για γραπτή ενημέρωση της Τουρκίας με τις συντεταγμένες. Ακόμη και αν υπήρχε οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα και το καλώδιο περνούσε μέσα από την υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας, δεν προβλέπονται τόσο αυστηρές προϋποθέσεις. Η Σύμβαση δεν περιλαμβάνει τέτοιες απαιτήσεις», αναφέρει.

Η καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου υπογραμμίζει ότι η άδεια και η γραπτή ενημέρωση αποτελούν διαφορετικές έννοιες, χωρίς, κατά την ίδια, να προβλέπεται σχετική υποχρέωση για την πόντιση καλωδίου από τη Σύμβαση του ΟΗΕ.

«Η Σύμβαση δεν προβλέπει κάτι τέτοιο. Το άρθρο 79 δεν επιβάλλει αυτές τις προϋποθέσεις. Μιλά ξεκάθαρα για την ελευθερία τοποθέτησης καλωδίων. Είναι ελευθερία, δεν είναι μια δραστηριότητα για την οποία απαιτείται προηγούμενη άδεια», σημειώνει.

Για να εξηγήσει τη διαφορά, αντιπαραβάλλει την πόντιση καλωδίων με άλλες δραστηριότητες που υπόκεινται σε διαφορετικό καθεστώς.

«Άδεια χρειάζεσαι, για παράδειγμα, εάν θέλεις να αλιεύσεις στην ΑΟΖ ενός άλλου κράτους. Για να το κάνεις αυτό, πρέπει να λάβεις άδεια αλιείας. Αυτό προβλέπεται ξεκάθαρα από τη Σύμβαση», αναφέρει.

Ειδικά ως προς το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις διεκδικήσεις που προβάλλει η Άγκυρα, η Σοφία Γαλάνη υποστηρίζει ότι δεν προκύπτει από το διεθνές δίκαιο υποχρέωση της Ελλάδας ή της εταιρείας να ζητήσει άδεια ή να προχωρήσει σε γραπτή ενημέρωση της Τουρκίας.

«Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και η Τουρκία επιχειρεί, μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου, να διεκδικήσει μια τεράστια θαλάσσια περιοχή, κάτι που είναι εντελώς παράνομο. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι πρέπει να πάρουμε άδεια ή να προβούμε σε γραπτή ενημέρωση. Άρα, ούτε άδεια ούτε γραπτή ενημέρωση, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές έννοιες», τονίζει.

Τέλος, αναφερόμενη στο καθεστώς των θαλάσσιων περιοχών όπου δεν έχει επιτευχθεί οριοθέτηση, η καθηγήτρια επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν οι αξιώσεις των δύο κρατών, χωρίς να έχει καθοριστεί με συμφωνία το όριο μεταξύ τους.

«Όταν οι περιοχές δεν έχουν οριοθετηθεί, ουσιαστικά μιλάμε για διεθνή ύδατα και διεθνή βυθό. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν οι εν δυνάμει διεκδικήσεις της Ελλάδας και οι εν δυνάμει διεκδικήσεις της Τουρκίας», καταλήγει.

Λιάκουρας: «Το καλώδιο είναι θέμα άσκησης της ελευθερίας της θάλασσας»
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, που υιοθετήθηκε το 1982 και τέθηκε σε ισχύ το 1994, ενώ για την Ελλάδα τέθηκε σε ισχύ το 1995, αποτελεί κωδικοποίηση παλαιότερων αλλά και νεότερων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Πέτρος Λιάκουρας, περισσότερες από τις ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης αντανακλούν πλέον κανόνες εθιμικού διεθνούς δικαίου.

«Κυρίως οι διατάξεις που μας αφορούν στις σχέσεις μας με την Τουρκία, όπως το ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, τα διεθνή στενά, το καθεστώς των νησιών, οι ελευθερίες της θάλασσας, οι κανόνες για την υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, καθώς και οι κανόνες που προβλέπουν την υποχρέωση οριοθέτησης αυτών των δύο ζωνών με συμφωνία, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα», αναφέρει.

Όπως εξηγεί, όταν κανένα από τα δύο κράτη δεν μπορεί να φτάσει το απώτατο όριο των 200 ναυτικών μιλίων χωρίς να συναντήσει τις αξιώσεις άλλου κράτους, προκύπτει η υποχρέωση οριοθέτησης με συμφωνία.

