ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Τα λάθη του Τραμπ που τον οδήγησαν στην ήττα

Οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ζητήσει επανειλημμένα από τους Αμερικανούς να προσέλθουν στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου σαν να ήταν και ο ίδιος υποψήφιος. Οι ψηφοφόροι φαίνεται πως πήραν το μήνυμα, αλλά η απάντησή τους ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη που περίμενε ο ένοικος του Λευκού Οίκου. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, με τους Δημοκρατικούς να καταγράφουν σημαντικές νίκες ακόμα και σε πολιτείες που θεωρούνταν επί δεκαετίες προπύργια της αμερικανικής Δεξιάς.

Τι συνέβη όμως και ο πολιτικός που πριν από μόλις δύο χρόνια επέστρεφε θριαμβευτικά στην εξουσία των ΗΠΑ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια τόσο εκτεταμένη εκλογική αποδοκιμασία; Η απάντηση βρίσκεται σε μια σειρά από παράγοντες που συσσωρεύτηκαν κατά το πρώτο μισό της δεύτερης προεδρικής του θητείας. Η επίμονη ακρίβεια, οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου με το Ιράν, η αμφιλεγόμενη μεταναστευτική πολιτική, οι ανησυχίες για τη διαφθορά και οι προσωπικές επιλογές του Τραμπ στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος δημιούργησαν ένα εξαιρετικά δυσμενές πολιτικό περιβάλλον.

Τα ευρήματα των μετεκλογικών ερευνών, όπως και οι πρώτες αναλύσεις του Reuters, του Associated Press και των μεγάλων αμερικανικών τηλεοπτικών δικτύων, επιτρέπουν πλέον να σχηματιστεί μια σαφέστερη εικόνα για τους λόγους της ήττας. Ιδιαίτερη σημασία δε έχει το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν μέρος της υποστήριξης κοινωνικών ομάδων που είχαν συμβάλει αποφασιστικά στην επιστροφή του στην εξουσία το 2024.

Η ακρίβεια που εξάντλησε την υπομονή των Αμερικανών

Το σημαντικότερο πρόβλημα για τον Τραμπ αποδείχθηκε η καθημερινότητα των ίδιων των πολιτών. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε κερδίσει τις εκλογές του 2024 υποσχόμενος ότι θα περιορίσει δραστικά τον πληθωρισμό, θα μειώσει το κόστος ζωής και θα αποκαταστήσει την οικονομική ευημερία. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, εκατομμύρια νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές στα τρόφιμα, στα καύσιμα και σε βασικά αγαθά, ενώ αρκετοί ψηφοφόροι θεωρούν ότι η οικονομική τους κατάσταση έχει επιδεινωθεί, την ίδια ώρα που η FED, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, αυξάνει τα επιτόκια για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό.

Τα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, σχεδόν 9 στους 10 ψηφοφόρους χαρακτήρισαν το κόστος ζωής ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα για την εκλογική τους απόφαση. Περίπου 2 στους 3 απέδωσαν στον Τραμπ ευθύνη για τις υψηλές τιμές, ενώ τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων δήλωσαν δυσαρεστημένα ή οργισμένα με την πορεία της χώρας.

Αυτή η δυσαρέσκεια έπληξε έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της πολιτικής απήχησης του Τραμπ: την πεποίθηση ότι μπορούσε να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα την αμερικανική οικονομία. Οι εκτεταμένοι δασμοί που επέβαλε σε εισαγόμενα προϊόντα, στο πλαίσιο της πολιτικής προστασίας της εγχώριας παραγωγής, επιβάρυναν το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Παράλληλα, η επιμονή του να παρουσιάζει την οικονομία ως επιτυχημένη ερχόταν σε αντίθεση με την εμπειρία πολλών οικογενειών, οι οποίες διαπίστωναν ότι τα χρήματά τους δεν επαρκούσαν για τις καθημερινές τους ανάγκες.

