ΚΥΠΕ
Το Διοικητικό Εφετείο, με απόφασή του ημερομηνίας 19 Μαρτίου 2026, επικύρωσε την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή εταιρείας που ανήκει σε μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ, κρίνοντας νόμιμη τη βεβαίωση Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) σχετικά με τις προσφορές τύπου «αγοράζεις ένα, παίρνεις ένα δωρεάν» (1+1) και την πώληση κυλίνδρων γκαζιού.
Η υπόθεση αφορά φορολογική βεβαίωση που εκδόθηκε από τον Έφορο Φορολογίας το 2015, την οποία η εταιρεία αμφισβήτησε, υποστηρίζοντας ότι ο τρόπος υπολογισμού του ΦΠΑ ήταν λανθασμένος τόσο στις εμπορικές προσφορές όσο και στη διάθεση υγραερίου σε κυλίνδρους.
Σε σχέση με τις προσφορές 1+1, η εταιρεία υποστήριξε ότι το προϊόν που παραχωρείται δωρεάν δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στη φορολογητέα αξία. Το Διοικητικό Δικαστήριο, ασκώντας ακυρωτικό έλεγχο, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, θέση που επικυρώθηκε και από το Διοικητικό Εφετείο.
Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, «αυτές οι προσφορές δεν προέρχονταν από τον προμηθευτή συσκευασμένες ως τέτοιες αλλά είναι η ίδια η εταιρεία που τα διέθετε με αυτόν τον τρόπο», γεγονός που είχε καθοριστική σημασία για τη φορολογική τους μεταχείριση. Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι «η προσφορά των προϊόντων δεν συνιστούσε ενιαία συναλλαγή», διευκρινίζοντας ότι «ο καταναλωτής χρεωνόταν το πρώτο προϊόν με την κανονική του τιμή ενώ λάμβανε το δεύτερο δωρεάν».
Με βάση αυτό το σκεπτικό, το Εφετείο συμφώνησε ότι «ορθά ο Έφορος ενέταξε το δεύτερο προϊόν στην παράδοση αγαθών χωρίς αντιπαροχή», η οποία εμπίπτει στις σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας περί ΦΠΑ. Πιο συγκεκριμένα, το «δωρεάν» προϊόν θεωρήθηκε φορολογητέο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, καθώς η προσφορά αποτελούσε εμπορική επιλογή της ίδιας της εταιρείας.
Σε ό,τι αφορά τους κυλίνδρους γκαζιού, η εταιρεία υποστήριξε ότι η χρέωση για τον κύλινδρο αποτελούσε εγγύηση, η οποία επιστρεφόταν στον καταναλωτή και όχι ξεχωριστή πώληση, καθώς η κυριότητα του κυλίνδρου παρέμεινε με την εφεσείουσα και δεν μεταβιβαζόταν στον καταναλωτή.
Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι δεν προσκομίστηκε σχετική απόδειξη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, η θέση αυτή «δεν αποδείχθηκε από την Εφεσείουσα, ως όφειλε να πράξει», ενώ «απλά προέβαλε την άνωθεν θέση χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση αυτής».
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο γεγονός ότι η ίδια η εταιρεία χρέωνε τον κύλινδρο ως ξεχωριστό προϊόν. Το Διοικητικό Εφετείο σημείωσε ότι η παραδοχή αυτή «καθιστούσε την επίδικη βεβαίωση εύλογη, ώστε να μην χωρεί κατά τη γνώμη μας δικαστική επέμβαση». «Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνουμε ότι οι λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι ως προς το παράνομο της επίδικης βεβαίωσης φόρου εκροών σε σχέση με τους κυλίνδρους γκαζιού», πρόσθεσε.
Εξάλλου, κεντρικό στοιχείο της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου αποτελεί και η επαναβεβαίωση των ορίων του δικαστικού ελέγχου σε πράξεις της διοίκησης.
Το Εφετείο σημείωσε ότι η βεβαίωση φόρου εκδόθηκε στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου Φορολογίας, δυνάμει του Άρθρου 49(1) του Νόμου 95(Ι) του 2000 και ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να ασκήσει έλεγχο ουσίας επί της επίδικης φορολογίας, διότι έχει τέτοια δικαιοδοσία μόνο όταν -κατά την άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας- ο Έφορος εκτιμά λανθασμένα τα πραγματικά περιστατικά, που δεν ήταν η επίδικη περίπτωση».
Καταλήγοντας, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση της εταιρείας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου και τη στάση της διοίκησης, ενώ παράλληλα, επιδίκασε ποσό ύψους 3.000 ευρώ ως έξοδα σε βάρος της εφεσείουσας.



























