Kathimerini.com.cy
Δέκα ολόκληρα χρόνια το Κράτος ταλαιπωρεί γυναίκα με αναπηρία, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Συγκεκριμένα η γυναίκα, αναμένει εδώ και μια δεκαετία την απάντηση των υπηρεσιών για σύνταξη ανικανότητας, καθώς πρόκειται για άτομο με μόνιμη σοβαρή αναπηρία. Η γυναίκα λόγω προβλημάτων στη σπονδυλική στήλη για τα οποία υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και σπονδυλοδεσία, υπέβαλε αίτηση για σύνταξη ανικανότητας.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η γυναίκα δικαιώθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο, ωστόσο οι αρμόδιες υπηρεσίας ακόμα δεν έχουν επαναξιολογήσει την κατάστασή της. Παρά την απόφαση που δικαιώνει την παραπονούμενη, σε σχέση με την απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε κατά το 2016 για σύνταξη ανικανότητας και παρά το γεγονός ότι από το 2017 έχει αξιολογηθεί από το ΤΚΕΑΑ ως άτομο με μόνιμη σοβαρή αναπηρία, το Ιατροσυμβούλιο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΥΚΑ) έχει αποφασίσει ότι δεν μπορεί να διακρίνει εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήταν όντως ανίκανη για εργασία. Η απόρριψη ενδεχομένως να οφειλόταν σε λάθος απάντηση του ιατρού της παραπονουμένης, του οποίου η μητρική γλώσσα είναι η γερμανική.
Για το σοβαρό αυτό θέμα η Επίτροπος Διοικήσεως, κ. Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη, συνέταξε Έκθεση μέσα από την οποία θέτει όριο εντός ενός μηνός για επανεξέταση της αίτησης της γυναίκας από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείο Εργασίας.
Όπως συγκεκριμένα αναφέρει στην Έκθεση της η Επίτροπος, υποβάλλει την παρούσα Έκθεση στον Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την εισήγηση όπως, εντός ενός μηνός, ολοκληρωθεί η επανεξέταση της αίτησης της παραπονούμενης από τις ΥΚΑ στη βάση των ιατρικών πιστοποιητικών που είχαν προσκομιστεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, λαμβανομένων υπόψη όλων των ιατρικών και πραγματικών δεδομένων συμπεριλαμβανομένων και των πορισμάτων του Ιατροσυμβουλίου του ΤΚΕΑΑ.
Συγκεκριμένα η Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ), στις 10 Ιουνίου 2025, κοινοποίησε στο Γραφείο της Επιτρόπου επιστολή της, προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με θέμα: «Αναμονή από το 2016 για έγκριση αίτησης σύνταξης ανικανότητας της.
Όπως σημειώνει στην Έκθεση της η Επίτροπος, σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, παρά το γεγονός ότι έχει εκδοθεί κατ’ έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο απόφαση που δικαιώνει την παραπονούμενη, σε σχέση με την απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε κατά το 2016 για σύνταξη ανικανότητας και παρά το γεγονός ότι από το 2017 έχει αξιολογηθεί από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρία (ΤΚΕΑΑ) ως άτομο με μόνιμη σοβαρή αναπηρία, το Ιατροσυμβούλιο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΥΚΑ) έχει αποφασίσει ότι δεν μπορεί να διακρίνει εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήταν όντως ανίκανη για εργασία και σε ποιο ποσοστό, με αποτέλεσμα να μην προχωρεί σε έγκριση της αίτησής της για την καταβολή σύνταξης ανικανότητας. «Αποτελεί θέση της ΚΥΣΟΑ ότι, με αυτό τον τρόπο παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα της παραπονούμενης».
Απάντηση στην Επιστολή της Επιτρόπου έπειτα από 4 μήνες
Παράλληλα, με επιστολή ημερομηνίας 25 Ιουλίου 2025, το Γραφείο της Επιτρόπου ζήτησε από τη Διευθύντρια των ΥΚΑ να τοποθετηθεί επί του παραπόνου και το Γραφείο της Επιτρόπου έλαβε απάντηση μετά από 4 μήνες και συγκεκριμένα στις 26 Νοεμβρίου από την Αναπλ. Γενική Διευθύντρια Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Όπως σημειώνει η Επίτροπος, από το 2020 η Διοίκηση καθυστερεί να συμμορφωθεί με δεσμευτική δικαστική απόφαση ταλαιπωρώντας αχρείαστα το διοικούμενο , στερώντας τα δικαιώματα της για επανεξέταση της αίτησης της για σύνταξη ανικανότητας και κατ´ επέκταση σε αξιοπρεπή διαβίωση.
