«Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Μοχάμεντ Άλι, “ταρακουνήσαμε τον κόσμο”», δήλωσε ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ μετά τη νίκη του την Πέμπτη (06/08) στην προκριματική διαδικασία των Δημοκρατικών του Μίσιγκαν, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ο υποψήφιος, που καθ’ όλη τη διαδικασία προέκρινε μία αριστερή -για τα μέτρα των ΗΠΑ τουλάχιστον- ατζέντα που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την πρόσβαση όλων στην υγειονομική περίθαλψη, την καταπολέμηση του κόστους στέγασης, τη ρύθμιση του φοιτητικού χρέους αλλά και την ενίσχυση των εργατικών σωματείων, κατάφερε να πάρει το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος βγάζοντας εκτός «κούρσας» την -πιο συμβατική Δημοκρατική- Χέιλι Στίβενς και, μαζί της, μεγάλο μέρος του κατεστημένου εντός της παράταξης.
Τον Νοέμβριο, λοιπόν, ο Αμπντούλ Ελ - Σαγέντ θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον πρώην Ρεπουμπλικανό βουλευτή και «εκλεκτό» του Ντόναλντ Τραμπ, Μάικ Ρότζερς ενώ, εφόσον επικρατήσει, θα γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος που θα υπηρετήσει στη Γερουσία των ΗΠΑ. Η μάχη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η έδρα βρίσκεται σήμερα στα χέρια των Δημοκρατικών. Το Μίσιγκαν δεν έχει εκλέξει Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή από το 1994, ωστόσο πρόκειται για μία από τις κρίσιμες αμφίρροπες πολιτείες: το 2020 ψήφισε υπέρ του Τζο Μπάιντεν, αλλά το 2024 πέρασε στο στρατόπεδο του Ντόναλντ Τραμπ.
«Τα χρήματα έξω από την πολιτική»
Παιδί Αιγύπτιων μεταναστών και πρώην αξιωματούχος στον χώρο της δημόσιας υγείας, ο Ελ-Σαγέντ κατέβηκε στις προκριματικές με τη στήριξη της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών, στην οποία εντάσσονται και οι Μπέρνι Σάντερς, Ελίζαμπεθ Γουόρεν και Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ. Στις βασικές θέσεις του περιλαμβάνονται η καθολική υγειονομική κάλυψη, η μείωση του κόστους των φαρμάκων, η υψηλότερη φορολόγηση των πλουσίων και η μεταρρύθμιση της χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών. «Το κίνημα για να βγάλουμε το χρήμα από την πολιτική, να βάλουμε χρήματα στις τσέπες των πολιτών και να περάσουμε το Medicare for All είναι ένα μεγάλο κίνημα», δήλωσε την Τετάρτη.
Η 43χρονη αντίπαλός του στην αναμέτρηση, Χέιλι Στίβενς ακολούθησε μία πιο «μετριοπαθή» γραμμή, τον εαυτό της ως την υποψηφιότητα που θα μπορούσε να προσελκύσει αναποφάσιστους και ψηφοφόρους του κέντρου. Είχε τη στήριξη της κυβερνήτη του Μίσιγκαν, Γκρέτσεν Γουίτμερ, και του απερχόμενου γερουσιαστή, Γκάρι Πίτερς. Η Στίβενς συνεχάρη τον αντίπαλό της και ανακοίνωσε ότι θα τον στηρίξει απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Ρότζερς. Και ο ίδιος ο Ελ – Σαγέντ, όμως, κατά την νικητήρια ομιλία του έστειλε μήνυμα ενότητας, καλώντας τους Δημοκρατικούς να συσπειρωθούν ώστε ο Ρότζερς «να μη δει ποτέ το εσωτερικό της Γερουσίας». Για το θέμα τοποθετήθηκε και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, που χαρακτήρισε το αποτέλεσμα των προκριματικών στο Μίσιγκαν, «σπουδαία νέα για το Ρεπουμπλικανικό κόμμα» ενώ, μέσω Truth Social χαρακτήρισε το Δημοκρατικό κόμμα, «χαζοκρατικό» (σ.σ. το ακριβές λογοπαίγνιο που χρησιμοποίησε ήταν «Dumbocrats»).
