ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Στη φυλακή αστυνομικός για άσεμνη επίθεση κατά συναδέλφου

Aπόρριψη της έφεσης

ΚΥΠΕ

Το Εφετείο απέρριψε την έφεση που υπέβαλε καταδικασθέντας, επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή ποινής φυλάκισης τριών μηνών χωρίς αναστολή σε αστυνομικό για άσεμνη επίθεση εναντίον συναδέλφου του.

Στην απόφασή του, ημερομηνίας 2 Φεβρουαρίου, το Εφετείο κάνει αναδρομή στα γεγονότα. Όπως σημειώνεται, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσείων αντιμετώπιζε τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας τον Μάρτιο του 2018. Για το ίδιο περιστατικό, ο εφεσείων αντιμετώπισε την κατηγορία της σεξουαλικής παρενόχλησης, ενώ αντιμετώπιζε, παράλληλα, δύο κατηγορίες κοινής επίθεσης εναντίον της ίδιας παραπονούμενης σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες.

Ο εφεσείων δεν παραδέχτηκε τις προσαπτόμενες, πρωτοδίκως, κατηγορίες και, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην ενοχή του, επιβάλλοντάς του ποινή άμεσης φυλάκισης τριών μηνών στην πρώτη κατηγορία και ενός μηνός σε καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη κατηγορίες. Δεν επιβλήθηκε ποινή στη δεύτερη κατηγορία εφόσον αυτή βασιζόταν στα ίδια γεγονότα με την πρώτη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν, ενώ έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η αναστολή της εκτέλεσης αυτών.

Ο εφεσείων καταχώρισε έφεση αναφερόμενος τόσο στην καταδίκη όσο και στην ποινή που του επιβλήθηκε. Έφεση υπέβαλε και ο Γενικός Εισαγγελέας αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή. Οι δύο εφέσεις εκδικάστηκαν μαζί.

Στην απόφαση του Εφετείου γίνεται αναφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, όπως καταγράφηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος γράφτηκαν στην Αστυνομία την ίδια περίοδο. Στις αρχές Μαρτίου του 2018 ο κατηγορούμενος άρχισε να στέλνει διάφορα μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης, στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» και μέσω της εφαρμογής «Viber». Αρχικά η παραπονούμενη απαντούσε στα μηνύματά του, ωσότου μια ημέρα ο κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι την είχε ερωτευτεί. Αυτό ενόχλησε την παραπονούμενη, η οποία του ανέφερε ότι πλέον δεν επιθυμούσε να έχει επαφή μαζί του.

Σύμφωνα πάντοτε με την απόφαση, παρ' όλα αυτά, ο κατηγορούμενος συνέχισε να της στέλνει διάφορα μηνύματα, χωρίς η παραπονούμενη να του απαντά σ' αυτά. Κατά τον ίδιο μήνα, δηλαδή τον Μάρτιο του 2018, σε ημερομηνία που η παραπονούμενη δεν θυμόταν, κατά τη διάρκεια διαλείμματος από τα μαθήματα, η παραπονούμενη μετέβηκε στην αίθουσα διδασκαλίας στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου για να λάβει κάποια προσωπικά της αντικείμενα. Στην τάξη βρίσκονταν δύο αστυφύλακες, οι οποίοι διάβαζαν, καθώς και ο κατηγορούμενος. Αφού η παραπονούμενη έλαβε τα προσωπικά της αντικείμενα και κατευθυνόταν προς την έξοδο, ο κατηγορούμενος, που βρισκόταν κοντά στην πόρτα εξόδου, την άγγιξε με το ένα του χέρι στη μέση και με το άλλο ταυτόχρονα στα οπίσθια.

