Οι διαδηλώσεις στη Γαλλία αποτελούν κάτι πολύ περισσότερο από έναν τρόπο διαμαρτυρίας. Είναι βαθιά συνδεδεμένες με την ιστορία, την πολιτική κουλτούρα και την αντίληψη των Γάλλων για τη συμμετοχή στα κοινά. Μάλιστα αύριο, Σάββατο 24 Οκτωβρίου, ολόκληρη η χώρα θα βρίσκεται εκ νέου στον παλμό των κινητοποιήσεων. Ωστόσο, τα βίαια επεισόδια των τελευταίων ημερών επαναφέρουν ένα δύσκολο ερώτημα: πού τελειώνει η μακρά παράδοση της κοινωνικής διεκδίκησης και πού αρχίζει η βία που μπορεί να την επισκιάσει;
Στη Γαλλία, οι μορφές διαμαρτυρίας είναι πολλές. Οι αγρότες κατεβαίνουν με τα τρακτέρ τους στα Ηλύσια Πεδία διεκδικώντας καλύτερες αποδοχές, οι εργαζόμενοι στα μουσεία απεργούν και αναγκάζουν ακόμη και το Λούβρο να κλείσει, ενώ οι πολίτες φορούν κίτρινα γιλέκα όταν αντιδρούν στις αυξήσεις των φόρων στα καύσιμα.
Αυτή η παράδοση, την οποία εξετάζει σε αφιέρωμά του το Associated Press, δοκιμάζεται ξανά από το κύμα κινητοποιήσεων που συγκλονίζει τη χώρα τον Οκτώβριο. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για την ακρίβεια και τις συνθήκες στα σχολεία, όμως οι ειρηνικές συγκεντρώσεις συνοδεύτηκαν από εκτεταμένα επεισόδια.
Πριν από σχεδόν μία εβδομάδα, το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το AP, πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον 2.400 συλλήψεις, έπειτα από συγκρούσεις με την αστυνομία, εμπρησμούς οχημάτων, λεηλασίες καταστημάτων και επιθέσεις σε δημόσια κτίρια. Στη Λιμόζ, ένα ιστορικό δημαρχείο παραδόθηκε στις φλόγες.
«Πώς μπορούν οι Γάλλοι να κάνουν κάτι τέτοιο στη Γαλλία;», διερωτήθηκε την Κυριακή ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, καταδικάζοντας τις καταστροφές. «Όλοι νιώθουμε οργή και ντροπή», πρόσθεσε.
Από τη Γαλλική Επανάσταση στον Μάη του '68
Οι ιστορικές ρίζες αυτής της κουλτούρας ανάγονται στη Γαλλική Επανάσταση του 1789. Τότε διαμορφώθηκε μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή του πολίτη στη δημόσια ζωή δεν περιορίζεται στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος.
Η διαδήλωση αντιμετωπίζεται ως μέσο άσκησης πίεσης στην εξουσία, υπεράσπισης των ελευθεριών και διεκδίκησης κοινωνικών αλλαγών. Η ελευθερία των διαδηλώσεων προστατεύεται και από τη γαλλική συνταγματική νομολογία, ως έκφραση του δικαιώματος συλλογικής διατύπωσης ιδεών και απόψεων.
Η ίδια η «Μασσαλιώτιδα», ο εθνικός ύμνος που γράφτηκε το 1792, συνδέει την εθνική ταυτότητα με τον αγώνα κατά της τυραννίας.
Η επαναστατική περίοδος, ωστόσο, υπήρξε και εξαιρετικά βίαιη. Η ανατροπή της μοναρχίας συνοδεύτηκε από πολιτικές διώξεις και εκτελέσεις, μεταξύ των οποίων εκείνες του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και της Μαρίας Αντουανέτας το 1793.
Όπως εξηγεί στο AP η Μαγκάλι Ντελά Σουντά, διευθύντρια ερευνών πολιτικής επιστήμης στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS), στο Μπορντό, η συμμετοχή στις διαδηλώσεις αποτελεί τρόπο διαμόρφωσης συλλογικής ταυτότητας και πολιτικής κοινότητας.
Σύμφωνα με την ερευνήτρια, η πολιτική κινητοποίηση αντιμετωπίζεται συχνά και ως εμπειρία που περνά από τη μία γενιά στην επόμενη.
Η γαλλική ιστορία, πάντως, δεν αποτελεί μια αδιάκοπη πορεία κοινωνικών αγώνων που καταλήγουν σε μεταρρυθμίσεις. Περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες περιόδους εξέγερσης, κρατικής καταστολής, κινητοποιήσεων και πολιτικών παραχωρήσεων.
Το 1871, η βίαιη καταστολή της Παρισινής Κομμούνας από τις κυβερνητικές δυνάμεις άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, τον Μάιο του 1968, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις και η γενική απεργία οδήγησαν σε σημαντικές παραχωρήσεις από την κυβέρνηση, μεταξύ των οποίων η αύξηση του κατώτατου μισθού.
