ΚΥΠΕ
Το Εφετείο απέρριψε στις 16 Ιουλίου την έφεση άνδρα κατά της καταδίκης του για βιασμό, στέρηση ελευθερίας με σκοπό σεξουαλική κακοποίηση, κοινή επίθεση και απειλή βιαιοπραγίας, κρίνοντας ότι η απουσία γενετικού υλικού ή κακώσεων δεν αποκλείει από μόνη της τη διάπραξη του αδικήματος και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Η υπόθεση αφορούσε περιστατικά που έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 2020, με το Κακουργιοδικείο να κρίνει, μετά από ακροαματική διαδικασία, ότι οι κατηγορίες είχαν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στον εφεσείοντα είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, 10 ετών στην κατηγορία του βιασμού, 3 ετών στην κατηγορία στέρησης της ελευθερίας προσώπου με σκοπό να υποβληθεί σε σεξουαλική κακοποίηση, 4 μηνών στην κατηγορία της κοινής επίθεσης και 1 έτους σε καθεμία, στις κατηγορίες για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας.
Κατά την έφεσή του, ο καταδικασθείς αμφισβήτησε την ορθότητα των συμπερασμάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επικαλούμενος την απουσία γενετικού υλικού από τα δείγματα που εξετάστηκαν, καθώς και την απουσία σωματικών κακώσεων στο θύμα κατά την ιατροδικαστική εξέταση.
Το Εφετείο, εξετάζοντας τους λόγους έφεσης, έκρινε ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης. Όπως ανέφερε, ενώπιον του Κακουργιοδικείου είχαν τεθεί παραδεκτά γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία ο μη εντοπισμός γενετικού υλικού δεν στηρίζει αλλά ούτε και αποκλείει ισχυρισμό για διάπραξη του αδικήματος.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η απουσία γενετικού υλικού σε ρούχα ή αντικείμενα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν υπήρξε σωματική επαφή, παραπέμποντας στο εύρημα ότι «όταν ένα άτομο έρχεται σε επαφή με γυμνά χέρια ή σώμα με ένα αντικείμενο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι στο αντικείμενο εκείνο θα ανιχνευτεί το γενετικό του υλικό».
Σε σχέση με την απουσία κακώσεων, το Εφετείο υιοθέτησε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή τη μαρτυρία της ιατροδικαστή ότι η μη εύρεση τραυμάτων ή άλλων ενδείξεων «δεν μπορεί, ούτε να επιβεβαιώσει, αλλά ούτε και να αποκλείσει βιασμό ή άλλη κακοποίηση».
Το Εφετείο επεσήμανε ακόμη ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατά κύριο λόγο στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους κατά τη ζωντανή διαδικασία. Όπως σημείωσε, παρέμβαση σε τέτοια ευρήματα γίνεται μόνο όταν αυτά δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή αντίκεινται στην κοινή λογική.
Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε την έφεση.





