Αναφέρεται ότι η παραπονούμενη ξαφνιάστηκε και πανικοβλήθηκε και έτσι δεν αντέδρασε καθόλου τη δεδομένη στιγμή. Αμέσως μετά, μετέβη στην καντίνα της Ακαδημίας, όπου συνάντησε δύο φίλες και συναδέλφους της, στις οποίες ανέφερε το συμβάν. Δεν προέβη σε καταγγελία του κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή, αναλογιζόμενη τις συνέπειες που κάτι τέτοιο θα είχε, τόσο για την ίδια ως νέο στέλεχος της αστυνομίας που καταγγέλλει συναδέλφους, όσο και για τον κατηγορούμενο.

Μετά το τέλος της εκπαίδευσής τους στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου, στις 21/12/2018, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος τοποθετήθηκαν στους ουλαμούς ασφαλείας για εκτέλεση στατικού καθήκοντος στη ΜΜΑΔ. Η παραπονούμενη τοποθετήθηκε στη «Β1 αλλαγή» και ο κατηγορούμενος στη «Β2 αλλαγή», και εργαζόντουσαν σε αντίθετες βάρδιες. Τέλος Μαρτίου του 2019, έτυχε να συναντηθούν πρόσωπο με πρόσωπο και ο κατηγορούμενος ήρθε από το πλευρό της και με τον αγκώνα του τη χτύπησε. Η παραπονούμενη θύμωσε και φωνάζοντας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να σταματήσει να την ενοχλεί και να τη κτυπά, αλλά αυτός την αγνόησε.

Στις 02/04/2019, όλη η σειρά τους παρουσιάστηκε για εκπαίδευση στο ΕΚΕΜ και τοποθετήθηκαν σε διαφορετικούς εκπαιδευτικούς ουλαμούς. Τον κατηγορούμενο τον συναντούσε μόνο στην παράταξη και ορισμένες μέρες όταν είχαν κοινό πρόγραμμα εκπαίδευσης. Στις 19/04/2019, κατά τη διάρκεια του τελευταίου διαλείμματος, λίγο μετά τις 13:00, ενώ βρισκόταν στον διάδρομο της αίθουσας διδασκαλίας, είδε τον κατηγορούμενο να κατευθύνεται προς το μέρος της και αμέσως απομακρύνθηκε και προχώρησε προς τα καθίσματα για να του δώσει χώρο να περάσει. Αυτός άλλαξε την πορεία του και κατευθύνθηκε ξανά προς το μέρος της, όπου τη χτύπησε ξανά με τον αγκώνα του στο δεξιό της πλευρό και προχώρησε. Δεν πρόσεξε εάν είχε άλλους συναδέλφους στην αίθουσα και βγήκε αμέσως από την τάξη. Επειδή πλέον κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να σταματήσει να την ενοχλεί, πήρε την απόφαση να καταγγείλει τον κατηγορούμενο τόσο για την άσεμνη πράξη, όσο και για τις επιθέσεις που δέχτηκε από αυτόν.

Στους λόγους της έφεσης του εφεσείοντος προβάλλεται ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστήριο περί της αξιοπιστίας της παραπονούμενης δεν ήταν εύλογα επιτρεπτό, ενώ η αξιολόγηση της μαρτυρίας της ήταν εσφαλμένη, με αποτέλεσμα η καταδίκη του εφεσείοντα να είναι ακροσφαλής και να παραβιάζεται το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, καθώς και ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένα, δεν συνάδουν με τη μαρτυρία και αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Ο τρίτος λόγος έφεσης αναφορικά με την καταδίκη στην πρώτη κατηγορία προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αντιφάσεις τριών μαρτύρων κατηγορίας δεν ήταν σημαντικές και εσφαλμένα έκρινε αξιόπιστη τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων κατηγορίας, ενώ ο τέταρτος λόγος έφεσης προσβάλλει την κρίση περί αναξιοπιστίας συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας άλλου μάρτυρα κατηγορίας. Άλλος λόγος έφεσης προβάλλει την ύπαρξη αντιφάσεων στη μαρτυρία βασικών μαρτύρων κατηγορίας, τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε μικροαντιφάσεις. 

