ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Ενδείξεις για διάταγμα απομάκρυνσης Στυλιανού από την οικογένεια του

«Κατά την προσωπική μου άποψη υπήρχαν αρκετά στοιχεία, τα οποία οι Υπηρεσίες όφειλαν να μελετήσουν»

ΚΥΠΕ

Στη θέση ότι, με βάση την επαγγελματική της εμπειρία, υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στην καταχώριση αίτησης για έκδοση διατάγματος απομάκρυνσης του Στυλιανού Κωνσταντίνου από το οικογενειακό του περιβάλλον, επέμεινε η πρώην συνδετική λειτουργός Σ.Κ., ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.

Η μάρτυρας κατέθετε την Παρασκευή στην υπόθεση διερεύνησης των συνθηκών θανάτου του 14χρονου, ο οποίος έθεσε τέλος στη ζωή του τον Σεπτέμβριο του 2019.

Απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης της τρίτης κατηγορούμενης, Βίκτωρα Ακάμα, η Σ.Κ. ανέφερε ότι μετά την προηγούμενη κατάθεσή της αναζήτησε εκ νέου τους υπηρεσιακούς φακέλους της υπόθεσης, προκειμένου -όπως είπε- να είναι βέβαιη ότι δεν θα αδικήσει οποιοδήποτε πρόσωπο με τις απαντήσεις της.

Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι δεν γνωρίζει ποιες ακριβώς ενέργειες έγιναν ή δεν έγιναν από τη συγκεκριμένη λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (3η κατηγορούμενη), σημειώνοντας ότι αυτό αποτελεί ζήτημα που θα κριθεί από το Δικαστήριο στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας και των τεκμηρίων.

Παρά ταύτα, ανέφερε ότι βάσει της εμπειρίας της από τον χειρισμό ιδιαίτερα δύσκολων οικογενειακών υποθέσεων, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου υπήρχαν μόνο ενδείξεις παραμέλησης ή κακοποίησης, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας προχωρούσαν στην καταχώρηση αιτήσεων για έκδοση διαταγμάτων απομάκρυνσης παιδιών.

«Κατά την προσωπική μου άποψη υπήρχαν αρκετά στοιχεία, τα οποία οι Υπηρεσίες όφειλαν να μελετήσουν και τα οποία θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στην καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο, για έκδοση διατάγματος απομάκρυνσης», ανέφερε.

Πρόσθεσε ότι είχε συνεργαστεί και με άλλα επαρχιακά γραφεία κοινωνικής ευημερίας, όπου σε ανάλογες περιπτώσεις είχαν ακολουθηθεί αντίστοιχες διαδικασίες.

Σε υποβολή ότι η άποψή της εκφράζεται περισσότερο υπό την ιδιότητά της ως μητέρας, εκπαιδευτικού και πολίτη και όχι ως επαγγελματία, η μάρτυρας διαφώνησε, υποστηρίζοντας ότι η θέση της βασίζεται αποκλειστικά στην επαγγελματική της εμπειρία και στις πρακτικές που εφαρμόζονταν την επίδικη περίοδο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

Ταυτόχρονα, διευκρίνισε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν οι αρμόδιοι λειτουργοί στη συγκεκριμένη υπόθεση έπραξαν όλα όσα όφειλαν, επαναλαμβάνοντας ότι καταθέτει μόνο όσα γνωρίζει από την εμπειρία της και όχι για τις συγκεκριμένες ενέργειες που έγιναν στον χειρισμό της υπόθεσης.

Σε υποβολή της υπεράσπισης ότι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, και ειδικότερα η τρίτη κατηγορούμενη, ενήργησαν ορθά, η μάρτυρας απάντησε ότι διαφωνεί, επαναλαμβάνοντας πως, κατά την άποψή της, υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η τελική αξιολόγηση ανήκει στο Δικαστήριο.