Ο πόλεμος με το Ιράν και η υπόσχεση που διαψεύστηκε

Σημαντικό πολιτικό κόστος είχε και η στρατιωτική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο με το Ιράν. Ο Τραμπ είχε καλλιεργήσει επί χρόνια την εικόνα ενός ηγέτη που θα απέφευγε τις παρατεταμένες στρατιωτικές περιπέτειες στο εξωτερικό και θα έδινε προτεραιότητα στα εσωτερικά προβλήματα της χώρας. Η απόφασή του να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε μια νέα πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, δημιουργώντας σημαντικότατα προβλήματα στη διέλευση των τάνκερ από τα Στενά του Ορμούζ, προκάλεσε αντιδράσεις ακόμα και μεταξύ ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει την πολιτική του.

Οι επιπτώσεις έγιναν αισθητές και στην αμερικανική οικονομία. Η αναταραχή στις διεθνείς ενεργειακές αγορές συνέβαλε στην αύξηση των τιμών των καυσίμων, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Για πολλούς ψηφοφόρους, το ερώτημα ήταν πλέον πώς συμβιβάζονταν οι προεκλογικές δεσμεύσεις για οικονομική ανακούφιση και αποφυγή νέων πολέμων με τις πραγματικές εξελίξεις. Η συγκεκριμένη σύγκρουση ενίσχυσε την εντύπωση ότι η κυβέρνηση είχε απομακρυνθεί από ορισμένες από τις κεντρικές υποσχέσεις με τις οποίες είχε εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων το 2024.

Η μεταναστευτική πολιτική και οι αντιδράσεις στις απελάσεις

Ένα ακόμα ζήτημα που φαίνεται ότι επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης. Η αυστηροποίηση των ελέγχων στα σύνορα και η αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης αποτελούσαν βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις του Τραμπ, οι οποίες είχαν συγκεντρώσει σημαντική κοινωνική υποστήριξη. Ωστόσο, η εφαρμογή των μέτρων προκάλεσε αντιδράσεις για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις και απελάσεις.

Οι επιχειρήσεις των ομοσπονδιακών αρχών εναντίον μεταναστών που ζούσαν επί χρόνια στις ΗΠΑ, συχνά έχοντας δημιουργήσει οικογένειες και επαγγελματικές δραστηριότητες, προκάλεσαν ανησυχία σε αρκετές κοινότητες. Η δυσαρέσκεια αυτή συνδέθηκε με ευρύτερες επιφυλάξεις απέναντι στον τρόπο άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας. Οι απώλειες των Ρεπουμπλικανών μεταξύ των ισπανόφωνων ψηφοφόρων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία υπό αυτό το πρίσμα. Πρόκειται για μια πληθυσμιακή ομάδα στην οποία ο Τραμπ είχε κατορθώσει να διευρύνει σημαντικά την επιρροή του στις προεδρικές εκλογές του 2024, αλλά τα αποτελέσματα του 2026 δείχνουν ότι μέρος αυτής της υποστήριξης δεν διατηρήθηκε.

Οι νέοι και οι ισπανόφωνοι απομακρύνθηκαν από τους Ρεπουμπλικανούς

Η μεταβολή των εκλογικών συσχετισμών αποτυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στην έρευνα AP Voter Poll, η οποία βασίστηκε σε περίπου 80.000 ψηφοφόρους από όλες τις αμερικανικές πολιτείες. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, περίπου επτά στους δέκα ψηφοφόρους ηλικίας κάτω των 30 ετών επέλεξαν υποψηφίους των Δημοκρατικών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το στοιχείο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το 2024 οι νεότεροι ψηφοφόροι είχαν μοιραστεί σχεδόν ισομερώς μεταξύ του Τραμπ και της Κάμαλα Χάρις.

