ΚΥΠΕ
Έφεση κατά της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σε ένοχο για δύο κατηγορίες απόπειρας φόνου απέρριψε το Εφετείο με απόφασή του ημερομηνίας 9 Ιουλίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση ότι οι ποινές των 16 ετών δεν είναι έκδηλα υπερβολικές.
Το Εφετείο έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά αξιολόγησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, κατά τα οποία τραυματίστηκαν από πυροβολισμούς ένας άνδρας και ένα εξάχρονο παιδί, καθώς και όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που είχαν τεθεί υπέρ του καταδικασθέντος.
Η υπόθεση αφορούσε συνολικά επτά κατηγορίες για αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Δεκέμβριο του 2022 στη Λάρνακα, μεταξύ των οποίων συνωμοσία προς διάπραξη φόνου, δύο κατηγορίες απόπειρας φόνου, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, καθώς και κατοχή και μεταφορά πυρομαχικών.
Ο εφεσείων είχε παραδεχθεί όλες τις κατηγορίες ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, το οποίο του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά ετών για τη συνωμοσία προς διάπραξη φόνου, δεκαέξι ετών για καθεμία από τις δύο κατηγορίες απόπειρας φόνου και έξι ετών για καθεμία από τις κατηγορίες που αφορούσαν όπλα και πυρομαχικά.
Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς υποστήριξε ότι το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα επέβαλε την ίδια ποινή και για τις δύο κατηγορίες απόπειρας φόνου, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, ενώ ισχυρίστηκε ακόμη ότι οι ποινές των 16 ετών ήταν έκδηλα υπερβολικές.
Το Εφετείο απέρριψε και τους δύο λόγους έφεσης, κρίνοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν πλήρως αιτιολογημένη. Όπως αναφέρει, «η ευθύνη του εφεσείοντα είναι η ίδια και για τα δύο θύματα, ως, επίσης, ίδια είναι και η σοβαρότητα του αδικήματος αναφορικά με αμφότερους», προσθέτοντας ότι διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών «θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα».
Στην απόφασή του, το Εφετείο παραθέτει και το σκεπτικό του Κακουργιοδικείου, σύμφωνα με το οποίο ο καταδικασθείς «πυροβολούσε αδιακρίτως εναντίον των θυμάτων και δεν σταμάτησε μέχρι που το στρατιωτικό τυφέκιο που χρησιμοποιούσε άδειασε από σφαίρες», ενώ «προχώρησε στην εκτέλεση των πράξεων με μοναδικό κριτήριο την αμοιβή που θα λάμβανε».
Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμη ότι από την επίθεση τραυματίστηκαν σοβαρά τόσο ο βασικός στόχος της επίθεσης όσο και το εξάχρονο παιδί που επέβαινε στο όχημα. Για το παιδί αναφέρεται ότι εξακολουθεί να παρακολουθείται από κλινικό ψυχολόγο, λόγω της ψυχικής αναστάτωσης που υπέστη.
Σε σχέση με την ποινή, το Εφετείο επισημαίνει ότι το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη προς όφελος του καταδικασθέντος την παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, τον εθισμό του σε ναρκωτικές ουσίες, καθώς και τη συνεργασία του με την Αστυνομία μετά τη σύλληψή του. Ωστόσο, έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούσαν να μειώσουν τη βαρύτητα των αδικημάτων.
Παραπέμποντας στη νομολογία, το Εφετείο υπενθυμίζει ότι «η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της μέγιστο έγκλημα», υπογραμμίζοντας ότι η αυστηρή τιμώρηση τέτοιων εγκλημάτων υπηρετεί τον αποτρεπτικό σκοπό του ποινικού δικαίου.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ουδόλως οι επιβληθείσες ποινές μπορούν να χαρακτηριστούν έκδηλα υπερβολικές», διαπιστώνοντας ότι πρόκειται για «ισορροπημένες και δίκαιες ποινές», οι οποίες επιβλήθηκαν αφού συνεκτιμήθηκαν όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας.





