«Αυτές οι διατάξεις είναι ένα μικρό μόνο μέρος των κανόνων που μας ενδιαφέρουν έναντι της Τουρκίας. Αυτή είναι ακριβώς η λογική του εθιμικού κανόνα: οι κανόνες αυτοί ισχύουν erga omnes, δηλαδή έναντι όλων, και ένα κράτος μπορεί να τους επικαλεστεί απέναντι σε άλλο κράτος ακόμη και όταν εκείνο δεν αποδέχεται τη Σύμβαση ως συμβατικό κείμενο, εφόσον οι συγκεκριμένες διατάξεις αντανακλούν κανόνες εθιμικού διεθνούς δικαίου», σημειώνει.

Ο κ. Λιάκουρας διακρίνει την έρευνα που προηγείται της πόντισης ενός καλωδίου από άλλες μορφές έρευνας, όπως εκείνες που αφορούν την ανακάλυψη υδρογονανθράκων ή τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα.

«Μία από τις ελευθερίες της θάλασσας είναι και η πόντιση καλωδίων. Στην παρούσα περίπτωση δεν πραγματοποιείται ακόμη η πόντιση του καλωδίου, αλλά έρευνα προκειμένου να μπορέσει να γίνει η πόντισή του», αναφέρει.

Όπως διευκρινίζει, η συγκεκριμένη έρευνα δεν αφορά ούτε την ανακάλυψη υδρογονανθράκων ούτε έρευνα θαλάσσιας επιστημονικής φύσης. Απεναντίας, πρόκειται για έρευνα εγγενή προς την πόντιση του καλωδίου, η οποία αφορά τον βυθό της υφαλοκρηπίδας, χωρίς να αφορά τις δραστηριότητες εκμετάλλευσης των πόρων της.

«Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξετάσουμε το συγκεκριμένο άρθρο της Σύμβασης, το άρθρο 79, το οποίο, παρότι βρίσκεται στο τμήμα που αφορά την υφαλοκρηπίδα, διατηρεί τον χαρακτήρα της ελεύθερης χρήσης, δηλαδή εντάσσεται στους κανόνες που συνδέονται με τις ελευθερίες της ανοιχτής θάλασσας», εξηγεί.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η πόντιση του καλωδίου και η έρευνα που είναι αναγκαία για να προηγηθεί αποτελούν δραστηριότητες οι οποίες εντάσσονται στο Δίκαιο της Θάλασσας και στην ελευθερία χρήσης της θάλασσας από τρίτα κράτη, ακόμη και όταν πρόκειται για την υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους.

Αναφερόμενος στη διαδικασία ενημέρωσης για τις έρευνες, ο καθηγητής εξηγεί ότι η πρακτική που ακολουθείται είναι η έκδοση NAVTEX, δηλαδή οδηγίες προς ναυτιλλομένους, με σκοπό να γνωστοποιηθούν οι περιοχές στις οποίες πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι εργασίες.

«Η πόντιση και η έρευνα που είναι εγγενής σε αυτήν πραγματοποιούνται με μια NAVTEX, η οποία παίζει ακριβώς τον ρόλο της ενημέρωσης. Τη NAVTEX ζητά το πλοίο που έχει αναλάβει το έργο, δηλαδή την έρευνα. Το πλοίο προσδιορίζει κατά προσέγγιση τις περιοχές όπου θα πραγματοποιηθούν οι εργασίες, με τις αντίστοιχες συντεταγμένες, και ζητά από το κράτος που του έχει αναθέσει το έργο να εκδώσει τη σχετική NAVTEX», σημειώνει.

Κατά την εκτίμησή του, η έκδοση της NAVTEX καλύπτει επαρκώς την ανάγκη ενημέρωσης για τις συγκεκριμένες εργασίες.

Ο ίδιος διαχωρίζει, ωστόσο, την ενημέρωση που πραγματοποιείται για λόγους ασφάλειας και συντονισμού από την απαίτηση ενός άλλου κράτους να λάβει ενημέρωση ως υποχρεωτική προϋπόθεση για την εκτέλεση των εργασιών.

«Εάν ένα άλλο κράτος ζητά ενημέρωση, αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υποχρεωτική όταν κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει από αβροφροσύνη ή για τη διατήρηση καλών σχέσεων, εφόσον δεν υποκρύπτει υποχρεωτικότητα απέναντι σε οποιοδήποτε άλλο κράτος. Με αυτούς τους όρους μπορεί να γίνει μια ενημέρωση με σαφήνεια, ως κίνηση καλής θέλησης και τίποτε άλλο», αναφέρει.