Ανάλογη μετατόπιση καταγράφηκε και στους ισπανόφωνους Αμερικανούς. Περίπου έξι στους δέκα υποστήριξαν υποψηφίους των Δημοκρατικών για τη Βουλή, ενώ μόλις ένας στους τρεις επέλεξε τους Ρεπουμπλικανούς. Επιπλέον, περίπου επτά στους δέκα ισπανόφωνους ψηφοφόρους δήλωσαν ότι οι πολιτικές του Τραμπ είχαν επιδεινώσει τις οικονομικές συνθήκες στη χώρα. Οι μεταβολές αυτές δείχνουν ότι ο εκλογικός συνασπισμός που είχε δημιουργήσει ο Τραμπ το 2024 δεν αποδείχθηκε εξίσου ανθεκτικός δύο χρόνια αργότερα. Οι Ρεπουμπλικανοί κατέγραψαν απώλειες και μεταξύ των μαύρων ανδρών ψηφοφόρων, ενώ σε αρκετές κρίσιμες αναμετρήσεις οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι στράφηκαν προς τους Δημοκρατικούς.

Τα λάθη του Τραμπ στην επιλογή υποψηφίων

Στο αρνητικό αποτέλεσμα συνέβαλαν όμως και οι προσωπικές παρεμβάσεις του προέδρου στην επιλογή των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων. Ο Τραμπ είχε επιδιώξει να επιβάλει πρόσωπα της δικής του πολιτικής επιρροής, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην αφοσίωσή τους προς τον ίδιο και την πολιτική ατζέντα του κινήματος MAGA. Ωστόσο, αρκετές από αυτές τις επιλογές αποδείχθηκαν προβληματικές στις γενικές εκλογές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Τέξας, όπου ο Κεν Πάξτον, τον οποίο είχε στηρίξει ο Τραμπ, ηττήθηκε από τον Δημοκρατικό, Τζέιμς Ταλαρίκο, στη μάχη για τη Γερουσία. Ο Πάξτον είχε βρεθεί στο επίκεντρο διαδοχικών σκανδάλων και πολιτικών αντιπαραθέσεων, γεγονός που επιβάρυνε τη δημόσια εικόνα του. Αντίστοιχα, στη Νότια Καρολίνα η Ντάρλιν Γκράχαμ, επίσης επιλογή του Τραμπ, έχασε από τη Δημοκρατική, Άνι Άντριους, ενώ στη Βόρεια Καρολίνα ηττήθηκε ο Μάικλ Γουάτλι.

Οι απώλειες αυτές αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία, επειδή σημειώθηκαν σε πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί διέθεταν παραδοσιακά ισχυρή εκλογική βάση. Στο Κάνσας, μάλιστα, οι Δημοκρατικοί εξέλεξαν γερουσιαστή για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1930, ενώ σημαντικές νίκες σημείωσαν επίσης στο Οχάιο και στην Τζόρτζια.

Η δυσαρέσκεια για τη διαφθορά και τη συγκέντρωση εξουσίας

Πέρα από την οικονομία και την εξωτερική πολιτική, οι Αμερικανοί εξέφρασαν έντονη ανησυχία για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και τη διαχείριση της εξουσίας. Σύμφωνα με την έρευνα του Associated Press, περίπου 4 στους 10 ψηφοφόρους ανέφεραν την οικονομία ως σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας, ενώ σχεδόν τρεις στους δέκα έδωσαν προτεραιότητα στην κατάσταση της δημοκρατίας. Παράλληλα, περίπου οι μισοί χαρακτήρισαν τη διαφθορά στην κυβέρνηση καθοριστικό παράγοντα για την ψήφο τους. Οι επικρίσεις που είχαν διατυπωθεί για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Τραμπ και του περιβάλλοντός του, καθώς και για την ανάμειξη προσωπικών και κυβερνητικών συμφερόντων, ενίσχυσαν αυτή τη συζήτηση. Περίπου έξι στους δέκα ψηφοφόρους δήλωσαν ότι θεωρούν πως ο πρόεδρος δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στα προσωπικά του συμφέροντα από ό,τι στα συμφέροντα της χώρας.

