ΚΥΠΕ
Ολοκληρώθηκε η συλλογή γενετικού υλικού από τις οικογένειες 11 Ελλαδιτών αγνοουμένων, ανέφερε το Σάββατο στο ΚΥΠΕ ο Επίτροπος Προεδρίας, Μάριος Χαρτσιώτης, μιλώντας σε συνέχεια της επίσκεψής του την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου μαζί με τον Υφυπουργό Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας, Θανάση Δαβάκη, στο Άργος Ορεστικό της Καστοριάς, όπου συναντήθηκαν με την οικογένεια του αγνοουμένου κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, Κωνσταντίνου Κέντρα.
Σύμφωνα με τον κ. Χαρτσιώτη, πέραν της ενημέρωσης που έτυχαν οι οικογένειες συγγενών αγνοουμένων, το σημαντικότερο στοιχείο της τελευταίας αυτής επίσκεψης είναι ότι παρελήφθη και το τελευταίο δείγμα DNA από τα 11 περίπου που υπολείποντο εδώ και δεκαετίες, αφού οι οικογένειες για τους δικούς τους προσωπικούς λόγους δεν ήθελαν να δώσουν δείγμα DNA.
«Αυτό δημιουργούσε έναν κενό στους Ελλαδίτες αγνοούμενους, αφού δεν μπορούσε να γίνει ταυτοποίηση, έχοντας υπόψη ότι αυτή τη στιγμή έχουμε 30 με 35 κασελάκια με λείψανα ελδυκαρίων, Ελλαδιτών αγνοουμένων. Άρα μας υπολείποντο, αφότου ανέλαβα, 11 περίπου δείγματα DNA από κάποιες οικογένειες και αισίως καταφέραμε με την αγαστή συνεργασία του κ. Δαβάκη να επισκεφθούμε προσωπικά τις συγκεκριμένες οικογένειες, να επικοινωνούμε συνεχώς μαζί τους και προχθές παραλάβαμε από το Άργος Ορεστικό της Καστοριάς στο τελευταίο DNA του ήρωα Κωνσταντίνου Κέντρα, σε μια προσπάθεια να έχουμε ταυτοποίηση των περισσότερων δυνατών αγνοουμένων και γιατί όχι και του συνόλου των Ελλαδιτών», εξήγησε στη συνέχεια.
Προσέθεσε ότι η τράπεζα δείγματος θεωρείται πλέον ότι είναι πλήρης στο κομμάτι των Ελλαδιτών αγνοουμένων οι οποίοι, όπως είπε, ήταν 77, ταυτοποιήθηκαν οι 40 και απομένουν 37 αγνοούμενοι ήρωες για ταυτοποίηση. «Οπότε από το νούμερο των 37, τα 11 δείγματα DNA που υπολείπονται ήταν ένας σημαντικός αριθμός και μέσα από την συνεργασία που είχαμε μπορέσαμε να έχουμε αυτό το αποτέλεσμα τους τελευταίους 12 μήνες», συμπλήρωσε.
Χαρακτήρισε επίσης σημαντικό το γεγονός ότι είχαν συναποφασίσει με τον κ. Δαβάκη να επισκεφθούν τις συγκεκριμένες οικογένειες στους τόπους καταγωγής τους που ήταν διάσπαρτοι σε όλο τον ελληνικό χώρο, καθώς οι συγγενείς αυτοί δεν είχαν την δυνατότητα να επισκεφθούν την Κύπρο τα τελευταία χρόνια και δεν είχαν την οποιαδήποτε ενημέρωση.
«Άρα πέραν από τα θέματα δείγματος DNA, θεωρήσαμε ότι είναι ελάχιστη υποχρέωση της πολιτείας, τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδας, να ενημερώσουν τις οικογένειες, τους συγγενείς, για τα βήματα τα οποία γίνονται, για τις εξελίξεις και όλα τα δεδομένα που έχουμε αυτή τη στιγμή σε σχέση με τους ανθρώπους τους», συμπλήρωσε σχετικά.
Ερωτηθείς για την υποδοχή που έλαβαν από της οικογένειες των αγνοουμένων, ο κ. Χαρτσιώτης έκανε λόγο για συγκινητική υποδοχή. «Μας υποδέχθηκαν με πολύ μεγάλη θέρμη, μας φιλοξένησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και πάνω απ' όλα εξέφρασαν την απόλυτη ικανοποίησή τους γιατί επιτέλους οι πολιτείες τούς επισκέπτονται στους τόπους τους και τους δίνουν ακριβώς όχι μόνο το ιστορικό, αλλά και όλα τα δεδομένα που έχουμε σήμερα στην προσπάθεια για διακρίβωση», ανέφερε ακολούθως.
«Μέσα από όλη αυτή την ενημέρωση, την διαδικασία και τις λεπτομέρειες που τους έχουμε πει αναπτερώθηκαν γενικότερα οι ελπίδες τους προκειμένου να βρεθεί ο άνθρωπός τους και να του αποδώσουν τις τιμές που πραγματικά αρμόζει σε ένα ήρωα της οικογένειας ενός εκάστου», προσέθεσε.
Σε ερώτηση για τα επόμενα βήματα που αναμένονται το προσεχές διάστημα με βάση και τα δεδομένα που υπάρχουν πλέον, ο Επίτροπος Προεδρίας είπε ότι είναι ήδη γνωστό ότι το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής προχωρά με πολύ εξειδικευμένες μεθόδους προκειμένου να ταυτοποιήσει τα λείψανα των ηρώων ελδυκαρίων και άλλων Ελλαδιτών, τα οποία είχαν εμποτιστεί την δεκαετία του 1980 με διάφορες χημικές ουσίες, με αποτέλεσμα να καταστραφεί τον DNA από τα οστά των συγκεκριμένων ατόμων.