Όπως επισημαίνει, το πρόβλημα έχει δημιουργηθεί επειδή τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία θεωρούν πως, όταν υπάρχει βυθός στον οποίο προβάλλονται αξιώσεις επί της υφαλοκρηπίδας, πρέπει να απαιτείται άδεια για την εκτέλεση των εργασιών.

Ο Πέτρος Λιάκουρας υπογραμμίζει ότι το άρθρο 79 της UNCLOS προβλέπει την ελευθερία πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους.

«Το άρθρο 79 προβλέπει ότι η πόντιση δεν μπορεί να εμποδιστεί στην υφαλοκρηπίδα, όπου το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα για την έρευνα του βυθού και την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Εδώ έχουμε δύο διαφορετικά δικαιώματα: από τη μία, το δικαίωμα στην ελεύθερη χρήση και, από την άλλη, το δικαίωμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας επί της υφαλοκρηπίδας», εξηγεί.

Το ερώτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι εάν τα δύο δικαιώματα μπορούν να συνυπάρχουν. Η απάντησή του είναι καταφατική, καθώς το διεθνές δίκαιο προβλέπει την εξισορρόπησή τους.

«Η ελεύθερη χρήση διασφαλίζεται υπό συγκεκριμένους όρους. Κατά την πόντιση του καλωδίου πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα και να μην επηρεάζονται», σημειώνει.

Για να προσθέσει λέγοντας:

«Όταν το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα, δηλαδή έρευνα του βυθού και εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων του υπεδάφους, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις ελευθερίες της θάλασσας και να τις διασφαλίζει. Τέτοιες ελευθερίες είναι η πόντιση καλωδίων, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και άλλες αντίστοιχες δραστηριότητες. Πρόκειται για έναν συμβιβασμό, ώστε τα δικαιώματα να ασκούνται ισόρροπα τόσο από το παράκτιο κράτος όσο και από το τρίτο κράτος».

Σύμφωνα με τον καθηγητή, η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν συνεπάγεται υποχρέωση λήψης άδειας ή συναίνεσης για την πόντιση καλωδίου.

«Υπάρχει υποχρέωση συναίνεσης του παράκτιου κράτους για την πόντιση σωληναγωγού, αλλά ο σωληναγωγός είναι διαφορετική κατηγορία από το καλώδιο. Το καλώδιο μπορεί να μετακινηθεί σχετικά εύκολα. Αντίθετα, εάν ένας αγωγός βρεθεί πάνω από κοίτασμα, μπορεί να χρειαστεί να μετακινηθεί, με ενδεχόμενες τεράστιες ζημιές για το θαλάσσιο περιβάλλον. Για το καλώδιο, όμως, δεν απαιτείται άδεια», υποστηρίζει.

Ο ίδιος σημειώνει ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία έχουν αναπτύξει στην πράξη μια πρακτική που, κατά την άποψή του, υπερβαίνει όσα προβλέπει το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, καθώς απαιτούν άδεια πριν από την έναρξη εργασιών για την τοποθέτηση καλωδίων από τρίτα κράτη.

Κατά την ερμηνεία του καθηγητή, η ελευθερία χρήσης και πόντισης καλωδίων εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και όταν οι θαλάσσιες ζώνες έχουν οριοθετηθεί, ενώ η απουσία οριοθέτησης δημιουργεί πρόσθετα ζητήματα ως προς τις αξιώσεις των δύο πλευρών.

«Ο βυθός της υφαλοκρηπίδας συνδέεται με τις ελευθερίες της θάλασσας. Συνεπώς, δεν απαιτείται άδεια από το παράκτιο κράτος για την ελεύθερη πόντιση καλωδίων. Πόσω μάλλον όταν η Ελλάδα και η Τουρκία δεν έχουν οριοθετήσει μεταξύ τους αυτές τις περιοχές. Αλλά ακόμη και αν ήταν οριοθετημένες, κατά την άποψή μου, εξακολουθεί να υπερισχύει η ελεύθερη χρήση», αναφέρει.