Ακόμα πιο χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι περίπου επτά στους δέκα Αμερικανούς που συμμετείχαν στην έρευνα εκτίμησαν πως το Κογκρέσο δεν ασκούσε επαρκή έλεγχο στην προεδρική εξουσία. Η δυσαρέσκεια αυτή δεν περιορίστηκε στους Δημοκρατικούς, καθώς ανάλογες επιφυλάξεις διατύπωσαν ανεξάρτητοι ψηφοφόροι και ένα μέρος των Ρεπουμπλικανών.

Οι εκλογές έγιναν προσωπικό δημοψήφισμα για τον Τραμπ

Καθοριστικό ρόλο φαίνεται ότι έπαιξε τελικά και η ίδια η προεκλογική στρατηγική του Αμερικανού προέδρου. Αντί να περιοριστεί στη στήριξη των υποψηφίων του κόμματός του, ο Τραμπ επέλεξε να θέσει τον εαυτό του στο επίκεντρο της αναμέτρησης, μετατρέποντας ουσιαστικά τις ενδιάμεσες εκλογές σε μια δοκιμασία της προσωπικής του πολιτικής επιρροής. Η επιλογή αυτή είχε σοβαρές συνέπειες. Σύμφωνα με το AP Voter Poll, περίπου το 40% των πολιτών δήλωσε ότι ψήφισε με σκοπό να εκφράσει την αντίθεσή του στον πρόεδρο, ενώ λιγότεροι από 2 στους 10 ανέφεραν ότι επιδίωκαν να τον υποστηρίξουν. Περίπου 6 στους 10 αποδοκίμασαν συνολικά τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα καθήκοντά του.

Παράλληλα, η επιθετική ρητορική κατά των Δημοκρατικών, τους οποίους ο Τραμπ παρουσίαζε ως επικίνδυνους ριζοσπάστες, δεν φάνηκε να έχει την αναμενόμενη απήχηση. Οι οικονομικές ανησυχίες βρέθηκαν στο επίκεντρο της προσοχής πολλών ψηφοφόρων, οι οποίοι περίμεναν συγκεκριμένες απαντήσεις για τη μείωση των τιμών και την αποκατάσταση της αγοραστικής τους δύναμης. Μετά την εκλογική ήττα, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η απουσία του ονόματός του από τα ψηφοδέλτια περιόρισε την κινητοποίηση των υποστηρικτών του. Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, συνυπάρχει με τα ευρήματα των ερευνών που δείχνουν ότι η προσωπική του παρουσία στην πολιτική ζωή αποτέλεσε σημαντικό κίνητρο για όσους επέλεξαν να καταψηφίσουν τους Ρεπουμπλικανούς.

Τι σημαίνει η ήττα για την επόμενη ημέρα

Η απώλεια και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου αλλάζει ουσιαστικά τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Από τον Ιανουάριο του 2027, όταν θα αναλάβει καθήκοντα το νέο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί θα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να ελέγχουν τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες, να προωθούν κοινοβουλευτικές έρευνες και να εμποδίζουν νομοθετικές επιλογές του Λευκού Οίκου.

Ο Τραμπ, πάντως, θα εξακολουθήσει να κατέχει την προεδρία μέχρι τον Ιανουάριο του 2029, διατηρώντας σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες και τη δυνατότητα άσκησης βέτο στη νομοθεσία. Από την άλλη πλευρά, οι Δημοκρατικοί θα κληθούν να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές προσδοκίες των πολιτών, καθώς οι έρευνες δείχνουν πως ούτε το δικό τους κόμμα απολαμβάνει ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα δημοτικότητας. Για τον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο το αποτέλεσμα δημιουργεί ένα νέο πολιτικό δεδομένο ενόψει της τελευταίας διετίας της θητείας του και των προεδρικών εκλογών του 2028. Η εκλογική αποδοκιμασία καταγράφεται πλέον σε εθνική κλίμακα, ενώ οι απώλειες σε κοινωνικές ομάδες και παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες θέτουν ερωτήματα για το μέλλον του κινήματος MAGA και για τη δυνατότητα των Ρεπουμπλικανών να διατηρήσουν τον εκλογικό συνασπισμό που τους οδήγησε στην εξουσία.

Πηγή: Newsbeast

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση