Την δική του εξήγηση για την απόφασή του να αναστείλει ορισμένες κυρώσεις κατά της Ρωσίας έδωσε ο Ντόναλντ Τραμπ. Όπως είπε πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια να παραμείνει η Μόσχα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
«Βρίσκομαι στη διαδικασία διαπραγμάτευσης για την ειρήνη στον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας», ανέφερε ο Τραμπ στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Truth Social, προσθέτοντας ότι δεν επιθυμεί να «κάνει οτιδήποτε θα απομάκρυνε, κατά ανόητο τρόπο, τη Ρωσία από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων».
Το βράδυ της Παρασκευής (16/10), δύο ημέρες πριν από την προγραμματισμένη έναρξη ισχύος τους, ο Τραμπ «μπλόκαρε» σειρά κυρώσεων κατά της Ρωσίας, εν μέσω κλιμάκωσης της αντιπαράθεσής του με τον Ουκρανό Πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Την Κυριακή (18/10), ο Ζελένσκι δήλωσε στο δίκτυο NBC News ότι το να ταχθεί κανείς με το μέρος του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν θα αποτελούσε «ιστορικό λάθος».
Από την πλευρά του ο Ρώσος αξιωματούχος Κιρίλ Ντμιτρίεφ χαρακτήρισε την εντολή του Τραμπ «σημαντική και πραγματικά ιστορική στιγμή». Ανέφερε δε ότι οι κυρώσεις - οι οποίες είχαν εγκριθεί από το Κογκρέσο των ΗΠΑ και υπογραφεί ως νόμος από τον Αμερικανό Πρόεδρο τον Σεπτέμβριο - θα είχαν προκαλέσει «σοβαρή ζημιά» στην αμερικανική και την παγκόσμια αγορά.
Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, περιέγραψε την αναστολή των κυρώσεων ως μια παύση 60 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας θα αναλυθεί ο πιθανός αντίκτυπός τους στην αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία.
Στην ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ υποστήριξε επίσης ότι ο Ζελένσκι «δεν θέλει να τερματίσει αυτόν τον πόλεμο, και πιθανότατα δεν το ήθελε ποτέ», προσθέτοντας ότι «θα μπορούσε να είχε πετύχει μια καλύτερη συμφωνία πριν από δύο χρόνια, σε σχέση με αυτό που μπορεί να επιτύχει τώρα».
Ο Ουκρανός πρόεδρος έχει ταχθεί υπέρ του τερματισμού των εχθροπραξιών και έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι ο Πούτιν δεν επιθυμεί την ειρήνη, από τότε που η Ρωσία εξαπέλυσε την πλήρους κλίμακας εισβολή της στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022.
Οι σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου διαταράχθηκαν, αφότου οι ΗΠΑ συνήψαν την περασμένη εβδομάδα μια αμφιλεγόμενη συμφωνία για την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ.
Παρά τις διεθνείς κυρώσεις, η Ρωσία εξακολουθεί να είναι σε θέση να εξάγει πετρέλαιο -μεγάλο μέρος του οποίου κατευθύνεται προς την Κίνα και την Ινδία - συχνά μάλιστα με ελκυστικές εκπτώσεις. Σύμφωνα με το κέντρο μελετών Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), η Κίνα έχει απορροφήσει περίπου το ήμισυ των ρωσικών εξαγωγών αργού πετρελαίου, ενώ το μερίδιο της Ινδίας ανέρχεται σε περίπου 37%.
Ο Ζελένσκι έχει επανειλημμένα πιέσει για την επιβολή αυστηρών κυρώσεων, με στόχο τον περιορισμό της χρηματοδότησης που μπορεί να αξιοποιήσει η Ρωσία στην πολεμική της προσπάθεια. Ωστόσο, μετά την πιο πρόσφατη κίνηση των ΗΠΑ, δήλωσε πως εκτιμά ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα άρει περισσότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Η Ουκρανία και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της άσκησαν κριτική στα σχέδια του Τραμπ για εισαγωγή ρωσικού ντίζελ, με σκοπό τη μείωση των τιμών ενέργειας στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τον Ζελένσκι, η συμφωνία αυτή ισοδυναμεί με επένδυση των ΗΠΑ στη ρωσική πολεμική προσπάθεια.
Οι ανησυχίες ότι ο Τραμπ τάσσεται υπέρ της Ρωσίας εντάθηκαν εξαιτίας προβλημάτων στη λειτουργία του Starlink - ενός δορυφορικού συστήματος αμερικανικής προέλευσης που χρησιμοποιεί η Ουκρανία - γεγονός που δυσχαιρένει τη δυνατότητα του Κιέβου να αμυνθεί απέναντι στις ρωσικές επιθέσεις.
Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι απέδωσαν τους περιορισμούς στην ταχύτητα σε τεχνικά ζητήματα.
Ωστόσο, ανέφερε ότι η Ουκρανία δοκίμασε το Starlink σε έδαφος της ΕΕ και διαπίστωσε ότι λειτουργούσε με υψηλότερες ταχύτητες.
Ο Τραμπ διέψευσε τόσο τον ισχυρισμό περί σκόπιμης επιβράδυνσης του δικτύου, όσο και μια επιπλέον κατηγορία του Ζελένσκι ότι οι ΗΠΑ σταμάτησαν να μοιράζονται πληροφορίες αμυντικού χαρακτήρα.
Πηγή: Cnn






