Όπως σημειώνει το Εφετείο στην απόφασή του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με περισσή λεπτομέρεια, ανέλυσε τη μαρτυρία και τα γεγονότα, τον τρόπο που αξιολόγησε κάθε μάρτυρα και κάθε στοιχείο της μαρτυρίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ξεκινώντας το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, εξήγησε την κρίση του όσον αφορά τις λέξεις που κάθε μάρτυρας χρησιμοποίησε περιγράφοντας το ίδιο γεγονός, δηλαδή την ισχυριζόμενη άσεμνη επίθεση, καταλήγοντας ότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι ακριβείς λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αλλά η ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στην περιγραφή που δόθηκε από τους μάρτυρες. Παράλληλα, εξέτασε κάθε ουσιώδη τοποθέτηση αντιπαραθέτοντας θέσεις και ισχυρισμούς και εξηγώντας κάθε αξιολογική της μαρτυρίας κρίση του.

«Δεν εντοπίζουμε σφάλμα, ούτε στην προσέγγιση, ούτε στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου», αναφέρει το Εφετείο, προσθέτοντας ότι από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλει μία ισοζυγισμένη διεργασία αξιολόγησης κάθε πτυχής της προσκομισθείσας μαρτυρίας με αιτιολογημένη κατάληξη στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Αναφορικά με άλλο λόγο έφεσης, όπου προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο άφησε απαρατήρητο ή δεν προέβηκε σε εύρημα όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης περί coaching της παραπονούμενης, το Εφετείο είπε ότι επίσης δεν συμφωνεί με αυτό. «Ως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η συγκεκριμένη μάρτυρας αναφέρθηκε σε συνομιλία της με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής όμως ουδόλως αποδέχτηκε ότι καθοδηγήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο για το τι θα πει. Ούτε φαίνεται να προκύπτουν, μέσα από τη μαρτυρία τέτοιες μεμπτές συνθήκες προετοιμασίας και καθοδήγησης της μάρτυρος. Οπόταν δεν εντοπίζεται η ύπαρξη συνθηκών τέτοιων που να έχρηζαν λεπτομερούς εξέτασης και ανάλυσης τέτοιου θέματος».

Σε άλλο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβηκε σε αξιολόγηση της πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία. Στο τι αναφέρεται ο λόγος έφεσης είναι στη μη λήψη κατάθεσης από πρόσωπο στο οποίο αναφέρθηκε ο εφεσείων στην ανακριτική του κατάθεση. Πέραν του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το σημείο, υποδεικνύοντας ότι δεν αποδόθηκε από την πλευρά του εφεσείοντα κακή πρόθεση για τέτοια παράλειψη, το Εφετείο σημειώνει ότι δεν έχει ενώπιον του οτιδήποτε που να δικαιολογεί διαπίστωση πλημμελούς διερεύνησης.

Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο απέρριψε τους λόγους έφεσης που αφορούν την καταδίκη του εφεσείοντα.

Αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή, ο εφεσείων προβάλλει τρεις λόγους έφεσης. Ο πρώτος σχετικός λόγος έφεσης προβάλλει ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα υπερβολική. Ο δεύτερος ότι ο τρόπος τιμωρίας του εφεσείοντα επέφερε δυσανάλογες συνέπειες προς τη βαρύτητα των αδικημάτων, λαμβανομένων υπ' όψιν των επιπτώσεων στην εργασία του ως μέλος της Αστυνομίας, του λευκού του ποινικού μητρώου, της ηλικίας του και του πρότερου έντιμου βίου του και ο τρίτος λόγος προβάλλει ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Κεντρικό στοιχείο και στους τρεις λόγους έφεσης αποτελεί το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την τέλεση των αδικημάτων μέχρι την επιβολή της ποινής.

Από την άλλη, ο Γενικός Εισαγγελέας, στη δική του έφεση, προβάλλει ότι η ποινή τριών μηνών φυλάκισης που επιβλήθηκε είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβανομένων υπ' όψιν σωρευτικά της σοβαρότητας του αδικήματος, των προβλεπόμενων από τον νόμο ποινών και της νομολογίας, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, της έξαρσης στη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών και της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή.