«Προχωρούμε με πολύ εξειδικευμένες επιστημονικές μεθόδους προκειμένου να έχουμε κάποια αποτελέσματα. Ήδη το πρώτο αποτέλεσμα που έγινε πιλοτικά ήταν θετικό και ευελπιστούμε ότι θα έχουμε και άλλα τέτοια αποτελέσματα σε αυτό το πολύ δύσκολο κομμάτι της διακρίβωσης της τύχης και ταυτοποίησης αγνοουμένων, των οποίων τα οστά είχαν εμποτιστεί με διάφορες χημικές ουσίες την δεκαετία του 1980», σημείωσε περαιτέρω.
Είπε επίσης ότι έχουν αναπτυχθεί σημαντικές πρωτοβουλίες για το θέμα των αγνοουμένων, όχι μόνο στην Κύπρο και στην Ελλάδα, ενώ έχει δοθεί πρόσβαση πλέον στους φακέλους των αγνοουμένων, οι οποίοι βρίσκονται στο γραφείο του Επιτρόπου Προεδρίας.
«Κλείνουμε ραντεβού και οι οικογένειες των αγνοουμένων έχουν κάθε δικαίωμα να επισκεφθούν τα γραφεία του Επιτρόπου, να ανοίξουμε μαζί τους φακέλους, να δουν όλο το μαρτυρικό υλικό, όλα τα στοιχεία που αφορούν τον άνθρωπό τους, γιατί μέσα από αυτά τα στοιχεία, ενδεχόμενα, να αντλήσουμε κι εμείς κάποιες περαιτέρω πληροφορίες», εξήγησε.
Είπε επίσης ότι ξεκινούν διάφορες εκστρατείες διαφώτισης και στο επίπεδο της νεολαίας με σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, με την πρωτοβουλία του πρέσβη της ΚΔ στην Ελλάδα, Σταύρου Αυγουστίδη, ενώ ξεκινά η πορεία μνήμης για ανακαίνιση, επιδιόρθωση και καταγραφή όλων των μνημείων ανά τον πανελλαδικό χώρο.
«Έχουμε για πρώτη φορά δημιουργήσει το δικό μας, επιτέλους, ανθρωπολογικό εργαστήριο. Έχουμε το εκκλησάκι, το οποίο ξεκινάμε να ετοιμάζουμε, και τους χώρους υποδοχής. Έχουμε επίσης καθιερώσει την ετήσια ενημέρωση των συγγενών για τα πεπραγμένα του τελευταίου έτους. Τον Ιανουάριο του 2027 θα ενημερώσουμε το σύνολο των συγγενών, όσους επιθυμούν, σε μια ανοιχτή συγκέντρωση που θα κάνουμε για όλα τα πεπραγμένα του έτους 2026, πόσες ανασκαφές έχουν γίνει, σε ποια σημεία έχουν γίνει, πόσοι αγνοούμενοι έχουν ανευρεθεί, πόσοι έχουν ταυτοποιηθεί, τι νέες πρωτοβουλίες αναλαμβάνουμε για το θέμα αυτό», επεσήμανε ακολούθως.
Είπε επίσης ότι προωθείται παράλληλα το κομμάτι της διεθνοποίησης, αλλά και της ανάδειξης του γνωστού προβλήματος των Ασιωτών σε όλα τα ευρωπαϊκά και διεθνή διαβήματα.
«Γίνονται πολλά. Είναι αμετάθετος στόχος της Πολιτείας η διακρίβωση και του τελευταίου αγνοουμένου, και έχοντας υπόψη ότι τα 52 χρόνια που έχουν περάσει είναι πάρα πολλά, πρέπει να εντείνουμε στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τις προσπάθειές μας προς τον στόχο αυτό. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος, πλέον ο χρόνος εξαντλείται, πρέπει να κάνουμε τα πάντα, όσα περνούν από το χέρι μας για αυτό το πλέον ευαίσθητο ανθρωπιστικό θέμα», κατέληξε.
Εξάλλου, σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας, στην επιστημονική διαδικασία ταυτοποίησης των αγνοουμένων συνέβαλε για πρώτη φορά με την ενεργή συμμετοχή του το εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας με τις ανεπτυγμένες πλέον δυνατότητες του εργαστηρίου του.
Ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Θανάσης Δαβάκης δήλωσε ότι τον τελευταίο χρόνο, «μέσα από τον απόλυτο συντονισμό και τη στενή συνεργασία μας με τον Επίτροπο Προεδρίας κ. Χαρτσιώτη, καταφέραμε να ολοκληρώσουμε τη συλλογή γενετικού υλικού από συγγενείς αγνοουμένων. Το βήμα αυτό είναι καθοριστικό για να ταυτοποιηθούν και οι εναπομείναντες 37 Ελλαδίτες αγνοούμενοι της τουρκικής εισβολής του 1974».
Ως ελάχιστη υποχρέωση έναντι των ηρώων και των οικογενειών τους καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια από κοινού με την Κύπρο σε κάθε επίπεδο θέτοντας συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και στόχους, είπε.
Δήλωσε επίσης ότι «η διακρίβωση της τύχης και του τελευταίου αγνοουμένου μας δεν είναι απλώς μια τυπική διαδικασία. Αποτελεί χρέος τιμής, εθνικό καθήκον και την κορυφαία ανθρωπιστική προτεραιότητα της Ελληνικής Κυβέρνησης. Η υποδειγματική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου σε αυτό το εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα αποδίδει καρπούς, δίνοντας λύσεις σε εκκρεμότητες που παρέμεναν ανοιχτές για δεκαετίες».




