Αναφερόμενη στις Πολυθεματικές Ομάδες, η Σ.Κ. κατέθεσε ότι οι στόχοι που καθορίζονταν αποτελούσαν συλλογικές αποφάσεις και όχι προσωπικές επιλογές των συμμετεχόντων.

Σε ερώτηση ειδικά για την ενδοοικογενειακή βία, ανέφερε ότι δεν υπήρχε ξεχωριστός στόχος για το συγκεκριμένο ζήτημα, προσθέτοντας ότι η αξιολόγησή του αποτελούσε ευθύνη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

Η μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι η αρμόδια λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενημερωνόταν για όσα συζητούνταν στις Πολυθεματικές συναντήσεις, κυρίως μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας.

Όπως είπε, κρατούσε προσωπικές σημειώσεις στα ημερολόγιά της και εξέφρασε τη βεβαιότητά της ότι η λειτουργός είχε ενημερωθεί, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει ποιος ακριβώς προχώρησε στην ενημέρωση ή πότε αυτή πραγματοποιήθηκε.

Σε σχέση με την απουσία πρακτικών από μεταγενέστερες Πολυθεματικές συναντήσεις, η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε υποχρέωση τήρησης επίσημων πρακτικών.

Εξήγησε ότι το έντυπο Β1 του Υπουργείου, το οποίο είχε συμπληρωθεί κατά την πρώτη Πολυθεματική συνάντηση, αποτελούσε το προβλεπόμενο έντυπο εισήγησης και όχι πρακτικό της σύσκεψης, ενώ οι σημειώσεις που τηρούσε η ίδια «ήταν προσωπικές».

Σε σχέση με τις αναφορές περί ενδοοικογενειακής βίας, η Σ.Κ. εξήγησε ότι δεν περιέλαβε σχετική διαπίστωση στην έκθεσή της, καθώς δεν ήταν δική της αρμοδιότητα να αποφανθεί ότι υπήρχε ενδοοικογενειακή βία.

Όπως ανέφερε, εκείνο που μπορούσε να διαπιστώσει ήταν η ύπαρξη στοιχείων και περιστατικών που ενδεχομένως παρέπεμπαν σε παραμέληση ή ενδοοικογενειακή βία, χωρίς όμως να διαθέτει αποδεικτικό υλικό που να της επέτρεπε να καταλήξει σε οριστικό συμπέρασμα.

Η δυνατότητα αναγνώρισής του Στυλιανού μετά από χρόνια

Κατά την αντεξέταση τέθηκε και το ζήτημα των επαφών της με τον Στυλιανό.

Η μάρτυρας απέρριψε την εισήγηση ότι δεν είχε δει ποτέ τα παιδιά, καταθέτοντας ότι τα επισκεπτόταν στο σχολείο και τα παρατηρούσε μαζί με συναδέλφους στο σχολικό περιβάλλον.

Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι μετά την πάροδο τόσων ετών δεν μπορεί να αναγνωρίσει με βεβαιότητα τον Στυλιανό από φωτογραφία, σημειώνοντας ότι θυμάται ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά της εμφάνισής του.

Ξανά τον Σεπτέμβριο η διαδικασία

Με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης της Σ.Κ., η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας θα συνεχιστεί στις 7 Σεπτεμβρίου 2026, στις 11:00, με νέο μάρτυρα κατηγορίας.

Η υπόθεση αφορά τη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, με το Δικαστήριο να εξετάζει πιθανές ευθύνες τόσο εντός της οικογένειας όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.

Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρίσκονται, μεταξύ άλλων, οι ισχυρισμοί για περιστατικά κακοποίησης ή παραμέλησης εντός της οικογένειας, το κατά πόσο η μητέρα είχε γνώση τέτοιων περιστατικών χωρίς να τα καταγγείλει, καθώς και το κατά πόσο οι αρμόδιοι λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αξιολόγησαν και διαχειρίστηκαν επαρκώς τις πληροφορίες που είχαν ενώπιόν τους.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κοινωνία: Τελευταία Ενημέρωση