Πολιτικός «σεισμός»
Η σημασία της επικράτησης του Ελ-Σαγέντ ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της πολιτείας του Μίσιγκαν. Σε μια χρονιά κατά την οποία οι Ρεπουμπλικανοί εμφανίζονται να αντιμετωπίζουν πιέσεις, η βάση των Δημοκρατικών επέλεξε έναν αριστερό υποψήφιο αντί μιας εκπροσώπου του κομματικού κατεστημένου. Έτσι, η 26η πολιτεία αναμένεται να αποτελέσει και ένα πεδίο κρίσιμης δοκιμασίας του ίδιου του κόμματος: μπορεί ένας υποψήφιος που κινητοποίησε τη βάση και εξέφρασε την οργή απέναντι στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα να κερδίσει και το ευρύτερο εκλογικό σώμα; Λογικά, η ηγεσία του Δημοκρατικού κόμματος, που είχε στηρίξει τη Στίβενς, δεν μπορεί παρά να ελπίζει ότι η απάντηση θα είναι θετική.
Ανατρέποντας τα προγνωστικά
Η Στίβενς είχε τη στήριξη της ηγεσίας του κόμματος στην Ουάσιγκτον, πολιτική εμπειρία και σημαντική οικονομική ενίσχυση. Η AIPAC, η Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων, διέθεσε 32 εκατ. δολάρια υπέρ της, ενώ συνολικά οι εξωτερικές οργανώσεις που τη στήριξαν δαπάνησαν εννέα φορές περισσότερα από όσα δαπανήθηκαν υπέρ του Ελ-Σαγέντ. Κι όμως, αποδείχθηκε πως κι αυτά δεν ήταν αρκετά. Ο Ελ-Σαγέντ αποδείχθηκε ισχυρότερος στα ντιμπέιτ και στις προεκλογικές εμφανίσεις, ενώ οι θέσεις του για την υγεία, τη φορολόγηση του πλούτου και τον περιορισμό της εξάρτησης της πολιτικής ζωής από το κεφάλαιο βρήκαν ανταπόκριση στη βάση του κόμματος. Ωστόσο, η οριακή νίκη του (λιγότερες από 15.000 ψήφοι –διαφορά μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας– χώριζαν τους δύο υποψηφίους), δείχνει πως, ενδεχομένως, υπάρχει ένα όριο και στην απήχησή του. Ο Ελ – Σαγέντ κατέγραψε υψηλά ποσοστά μεταξύ ψηφοφόρων ανώτερης εκπαίδευσης και μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων. Τώρα, θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να προσεγγίσει και τους οικονομικά ασθενέστερους και τα πιο λαϊκά στρώματα από το Ντιτρόιτ και τις αγροτικές περιοχές.
Η στήριξη στο Ισραήλ
Μία από τις βασικές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των δύο υποψηφίων ήταν το Ισραήλ. Ο Ελ-Σαγέντ έχει ταχθεί κατά της αμερικανικής εμπλοκής στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας προς το Ισραήλ, ενώ η Στίβενς υποστηρίζει τη συνέχεια της αμερικανικής βοήθειας χωρίς όρους. Οι θέσεις του προκάλεσαν, τόσο τη στήριξη του κόσμου, όσο και τις αντιδράσεις από την εβραϊκή κοινότητα του Μίσιγκαν που τον κατηγόρησε για αντισημιτισμό – κατηγορία την οποία ο Ελ – Σαγέντ απέρριψε, δηλώνοντας πως, «μπορούμε να καταδικάζουμε τον αντισημιτισμό και, ταυτόχρονα, να συζητάμε για το πώς θα φέρουμε τους ανθρώπους πιο κοντά».
