Η ανακοίνωση της προκαταρκτικής συμφωνίας, η οποία θα υπογραφεί την Παρασκευή στη Γενεύη, ανοίγοντας μια περίοδο εκεχειρίας και διαπραγματεύσεων 60 ημερών, προκαλεί ανακούφιση διεθνώς, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν και ο κίνδυνος μετατροπής του σε μια παγωμένη σύγκρουση και σε έναν πόλεμο φθοράς συνιστούσαν πλέον υπαρκτή απειλή για την παγκόσμια οικονομία αλλά και για την περιφερειακή σταθερότητα.
Τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στις 28 Φεβρουαρίου εναντίον του Ιράν, και καθώς γίνεται σταδιακά γνωστό το περιεχόμενο της συμφωνίας, μπαίνουμε στον πειρασμό για έναν πρώτο απολογισμό αυτού του πολέμου που στοίχισε τη ζωή σε μερικές χιλιάδες ανθρώπους, κλόνισε τη σταθερότητα και την ασφάλεια σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και συγκλόνισε την παγκόσμια οικονομία, απειλώντας με μια χωρίς προηγούμενο ενεργειακή κρίση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν σαφές εδώ και καιρό ότι, καθώς δεν επετεύχθησαν τις πρώτες ημέρες του πολέμου οι στόχοι που είχαν τεθεί, επιδίωκε μια έξοδο από τον πόλεμο που θα έσωζε τα προσχήματα και θα του έδινε την ευκαιρία να υποστηρίξει, με το γνωστό προσωπικό στυλ του, ότι οι ΗΠΑ βγαίνουν νικήτριες από αυτή τη στρατιωτική περιπέτεια. Και η αναζήτηση αυτής της εξόδου από τον πόλεμο ήταν επιτακτική, καθώς οι συνέπειες άρχισαν να πλήττουν ήδη την αμερικανική οικονομία, το κόστος της πολεμικής επιχείρησης έφθανε σε δυσθεώρητα ύψη και οι ΗΠΑ κινδύνευαν, με την παράταση ενός πολέμου φθοράς, να απωλέσουν πλήρως την αξιοπιστία τους και το κύρος τους ως παγκόσμια δύναμη.
Στην Τεχεράνη, όπου η διαπραγμάτευση και το παζάρι αποτελούν παράδοση αιώνων, το καθεστώς, αφού απέδειξε την ανθεκτικότητά του, ήταν πρόθυμο να συνομιλήσει με τους Αμερικανούς και να προχωρήσει σε μια ενδιάμεση ειρηνευτική συμφωνία, θέλοντας να αποφύγει περαιτέρω τον αποκλεισμό, τις κυρώσεις και την οικονομική δυσπραγία, η οποία θα οδηγούσε ίσως και σε λαϊκή αμφισβήτησή του. Έχοντας αντέξει έναν πόλεμο απέναντι στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ, το καθεστώς των μουλάδων έχει κάθε λόγο να προβάλλει την «ισχύ» του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν απέδειξε ότι μπόρεσε για πρώτη φορά στην ιστορία να ενεργοποιήσει το πραγματικό «πυρηνικό» όπλο του, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Βαθιά πληγωμένο από τον πόλεμο αυτό, το Ιράν ελπίζει ότι μέσω των διαπραγματεύσεων θα κερδίσει περισσότερα από όσα είχε μέχρι την 27η Φεβρουαρίου.
Και αυτό είναι το μεγάλο ερωτηματικό για τις επόμενες εβδομάδες. Δύο αντίπαλοι θεωρούν ότι από θέση νικητή μπορούν να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ο πρώτος απολογισμός πάντως είναι προβληματικός για να δοθεί απάντηση στο εάν ήταν αναγκαίος αυτός ο πόλεμος.
Οι στόχοι που είχαν τεθεί από τον Αμερικανό πρόεδρο και προέβλεπαν ουσιαστικά την πλήρη υποταγή του Ιράν δεν φαίνεται να εκπληρώνονται. Και το μεγάλο διακύβευμα αυτής της συμφωνίας πλέον φαίνεται να είναι το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ώστε να επανέλθουν στην κατάσταση που ήταν πριν από την 28η Φεβρουαρίου. Διότι τελικά αυτός ο πόλεμος πρόσφερε στο Ιράν ένα τεράστιο διαπραγματευτικό χαρτί: την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και την ομαλή τροφοδοσία της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς. Ένα όπλο το οποίο δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου και τώρα προφανώς επιδιώκει να ανταλλάξει με ακριβά ανταλλάγματα.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν παραπέμπεται για συζήτηση στις επόμενες εβδομάδες, με τον πρόεδρο Τραμπ να φαίνεται να συζητά ακόμη και τη δυνατότητα χαμηλού επιπέδου εμπλουτισμού ουρανίου από την Τεχεράνη, όταν ο στόχος ήταν η παράδοση όλων των ποσοτήτων εμπλουτισμένου ουρανίου και η μεταφορά τους εκτός Ιράν.