Για την περίοδο μέχρι την οριοθέτηση, ο Πέτρος Λιάκουρας επικαλείται τα άρθρα 74 και 83 της UNCLOS, που αφορούν αντίστοιχα την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Όπως σημειώνει, οι δύο διατάξεις αντανακλούν κανόνες εθιμικού διεθνούς δικαίου και προβλέπουν ότι η οριοθέτηση μεταξύ αντικείμενων ή παρακείμενων κρατών πρέπει να πραγματοποιείται με συμφωνία, προκειμένου να επιτευχθεί δίκαιο αποτέλεσμα.

«Υπάρχει υποχρέωση διαπραγμάτευσης, η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην επίτευξη συμφωνίας. Το γεγονός ότι ένα κράτος είναι υποχρεωμένο να διαπραγματευτεί δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να συμφωνήσει σε οποιαδήποτε πρόταση. Ωστόσο, απαιτείται συμφωνία για να ολοκληρωθεί η οριοθέτηση», εξηγεί.

Μέχρι να υπάρξει συμφωνία, προσθέτει, τα κράτη διατηρούν τις εκατέρωθεν διεκδικήσεις τους, χωρίς να έχει καθοριστεί οριστικά η έκταση των δικαιωμάτων τους στην επίμαχη περιοχή.

«Μέχρι να υπάρξει συμφωνία οριοθέτησης, τα κράτη εκατέρωθεν έχουν διεκδικήσεις. Τα δικαιώματα αποκτούν συγκεκριμένη έκταση μετά την οριοθέτηση με τα αντικείμενα ή παρακείμενα κράτη», σημειώνει.

Ο κ. Λιάκουρας τονίζει πως όταν δύο κράτη προβάλλουν ανταγωνιστικές αξιώσεις στην ίδια περιοχή υφαλοκρηπίδας, η κατάσταση μετατρέπεται σε διένεξη, η οποία δημιουργεί υποχρεώσεις ως προς τη συμπεριφορά των δύο πλευρών.

«Όταν το ένα κράτος λέει “εγώ διεκδικώ αυτή την περιοχή” και το άλλο λέει “διεκδικώ κι εγώ την ίδια περιοχή”, υπάρχει διένεξη. Σε αυτή την περίπτωση δεν επιτρέπεται μονομερής ενέργεια από καμία πλευρά, ούτε έρευνα ούτε γεώτρηση», αναφέρει.

Ως προς τα σεισμικά δεδομένα που ενδέχεται να συλλεχθούν κατά τη διάρκεια ερευνών σε αμφισβητούμενη περιοχή, επικαλείται νομολογία σύμφωνα με την οποία τα δεδομένα δεν θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, αλλά να διατηρούνται έως ότου η περιοχή οριοθετηθεί είτε με συμφωνία είτε με δικαστική απόφαση.

«Εάν ένα κράτος προχωρήσει σε έρευνα και συλλέξει σεισμικά δεδομένα, αυτά πρέπει να διατηρηθούν μέχρι να γίνει η οριοθέτηση. Εάν τελικά η περιοχή περιέλθει στο κράτος που συνέλεξε τα δεδομένα, δεν δημιουργείται το ίδιο ζήτημα. Εάν, όμως, η περιοχή περιέλθει στο άλλο κράτος, εκείνο που συνέλεξε τα δεδομένα οφείλει να τα παραδώσει στο κράτος στο οποίο θα ανήκει τελικά η συγκεκριμένη περιοχή», εξηγεί.

Όπως προσθέτει, μόνο μετά τη διευθέτηση της διαφοράς, μπορούν τα κράτη να γνωρίζουν σε ποιες περιοχές δικαιούνται να ασκήσουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

«Τα κυριαρχικά δικαιώματα σημαίνουν αποκλειστικότητα. Η λογική του θεσμού της υφαλοκρηπίδας ήταν ανέκαθεν να εξασφαλίσει στο παράκτιο κράτος αποκλειστικά δικαιώματα επί των υδρογονανθράκων που βρίσκονται κάτω από τον βυθό. Για να ασκηθούν αυτά τα δικαιώματα, απαιτείται να είναι σαφές σε ποια περιοχή ανήκουν», αναφέρει.

Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι η άσκηση μιας ελευθερίας της θάλασσας, όπως η πόντιση καλωδίου, δεν συνιστά από μόνη της έμμεση ή άμεση αναγνώριση των αξιώσεων άλλου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας.