Υπό το φως των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι με τη στάση που έχουν τηρήσει οι ΥΚΑ στην προκειμένη υπόθεση, έχουν παραβιαστεί οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου.
Σύμφωνα με την Έκθεση από το ιστορικό της περίπτωσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Το 2016 η παραπονούμενη υπέβαλε αίτηση για σύνταξη ανικανότητας, η οποία απορρίφθηκε, τόσο πρωτοβάθμια, όσο και κατ’ ένσταση, στα πλαίσια της Ιεραρχικής Προσφυγής, μόνο στη βάση μίας εκ των απαντήσεων του Γερμανού ιατρού που την παρακολουθούσε, χωρίς η ίδια να παραπεμφθεί σε κρατικό Ιατροσυμβούλιο, ως ήταν η συγκεκριμένη πρόνοια του Νόμου .
Το 2020 το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε την πιο πάνω απορριπτική απόφαση, αναγνωρίζοντας τη μη παραμπομπή της παραπονούμενης σε Ιατροσυμβούλιο ως ήταν η προβλεπόμενη διαδικασία, επισημαίνοντας την έλλειψη δέουσας έρευνας, και σημειώνοντας πως «αίτησή της για σύνταξη ανικανότητας απορρίφθηκε μετά από ένα λάθος του ιατρού της, του οποίου η μητρική γλώσσα είναι η γερμανική», αναγνωρίζοντας ότι η απόρριψη ενδεχομένως να οφειλόταν σε λάθος απάντηση του ιατρού της παραπονουμένης, του οποίου η μητρική γλώσσα είναι η γερμανική.
Παράλληλα, σημειώνεται πως στο πλαίσιαο της υποχρεωτικής πλέον επανεξέτασης η Διοίκηση, στην παρούσα περίπτωση ο τέως Υπουργός Εργασίας όφειλε να προβεί εκ νέου άμεσα σε αξιολόγηση της υπόθεσης της παραπονούμενης με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και δη την παραπομπή σε Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο. Αντί τούτου, επέλεξαν να εφεσιβάλουν την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, έφεση την οποία απέσυραν στη συνέχεια, τον Ιανουάριο του 2023, μετά από συμβουλή της Νομικής Υπηρεσίας, χάνοντας άπρακτα 3 χρόνια από την έκδοση της δικαστικής απόφασης.
Στη συνέχεια αποφάσισαν να ακολουθήσουν την νεμομισμένη διαδικασία και να παραπέμψουν την παραπονούμενη στο Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο.
Παράλληλα, τον Μάιο του 2024, το εν λόγω Ιατροσυμβούλιο αποφάσισε πως δεν ήταν σε θέση να γνωματεύσει περί της ικανότητας της παραπονούμενης για εργασία κατά τον ουσιώδη χρόνο, λόγω μη επαρκών κλινικών δεδομένων.
Μετά την πιο πάνω εξέλιξη οι ΥΚΑ αποφάσισαν τον Οκτώβριο του 2025, να παραπεμφθεί η υπόθεση εκ νέου για εξέταση σε πρωτοβάθμιο επίπεδο με βάση όλα τα σχετικά δεδομένα του ουσιώδους χρόνου και συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά. Η λήψη τελικής απόφασης εκκρεμεί έως σήμερα μετά το πέρας 10 χρόνων από την λήψη της πρώτης απόφασης των ΥΚΑ .
Χωρίς καμία δική της υπαιτιότητα η καθυστέρηση
Συνοψίζοντας, η Επίτροπος τονίζει πως, εδώ και δέκα σχεδόν χρόνια, η αίτηση της παραπονούμενης για σύνταξη ανικανότητας, η οποία με βάση το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, παραμένει σε εκκρεμότητα, χωρίς καμία δική της υπαιτιότητα αλλά λόγω αχρείαστων καθυστερήσεων και τεχνασμάτων αποφυγής της απαιτούμενης επανεξέτασης .




