Τα «Κίτρινα Γιλέκα» και οι σύγχρονες κινητοποιήσεις
Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτελούν τα «Κίτρινα Γιλέκα», το κίνημα που εμφανίστηκε το 2018 ως αντίδραση στην προγραμματισμένη αύξηση της φορολογίας των καυσίμων.
Η διαμαρτυρία επεκτάθηκε γρήγορα στο κόστος διαβίωσης και στις κοινωνικές ανισότητες. Οι κινητοποιήσεις του 2018 και του 2019 περιλάμβαναν μεγάλες ειρηνικές συγκεντρώσεις, αλλά και επεισόδια με καμένα αυτοκίνητα, λεηλασίες και συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις.
Παρόμοια εξέλιξη παρουσιάζουν οι σημερινές διαδηλώσεις. Οι κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες εκπαίδευσης διευρύνθηκαν, συμπεριλαμβάνοντας τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και την κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών.
Το AP επισημαίνει ότι παραμένει ασαφές πόσοι από εκείνους που συμμετείχαν στις λεηλασίες είχαν αρχικά προσέλθει στις διαδηλώσεις και πόσοι εκμεταλλεύτηκαν τις συνθήκες για να διαπράξουν έκνομες πράξεις.
Οι γαλλικές αρχές απάντησαν με περιορισμούς στην κυκλοφορία κατά τις νυχτερινές ώρες, ενώ νέες κινητοποιήσεις έχουν προγραμματιστεί μέσα στην εβδομάδα.
Η αστυνομική βία και η δυσπιστία απέναντι στο κράτος
Ο πολιτικός επιστήμονας Φαμπιέν Ζομπάρ, ο οποίος μελετά την ιστορία των διαδηλώσεων και της αστυνόμευσης, εντοπίζει ένα ακόμη στοιχείο στη σύγχρονη γαλλική πραγματικότητα: τη σχέση ανάμεσα στις αστυνομικές επιχειρήσεις και την εκδήλωση κοινωνικής βίας.
Από τη δεκαετία του 1990, η Γαλλία έχει γνωρίσει επανειλημμένα κύματα ταραχών, τα οποία συχνά ξεσπούν έπειτα από περιστατικά αστυνομικής βίας.
Το 2005, ο θάνατος δύο εφήβων που προσπαθούσαν να διαφύγουν από την αστυνομία προκάλεσε εκτεταμένες ταραχές. Αντίστοιχα, το 2023, ο θανάσιμος πυροβολισμός ενός 17χρονου από αστυνομικό κατά τη διάρκεια ελέγχου οχήματος στα περίχωρα του Παρισιού πυροδότησε νέο κύμα επεισοδίων.
Για ορισμένους νέους που ζουν στα προάστια, εξηγεί ο Ζομπάρ, οι ταραχές έχουν εξελιχθεί σε μία από τις καθιερωμένες μορφές συλλογικής έκφρασης.
Οι τελευταίες κινητοποιήσεις έχουν συνοδευτεί και από σοβαρές καταγγελίες για υπέρμετρη χρήση βίας από την αστυνομία. Οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επικριτές της κυβέρνησης εστιάζουν κυρίως στη χρήση εκτοξευτήρων πλαστικών σφαιρών, γνωστών ως LBD, και χειροβομβίδων κρότου-λάμψης, τις οποίες συνδέουν με σοβαρούς τραυματισμούς διαδηλωτών.
Η Ντελά Σουντά επισημαίνει ακόμη το μέγεθος της αστυνομικής κινητοποίησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, σχεδόν 8.000 συλλήψεις είχαν πραγματοποιηθεί τις εβδομάδες πριν από τη 17η Οκτωβρίου. Αντίθετα, σε μαθητική διαδήλωση περίπου 500.000 ανθρώπων το 1998, με αιτήματα την πρόσληψη εκπαιδευτικών και τη βελτίωση των σχολικών υποδομών, είχαν συλληφθεί μόλις μερικές δεκάδες.
Κατά την ερευνήτρια, σημαντικό ρόλο παίζει και η αίσθηση πολλών διαδηλωτών ότι οι κυβερνήσεις δεν ακούν τα αιτήματά τους.
Ως παράδειγμα αναφέρει την προσπάθεια του Εμανουέλ Μακρόν να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια των «Κίτρινων Γιλέκων» μέσα από τον λεγόμενο «Μεγάλο Εθνικό Διάλογο», μια διαδικασία διαβούλευσης στην οποία αξιοποιήθηκαν και ψηφιακά εργαλεία. Η πρωτοβουλία αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη από σημαντικό μέρος του κινήματος.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη Ντελά Σουντά, είναι η ενίσχυση της δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς.
Η Γαλλία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια παλιά αντίφαση που αποκτά εκ νέου επικαιρότητα: την ισχυρή παράδοση των κοινωνικών διεκδικήσεων από τη μία πλευρά και την επαναλαμβανόμενη εμφάνιση βίαιων συγκρούσεων από την άλλη. Μια αντίφαση που διατρέχει μεγάλο μέρος της πολιτικής ιστορίας της χώρας και βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Πηγή: skai.gr





