«Η υφαλοκρηπίδα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναγνωρίζεται έμμεσα ή άμεσα μέσα από την άσκηση ενός δικαιώματος ελεύθερης χρήσης. Αναγνώριση κυριαρχικού δικαιώματος μπορεί να προκύψει από μια ενέργεια με την οποία ένα κράτος διεκδικεί ή αποδέχεται κυριαρχικό δικαίωμα πάνω στην ίδια περιοχή. Δεν υπάρχει τέτοια επίπτωση από μια πράξη που αποτελεί άσκηση ελευθερίας της θάλασσας», αναφέρει.

Κατά την εκτίμησή του, η εμπλοκή του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας στην υπόθεση του καλωδίου έχει οδηγήσει σε ένα πρόσθετο πρόβλημα, καθώς η συζήτηση επικεντρώνεται στο αν απαιτείται άδεια για την πραγματοποίηση των εργασιών.

«Η Σύμβαση μιλά για τα δικαιώματα της υφαλοκρηπίδας όταν αυτά ασκούνται. Εδώ, στην πραγματικότητα, δεν ασκούνται. Πρόκειται για διεκδικήσεις», σημειώνει.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην περιοχή της Κάσου, όπου, όπως αναφέρει, υπάρχει ήδη οριοθετημένη περιοχή και εκεί δημιουργήθηκε το πρόβλημα.

«Εκεί, κατά την άποψή μου, όταν η Τουρκία λέει ότι δεν μπορείτε να ποντίσετε το καλώδιο και ότι πρέπει να πάρετε άδεια επειδή η περιοχή αποτελεί δική της υφαλοκρηπίδα, η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να απαντήσει ότι δεν πρόκειται για ζήτημα υφαλοκρηπίδας, αλλά για ζήτημα ανοιχτής θάλασσας και ελεύθερης χρήσης και πόντισης του καλωδίου», αναφέρει.

Όπως επισημαίνει, η απάντηση της ελληνικής πλευράς κινήθηκε, αντίθετα, στη λογική ότι πρόκειται και για ελληνική υφαλοκρηπίδα και ότι, ως εκ τούτου, η Ελλάδα δικαιούται να τοποθετήσει το καλώδιο.

«Η εμπλοκή της υφαλοκρηπίδας σε ένα ζήτημα το οποίο, κατά την άποψή μου, έχει ήδη λυθεί δημιουργεί μεγαλύτερη δυσκολία και οδηγεί σε αδιέξοδο», καταλήγει.

Συρίγος: Κρίσιμο ποιο είναι το κράτος της εταιρείας που έχει αναλάβει το έργο
Από την πλευρά του, ο Άγγελος Συρίγος επισημαίνει ότι τα ζητήματα που αφορούν το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και την πόντιση καλωδίων χαρακτηρίζονται από λεπτές νομικές διακρίσεις.

«Όλα αυτά είναι πολύ λεπτές έννοιες, με πολύ λεπτές διαφορές. Υπάρχει μία πραγματικότητα επί του πεδίου», σημειώνει, υπενθυμίζοντας ότι καλώδια έχουν ποντιστεί επανειλημμένως στην περιοχή χωρίς να ανακύψουν αντίστοιχα ζητήματα από την πλευρά της Τουρκίας.

Κατά την εκτίμησή του, η τουρκική στάση συνδέεται με την προσπάθεια της Άγκυρας να θεμελιώσει την άποψη ότι διαθέτει και η ίδια δικαιώματα στην περιοχή. Ο ίδιος αμφισβητεί ότι η συγκεκριμένη περιοχή συνιστά χώρο στον οποίο η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλεστεί πραγματικό έννομο συμφέρον βάσει του Διεθνούς Δικαίου.

«Είναι μία τεράστια έκταση, η οποία καλύπτει κατ’ ουσίαν όλη την Ανατολική Μεσόγειο», αναφέρει, εκτιμώντας ότι μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας η Τουρκία επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο καθεστώς και να επιβάλει μια διαφορετική πρακτική στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η πόντιση καλωδίων.

Για τον κ. Συρίγο, το κρίσιμο ζήτημα είναι σε ποιο κράτος υποβάλλεται η αίτηση άδειας και ποιο είναι εκείνο που έχει τη δυνατότητα να τη χορηγήσει.