Το Εφετείο αναφέρει ότι στην απόφασή του με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε την ποινή, τέθηκε το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης με παράθεση των γεγονότων ως είχαν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο. Με λεπτομέρεια, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν τα υπό κρίση αδικήματα, ενώ δεν παρέλειψε να τελέσει και το καθήκον του για εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αρμόζει στο πρόσωπο που συγκεκριμένου παραβάτη. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα. Κατέγραψε, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, τις εισηγήσεις της υπεράσπισης, με ιδιαίτερη αναφορά στις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει επιβολή ποινής φυλάκισης στην εργασία του εφεσείοντα. Με λεπτομέρεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε το σκεπτικό του με βάση το οποίο έκρινε ότι η σοβαρότητα και η φύση των αδικημάτων επέβαλλαν την επιβολή ποινής φυλάκισης. Έκρινε δε ότι οποιαδήποτε άλλη αντιμετώπιση θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υποβίβαζε τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος.

Το Εφετείο υπογραμμίζει ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορά η παρούσα υπόθεση είναι προφανής, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. «Αδικήματα αυτής της φύσης προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος και θα πρέπει να τυγχάνουν της απαραίτητης αντιμετώπισης  προς αποτροπή», σημειώνει.

Ορθά, προσθέτει, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε σημασία στο γεγονός ότι «τα αδικήματα διαπράχθηκαν από μέλος της αστυνομικής δύναμης, ταγμένο από τη Δημοκρατία με το καθήκον διαφύλαξης της τήρησης του νόμου και της τάξης και την καταπολέμηση του εγκλήματος», καθώς επίσης και στο ότι διαπράχθηκαν εναντίον γυναίκας συναδέλφου του, εν ώρα υπηρεσίας. Επρόκειτο για τρία περιστατικά, παρά τη διαμαρτυρία της παραπονούμενης για την παρενόχληση που της προκαλούσε ο εφεσείων με τις ενέργειες του, σημειώνει.

Στην αντίπερα όχθη παρατηρείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε και έλαβε υπ' όψιν του όλα τα ελαφρυντικά που είχαν τεθεί ενώπιόν του. 

"Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τα θέματα που αφορούν τον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής για τις κατηγορίες που είχε ενώπιόν του, αποδίδοντας σημασία τόσο στη φύση της υπόθεσης, όσο και στο στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής. Έλαβε επίσης υπ' όψιν το στοιχείο της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων", αναφέρει το Εφετείο, σημειώνοντας ότι δεν υφίσταται οτιδήποτε που να καθιστά την πρωτόδικη κρίση, τόσο ως προς το είδος της ποινής όσο και ως προς το ύψος αυτής, εκτός των επιτρεπτών ορίων. «Αντικειμενικά κρινόμενη, η επιβληθείσα ποινή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε έκδηλα ανεπαρκής είτε έκδηλα υπερβολική, ούτε διαπιστώνεται οποιοδήποτε σφάλμα αρχής».

Όσον αφορά την αναστολή της ποινής, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπ' όψιν στον βαθμό που έπρεπε να ληφθεί ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων, ενώ δεν υπήρχαν εκείνοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες ώστε η μόνη ενδεδειγμένη ποινή να ήταν αυτή της φυλάκισης. Προς τούτο, το Εφετείο αναφέρει ότι η αναγκαιότητα επιβολής ποινής φυλάκισης είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Έχει δε ήδη υποδειχθεί ότι ο παράγοντας του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων λήφθηκε σοβαρά υπ' όψιν από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής.

«Δεν εντοπίζουμε πεδίο παρέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση αφού ουδόλως προβάλλει να υφίσταται σφάλμα αρχής από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου», σημειώνει το Εφετείο, απορρίποντας όλους τους λόγους έφεσης και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Έγκλημα: Τελευταία Ενημέρωση