ΚΥΠΕ
Τα ευρήματα της Αρχής κατά της Διαφθοράς αναφορικά με τη διερεύνηση από τη Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟΚΑΣ) υπόθεσης που βασίστηκε σε δημοσίευμα της πλατφόρμας OCCRP το 2019 αμφισβητεί η τέως Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και πρώην Προϊσταμένη της Μονάδας, Εύα Ρωσσίδου-Παπακυριακού, υποστηρίζοντας ότι τα συμπεράσματα της Αρχής «δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα», ενώ απορρίπτει υπαινιγμούς περί συγκάλυψης ή εξυπηρέτησης τρίτων προσώπων.
Σε γραπτή δήλωση που εξέδωσε την Πέμπτη, η κ. Ρωσσίδου απαντά στην ανακοίνωση της Αρχής κατά της Διαφθοράς, ημερομηνίας 16 Ιουνίου του 2026, στην οποία γίνεται αναφορά στο πρόσωπό της για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, σε σχέση με διερεύνηση της ΜΟΚΑΣ για ανάλυση ύποπτων συναλλαγών, στη βάση δημοσιεύματος του OCCRP ημερομηνίας 14 Αυγούστου 2019.
Αναφερόμενη ειδικότερα στα συμπεράσματα της Αρχής για τη διερεύνηση που είχε διενεργήσει η ΜΟΚΑΣ, η κ. Ρωσσίδου αναφέρει ότι οι σχετικές παράγραφοι της ανακοίνωσης «δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα σε ό,τι αφορά στις ενέργειες της ΜΟΚΑΣ», ενώ προσθέτει ότι δεν επιθυμεί να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες λόγω του ενδεχομένου να διεξαχθεί ανακριτικό έργο, το οποίο -όπως υποστηρίζει- θα καταδείξει ότι οι έρευνες που έγιναν «ήταν οι ενδεδειγμένες».
Σύμφωνα με την ίδια, η διερεύνηση είχε ξεκινήσει αυτεπάγγελτα από τη ΜΟΚΑΣ στη βάση του δημοσιεύματος και ακολούθησε η δημόσια έκκληση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας για εξέταση της υπόθεσης.
Όπως αναφέρει, η έρευνα διενεργήθηκε από εξειδικευμένη ομάδα ανακριτών, λογιστών και δικηγόρων και περιλάμβανε διερευνητικές ενέργειες τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.
Η κ. Ρωσσίδου σημειώνει ακόμη ότι ως Προϊσταμένη της ΜΟΚΑΣ ουδέποτε ενεργούσε ή λάμβανε αποφάσεις μόνη της σε σχέση με αναλύσεις ύποπτων συναλλαγών, αλλά στο πλαίσιο συλλογικής διαδικασίας, λόγω της φύσης και της πολυπλοκότητας των υποθέσεων. Προσθέτει ότι το σχετικό πόρισμα είχε παραδοθεί στον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Παράλληλα, εκφράζει παράπονα για τον τρόπο με τον οποίο εξετάστηκε από την Αρχή κατά της Διαφθοράς, αναφέροντας ότι κλήθηκε ως μάρτυρας σε δύο συνεδρίες, κατά τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, δεν της τέθηκαν ερωτήσεις επί της ουσίας της συγκεκριμένης υπόθεσης ούτε της παρουσιάστηκε σχετικό μαρτυρικό υλικό.
«Αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει, προτού καταλήξουν και μου καταλογίσουν προσωπικές ευθύνες και μάλιστα αφήνοντας να εννοηθεί ότι ενεργήσαμε για εξυπηρέτηση του τέως Προέδρου», αναφέρει.
Η τέως Εισαγγελέας δηλώνει ότι δεν ανησυχεί για το αποτέλεσμα οποιασδήποτε έρευνας ενδεχομένως ακολουθήσει, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι τα στοιχεία του φακέλου θα καταδείξουν «τα πραγματικά γεγονότα και την εσφαλμένη ανάλυση και κατάληξη της Αρχής».
Καταλήγοντας, η κ. Ρωσσίδου εκφράζει «έντονη απογοήτευση και αναστάτωση» για την απόδοση στο πρόσωπό της ενδεχόμενης διάπραξης ποινικών αδικημάτων, υποστηρίζοντας ότι η υπόθεση εξετάστηκε διεξοδικά και «χωρίς πρόθεση συγκάλυψης», ενώ σημειώνει ότι προχώρησε στη δημόσια τοποθέτηση επειδή η διερεύνηση των ζητημάτων που εγείρει το πόρισμα ενδέχεται να είναι χρονοβόρα και στο μεταξύ, όπως αναφέρει, θα παραμένουν σε εκκρεμότητα «αβάσιμοι και άδικοι ισχυρισμοί» σε βάρος της.
Υπενθυμίζεται ότι η ανακοίνωση της Αρχής εκδόθηκε μετά την ολοκλήρωση της έρευνας για ισχυρισμούς και αναφορές που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Κράτος Μαφία» του δημοσιογράφου και συγγραφέα Μακάριου Δρουσιώτη.
Μεταξύ των προσώπων για τα οποία η Αρχή εισηγείται περαιτέρω διερεύνηση για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα διαφθοράς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, ο τέως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου, ο πρώην Υπουργός Γεωργίας Νίκος Κουγιάλης, ο πρώην Βουλευτής Γιώργος Βαρνάβας, συνέταιροι της δικηγορικής εταιρείας «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης και Συνέταιροι», ο πρώην Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου Χάρης Σολομωνίδης, η εταιρεία Α. Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ, καθώς και η κ. Ρωσσίδου.






























