Ελισάβετ Γεωργίου
Ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου τέθηκε σήμερα, σε πρώτο στάδιο, η αίτηση του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη για παροχή άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος σε σχέση με το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε για τα υποστατικά του, στο πλαίσιο της υπόθεσης «Σάντη». Στο παρόν στάδιο δεν εξετάστηκε η ουσία της υπόθεσης, δηλαδή αν το ένταλμα ήταν τελικά νόμιμο ή όχι, αλλά το κατά πόσο η πλευρά Κληρίδη έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση ώστε να της δοθεί άδεια να προχωρήσει.
Στο πλαίσιο αυτό, τέθηκαν επίσης τα αιτήματα να απαγορευθεί στην Αστυνομία η επεξεργασία των δεδομένων που παραλήφθηκαν κατά την εκτέλεση του εντάλματος και να μην μπορεί να τα χρησιμοποιήσει μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η δικαστής Έλενα Εφραίμ άκουσε τις αγορεύσεις των δικηγόρων της πλευράς Κληρίδη και επιφύλαξε την απόφασή της.
Τα τρία ζητήματα που έθεσε η πλευρά Κληρίδη
Η υπεράσπιση του Νίκου Κληρίδη, έθεσε σήμερα ενώπιον του Ανωτάτου τρία βασικά ζητήματα. Το πρώτο αφορούσε την παραχώρηση άδειας για να προχωρήσει η διαδικασία ακύρωσης του εντάλματος έρευνας. Το δεύτερο αφορούσε την αναστολή οποιασδήποτε επεξεργασίας των δεδομένων που κατασχέθηκαν κατά την εκτέλεση του εντάλματος, ενώ το τρίτο να μην μπορεί το υλικό αυτό να χρησιμοποιηθεί από την Αστυνομία μέχρι να εκδικαστεί η κύρια υπόθεση για τη νομιμότητα του εντάλματος.
Κατά την έναρξη της διαδικασίας, η δικαστής Έλενα Εφραίμ ανέφερε ότι «Το δικαστήριο διάβασε την ένορκη δήλωση και την αγόρευση αν θέλετε να επισημανθούν κάποια σημεία σας ακούω».
Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων της πλευράς Κληρίδη, με κύριο άξονα το δικηγορικό απόρρητο και τη νομιμότητα της έκδοσης του εντάλματος.
Η θέση Χρίστου Κληρίδη για το δικηγορικό απόρρητο
Ο Χρίστος Κληρίδης χαρακτήρισε την υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για περίπτωση που αφορά έρευνα σε δικηγορικό γραφείο και, κατ’ επέκταση, τη σχέση πελάτη - δικηγόρου. Όπως ανέφερε: «Θεωρούμε ότι η υπόθεση αυτή είναι πολύ σημαντική γιατί αφορά ένταλμα έρευνας σε γραφείο δικηγόρου… μέσα στις ασφαλιστικές δικλείδες που το δικαστήριο πρέπει να θέτει είναι ο διορισμός τρίτου προσώπου μέλους του Παγκύπριου δικηγορικού συλλόγου ο οποίος θα πρέπει να επιβλέπει την εκτέλεση του εντάλματος. Είναι η μοναδική ασφαλιστική δικλείδα που πρέπει να τίθεται αλλά δεν τέθηκε».
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, οι όροι που τέθηκαν στο ένταλμα δεν αποτελούσαν ουσιαστικές ασφαλιστικές δικλείδες, αλλά απλή επανάληψη των όσων ήδη προβλέπει η νομοθεσία.
«Δεν είναι δικλείδες με όλο το σέβας, είναι απλά η νομοθεσία. Ποιος θα διασφαλίσει ότι η Αστυνομία θα τηρήσει αυτά τα θέματα; Πρέπει να υπάρχει ένα δικηγόρος ο οποίος θα επιβλέψει ότι θα τηρηθούν».
Η αναφορά στο προσωπικό τηλέφωνο του Ν. Κληρίδη
Ο Χρίστος Κληρίδης αναφέρθηκε ιδιαίτερα στο προσωπικό τηλέφωνο του Νίκου Κληρίδη, υποστηρίζοντας ότι η παραλαβή και η κλωνοποίησή του εγείρουν σοβαρά ζητήματα σε σχέση με το δικηγορικό απόρρητο και το απόρρητο της επικοινωνίας.