Η δέσμευση του Ιράν για μη απόκτηση πυρηνικού όπλου, που προβάλλεται ως σημαντικό επίτευγμα της συμφωνίας, είναι κάτι στο οποίο έχουν δεσμευθεί οι Ιρανοί εδώ και χρόνια και μάλιστα και με «φετφά»(2000) του Αγιατολάχ Χαμενεΐ, του ηγέτη που εξουδετερώθηκε από τους Αμερικανούς τις πρώτες ημέρες των βομβαρδισμών. Και τώρα μάλιστα οι Ιρανοί διεκδικούν μια σειρά σημαντικών ανταλλαγμάτων, όπως η πλήρης άρση των κυρώσεων, το ξεπάγωμα των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων και συμμετοχή ξένων στην ανοικοδόμηση και αποκατάσταση των υποδομών που υπέστησαν ζημιές από τους βομβαρδισμούς.
Το Ιράν πετυχαίνει να απλώσει την ομπρέλα ασφαλείας πάνω στους «πληρεξουσίους» του, όπως η Χεζμπολάχ, καθώς η εκεχειρία περιλαμβάνει και τον Λίβανο, ενώ δεν υπάρχει ρήτρα για το βαλλιστικό πρόγραμμα, το οποίο δέχθηκε μεν πλήγματα αλλά παραμένει ενεργό με σημαντικές δυνατότητες.
Το καθεστώς, η ανατροπή του οποίου ήταν από τους βασικούς διακηρυγμένους στόχους, διατηρείται και καθίσταται συνομιλητής των ΗΠΑ. Οι σκληροπυρηνικοί των Φρουρών της Επανάστασης έχουν το πάνω χέρι, αν και πολιτικοί όπως ο Αμπάς Αραγτσί και ο Μασούντ Πεζεσκιάν έχουν κερδίσει πόντους λόγω της επιμονής τους σε μια διαπραγμάτευση που αποφέρει καρπούς. Και σε περιφερειακό επίπεδο το Ιράν διατήρησε τις καλές σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα, το Πακιστάν αλλά και την Ινδία, ενώ έδειξε τα δόντια του στις μοναρχίες του Κόλπου, υποχρεώνοντας πλέον τις χώρες αυτές να αναθεωρήσουν πλήρως την αντίληψή τους για την ασφάλειά τους.
Ο Τραμπ, στη σκόνη που σηκώνει η είδηση για την υπογραφή της συμφωνίας, προβάλλει τη «νίκη» του, χωρίς όμως να είναι σαφές τι κέρδισαν οι ΗΠΑ μετά από αυτόν τον πόλεμο που στοίχισε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, εξάντλησε τα πυραυλικά αποθέματα των ΗΠΑ, δοκίμασε τις αντοχές του εκστρατευτικού σώματος στον Περσικό Κόλπο και στην Αραβική Θάλασσα και κλυδώνισε την εμπιστοσύνη των Αράβων συμμάχων της Ουάσιγκτον στις εγγυήσεις ασφαλείας που προσέφερε για δεκαετίες τώρα στην περιοχή και επέφερε διχασμό και εντός του ΝΑΤΟ
Το Ισραήλ και προσωπικά ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, αν και πέτυχαν για πρώτη φορά να τραβήξουν τις ΗΠΑ σε μια επιχείρηση τέτοιου μεγέθους εναντίον του Ιράν, δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν, όπως ήταν ο αρχικός σχεδιασμός, την ιρανική απειλή. Η δέσμευση για μη κατασκευή πυρηνικού όπλου είναι σημαντική, αλλά τέτοιες δεσμεύσεις υπήρχαν και στην προηγούμενη συμφωνία Ιράν – Ομπάμα. Όσο για το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, φάνηκε στον πόλεμο αυτό ότι συνεχίζει να αποτελεί ουσιαστική απειλή για το Ισραήλ. Και μετά από αυτόν τον πόλεμο, που εξάντλησε το ίδιο το Ισραήλ, ο κόσμος δεν γίνεται πιο ασφαλής για το Ισραήλ. Με τον τρόπο που κλείνει αυτή η πολεμική περιπέτεια, μένουν ανοικτοί οι λογαριασμοί με τη Χεζμπολάχ και μπαίνει σε νέα βάση η προσπάθεια για μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στη βάση των Συμφωνιών του Αβραάμ, καθώς τουλάχιστον η Σαουδική Αραβία αλλά και το Κατάρ δεν έρχονται πιο κοντά στο Ισραήλ όσο παραμένει η μεγάλη εκκρεμότητα του παλαιστινιακού κράτους, παρά το γεγονός ότι προς στιγμήν η ιρανική απειλή δημιουργούσε προϋποθέσεις για ενίσχυση των σχέσεων με το Τελ Αβίβ, κάτι που έγινε μόνο με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Επίσης, οι σκιές που έφθασαν κοντά στο ρήγμα μεταξύ του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Ντόναλντ Τραμπ θέτουν σε δοκιμασία τον Ισραηλινό πρωθυπουργό και την προσπάθειά του να κερδίσει εκ νέου τις εκλογές, κάτι που συνδέεται ευθέως και με την εξέλιξη των προσωπικών ανοικτών υποθέσεών του με τη Δικαιοσύνη.
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας την Παρασκευή, οι επόμενες εβδομάδες θα είναι δύσκολες και κρίσιμες. Και η ευχή, αλλά και η πίεση ολόκληρου του διεθνούς παράγοντα, είναι να μη μετατραπεί αυτή η διαδικασία σε προσπάθεια απόκτησης, μέσω διαπραγματεύσεων, κερδών που δεν κατακτήθηκαν με τον πόλεμο. Γιατί αυτό θα είναι η «μήτρα» μιας νέας σύγκρουσης.
Πηγή: Protothema






