«Η αίτηση άδειας γίνεται σε εκείνον ο οποίος έχει το δικαίωμα να δώσει την άδεια», εξηγεί. Αντίθετα, η γνωστοποίηση που ζητά η Τουρκία αποτελεί, κατά την εκτίμησή του, μια νέα διαδικασία, η οποία δεν ταυτίζεται με την αίτηση άδειας.

«Η γνωστοποίηση τώρα είναι μία καινούργια διαδικασία που θέλει να φτιάξει η Τουρκία, η οποία δεν είναι αίτηση άδειας, αλλά προσπαθεί να δείξει ότι έχει κάποια δικαιώματα στην περιοχή», σημειώνει.

Όπως προσθέτει, δεν είναι σαφές ποια ακριβώς δικαιώματα διεκδικούνται ούτε σε ποια νομική βάση στηρίζεται αυτή η διεκδίκηση. Εκτιμά, ωστόσο, ότι η Άγκυρα επιδιώκει να δημιουργήσει την εικόνα πως διαθέτει δικαιώματα στην περιοχή, τα οποία θα μπορούσε να επικαλεστεί και στο μέλλον.

Ο κ. Συρίγος υπογραμμίζει ότι η περιοχή δεν μπορεί, όπως λέει, να χαρακτηριστεί στο σύνολό της μη οριοθετημένη. Ένα τμήμα της έχει οριοθετηθεί βάσει της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας, την οποία η Τουρκία δεν αποδέχεται, επικαλούμενη το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρεί ότι η ελληνική στάση πρέπει να παραμείνει σταθερή ως προς το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για την άδεια του έργου.

«Η στάση της Ελλάδος θα πρέπει να είναι σταθερά σε ποιον υποβάλλει αίτηση για άδεια το κράτος της εταιρείας που έχει αναλάβει το έργο», αναφέρει χαρακτηριστικά. «Δεν λέω το κράτος σημαίας του πλοίου, αλλά το κράτος της εταιρείας που έχει αναλάβει το έργο. Αυτό το λέει η πρακτική που ακολουθούμε όλα αυτά τα χρόνια».

Ο ίδιος συνδέει αυτή την πρακτική με τη δυνατότητα που παρέχει το Διεθνές Δίκαιο σε ένα κράτος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων του.

«Το Διεθνές Δίκαιο σού δίνει τη δυνατότητα να πάρεις τα προσήκοντα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων σου. Τα προσήκοντα μέτρα είναι αυτά που ορίζει κάθε κράτος. Η Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια έχει ορίσει ως προσήκον μέτρο να υποβάλει αίτηση το κράτος της εταιρείας που έχει αναλάβει το έργο», τονίζει.

Αναφερόμενος στους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από την εξέλιξη της υπόθεσης, σημειώνει ότι η Τουρκία αφήνει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να προχωρήσει σε ενέργειες αντίστοιχες με εκείνες που σημειώθηκαν στην Κάσο το 2024.

Ο ίδιος εκτιμά ότι, εφόσον δεν υποβληθεί αίτηση άδειας προς την Τουρκία, δεν θεμελιώνεται με αυτόν τον τρόπο νέα πρακτική που να αποδίδει δικαιώματα στην Άγκυρα.

«Στον βαθμό που δεν υποβάλλεις αίτηση για άδεια στην Τουρκία, απλώς θεμελιώνει μία νέα πρακτική που δεν δίνει δικαιώματα στην Τουρκία», αναφέρει, διευκρινίζοντας ότι θεωρεί πως η τουρκική πλευρά επιδιώκει να αποκομίσει κάτι διαφορετικό από την υπόθεση, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιήσει στο μέλλον.

Όπως παρατηρεί, πάντως, τα καλώδια δεν αποτελούν τον βασικό τομέα στον οποίο εκδηλώνονται τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις.

Ο κ. Συρίγος επισημαίνει ότι τέτοιου είδους διαφορές αντιμετωπίζονται κανονικά μέσω διαμαρτυριών και διπλωματικών διακοινώσεων.

«Εδώ όμως έχουμε μία καινοφανή πρακτική, δεν έχει ξαναγίνει ποτέ στον κόσμο, οπότε λαμβάνεις υπόψη σου κάθε πιθανό σενάριο και είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις κάθε πιθανό σενάριο», καταλήγει.

Πηγή: skai.gr/ Του Στέφανου Νικολαΐδη


ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κοινωνία: Τελευταία Ενημέρωση