Όπως ανέφερε, από το μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι οι Αρχές παρέλαβαν μεταξύ άλλων, το προσωπικό τηλέφωνο του Νίκου Κληρίδη με τη διαβεβαίωση ότι θα του επιστρεφόταν μέσα σε λίγες ώρες, ωστόσο αυτό επεστράφη τέσσερις ημέρες αργότερα, αφού προηγουμένως είχε γίνει κλωνοποίησή του.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κλωνοποίηση του τηλεφώνου δικηγόρου είναι ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα, καθώς όπως είπε, ισοδυναμεί ουσιαστικά με πρόσβαση στην αλληλογραφία του, τόσο σε ότι αφορά πελάτες όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, διερωτήθηκε ποιος διασφαλίζει ότι δεν παραβιάζεται το απόρρητο της επικοινωνίας, επικαλούμενος τα άρθρα 16 και 17. Στην ίδια τοποθέτηση ανέφερε ακόμη ότι ο Νίκος Κληρίδης χειρίζεται και υποθέσεις στις οποίες αντίδικος είναι η Αστυνομία, παραπέμποντας ενδεικτικά στην υπόθεση της Ανδριάνας Νικολάου, για να υποστηρίξει ότι το ζήτημα είναι ακόμη πιο ευαίσθητο και χρήζει δικαστικής κρίσης.
Η ένσταση για το αν ο Νίκος Κληρίδης παρουσιάστηκε ως ύποπτος
Δεύτερο βασικό σημείο της αγόρευσης, ήταν η θέση ότι, ενώ η Αστυνομία στην ένορκη δήλωση που στήριζε την αίτηση για έκδοση εντάλματος δεν παρουσίαζε τον Νίκο Κληρίδη ως ύποπτο το δικαστήριο, σύμφωνα με τον ίδιο, προχώρησε σε δική του αξιολόγηση και ουσιαστικά του απέδωσε τέτοιο ρόλο.
Όπως ανέφερε, το ίδιο το δικαστήριο φέρεται να διατύπωσε επιφύλαξη, επισημαίνοντας ότι δεν εντόπιζε στην ένορκη δήλωση αναφορά στον ρόλο που, κατά την Αστυνομία, είχε το κάθε αναφερόμενο πρόσωπο στα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Ωστόσο κατά τη θέση του, στη συνέχεια το δικαστήριο προχώρησε σε διατύπωση με την οποία ουσιαστικά τοποθέτησε τον Νίκο Κληρίδη στη σφαίρα των υπόπτων, προκειμένου να στηρίξει το σκεπτικό του για την έκδοση του εντάλματος.
Η θέση της πλευρά Κληρίδη ήταν ότι με αυτό τον τρόπο το δικαστήριο ξεπέρασε τα όρια της αρμοδιότητάς του και προχώρησε πέραν όσων προέκυπταν από το ίδιο το υλικό της Αστυνομίας.
Η επιχειρηματολογία Αλέξανδρου Κληρίδη για το εύρος του εντάλματος
Στη δική του αγόρευση, ο Αλέξανδρος Κληρίδης επικεντρώθηκε στο κατά πόσο η ένορκη δήλωση της Αστυνομίας παρείχε επαρκή σύνδεση ανάμεσα στα υποστατικά που ερευνήθηκαν και στα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Όπως ανέφερε, παρά τον πολυσέλιδο όρκο, δεν εξηγείται με σαφήνεια ποια ήταν η σχέση των συγκεκριμένων χώρων με την υπόθεση, ούτε προκύπτει η αναγκαία διασύνδεση για να δικαιολογηθεί έρευνα σε κατοικία, οχήματα και γραφείο.
Ο Αλέξανδρος Κληρίδης υποστήριξε ότι στην ένορκη δήλωση δεν γίνονται συγκεκριμένες αναφορές ούτε σε σχέση με τα «έγγραφα και έντυπα που αφορούν τα μηνύματα που προωθούσε η Κ**** στον Κληρίδη», ούτε σε σχέση με τα «μηνύματα Δρουσιώτη», τονίζοντας ότι οι διατυπώσεις είναι τόσο γενικές που ουσιαστικά καλύπτουν τα πάντα. Κατά τη θέση του, αυτή ακριβώς η γενικότητα είναι που καθιστά επιτρεπτή την προσφυγή με certiorari.
Η πλευρά Κληρίδη υποστήριξε επίσης, ότι η διευκόλυνση των αστυνομικών εξετάσεων δεν αρκεί από μόνη της για να στηρίξει ένα τέτοιο ένταλμα, ιδίως όταν, όπως αναφέρθηκε, υπήρχε ήδη επικοινωνία του Νίκου Κληρίδη με τις Αρχές.
Παράλληλα, αμφισβήτησε το κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε πράγματι ικανοποιηθεί με τον τρόπο που απαιτεί ο νόμος ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσης του εντάλματος.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η Πρόεδρος ανέφερε ότι η απόφαση του δικαστηρίου επιφυλάσσεται και ότι οι πλευρές θα ενημερωθούν για την ημερομηνία και την ώρα κατά την οποία θα ανακοινωθεί.





