Με τα μάτια στραμμένα στο 2028.
Η νίκη ενός υποψήφιου όπως ο Ελ – Σαγέντ, πάντως, αποκτά βαρύνουσα σημασία καθώς, το αποτέλεσμα του ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου μπορεί να επηρεάσει και την ευρύτερη συζήτηση για την κατεύθυνση του Δημοκρατικού κόμματος. Εάν ο ίδιος ηττηθεί, οι «κεντρώοι» Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν ένα ισχυρό επιχείρημα απέναντι σε όσους ζητούν σαφέστερη στροφή προς μία αριστερή ατζέντα. Εάν, αντιθέτως, κερδίσει σε μια πολιτεία που ψήφισε Τραμπ το 2024, η προοδευτική πτέρυγα θα μπορεί να παρουσιάσει τη νίκη ως απόδειξη ότι μια αριστερή πλατφόρμα μπορεί να επικρατήσει και σε ένα πραγματικό swing state. Η συζήτηση τότε αναπόφευκτα θα μεταφερθεί στις προεδρικές εκλογές του 2028, με δεδομένο, μάλιστα, ότι το Μίσιγκαν κατέχει σημαντική θέση στη διαδικασία των προκριματικών των Δημοκρατικών.
Τα μηνύματα για τους Ρεπουμπλικανούς
Πέρα από τις εσωκομματικές αναμετρήσεις, όμως, υπήρξαν και άλλες δύο ψηφοφορίες έδωσαν στους Δημοκρατικούς λόγους να είναι συγκατημένα αισιόδοξοι. Στο Μιζούρι, οι ψηφοφόροι απέρριψαν πρόταση που θα δυσκόλευε τις συνταγματικές τροποποιήσεις με πρωτοβουλία πολιτών, διαδικασία που έχει χρησιμοποιηθεί για την προστασία του δικαιώματος στην άμβλωση και την αύξηση του κατώτατου μισθού. Στο Κάνσας, απορρίφθηκε πρόταση που θα υποχρέωνε τους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου της πολιτείας να τίθενται στην κρίση των ψηφοφόρων. Και οι δύο προτάσεις είχαν προωθηθεί από τους Ρεπουμπλικανούς. Την ίδια ώρα, η επιρροή του Τραμπ εξακολουθεί να αποδεικνύεται ισχυρή στις περισσότερες προκριματικές των Ρεπουμπλικανών. Οι εκλεκτοί του επικράτησαν στο Μίσιγκαν, στο Κάνσας και στην πολιτεία της Ουάσιγκτον, επιβεβαιώνοντας ότι ο ρόλος του στο κόμμα παραμένει καθοριστικός.
Το μεγάλο στοίχημα του Νοεμβρίου
Η αναμέτρηση Ελ-Σαγέντ – Ρότζερς θα αποτελέσει κάτι περισσότερο από μάχη για μία έδρα στη Γερουσία. Για τους Δημοκρατικούς θα είναι ένα τεστ ανάμεσα σε δύο διαφορετικές στρατηγικές: την αναζήτηση του μετριοπαθούς ψηφοφόρου του κέντρου και μια σαφέστερη αριστερή πρόταση που φιλοδοξεί να κινητοποιήσει τη βάση και όσους αισθάνονται αποξενωμένοι από το πολιτικό κατεστημένο. Για τον Ελ-Σαγέντ, η πρόκληση είναι να μετατρέψει έναν οριακό εσωκομματικό θρίαμβο σε μια πολύ ευρύτερη εκλογική συμμαχία. Το εάν θα τα καταφέρει δεν θα κρίνει μόνο ποιος θα εκπροσωπεί το Μίσιγκαν στη Γερουσία. Μπορεί να επηρεάσει και τη συζήτηση για την ταυτότητα του Δημοκρατικού Κόμματος που θα διεκδικήσει τον Λευκό Οίκο το 2028.
Πηγή: ethnos.gr






























