ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Μαρτυρίες ξεριζωμού:Η ζωή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μετά το 1974

Οι συγκλονιστικές ιστορίες ανθρώπων που άφησαν πίσω σπίτια και χωριά

ΚΥΠΕ

Ο βίαιος ξεριζωμός, που ακολούθησε την Τουρκική Εισβολή το 1974 στιγμάτισε τις ζωές των εκτοπισμένων.

Ο εκτοπισμός συνεχίστηκε για όσους Ελληνοκύπριους παρέμειναν εγκλωβισμένοι στις κατεχόμενες περιοχές, ενώ οι Τουρκοκύπριοι αφήνουν τα σπίτια τους στις ελεύθερες περιοχές για να μεταβούν στα κατεχόμενα από την Τουρκία εδάφη της Κύπρου, μετά τη Συμφωνία Τρίτης Βιέννης.

Μαρτυρίες σε ντοκιμαντέρ και στο αρχειακό υλικό του ΡΙΚ, στο οποίο απευθύνονται ευχαριστίες για την πρόσβαση και παραχώρηση, δείχνουν ότι ούτε οι Ελληνοκύπριοι ήθελαν, αλλά εξαναγκάστηκαν, να εγκαταλείψουν τα χωριά τους στον υπό κατοχή βορρά, όχι μόνο αμέσως μετά την Εισβολή, αλλά κυρίως κάθε φορά που γινόταν ένα επεισόδιο στα μεικτά ή αμιγώς τ/κ χωριά στο υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας τμήμα του νησιού. Ούτε όμως και οι Τουρκοκύπριοι στην πλειοψηφία τους ήθελαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και τα σπίτια τους, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν. Οι μεν Ε/κ σε κάποιες περιπτώσεις ξεσπιτώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, οι δε Τ/κ ακολούθησαν εντολές της τότε τ/κ ηγεσίας, με πρόσχημα την ασφάλειά τους.

Οι περισσότεροι Τ/κ που διέμεναν στην περιοχή της Λάρνακας είχαν μεταβεί στις Βρετανικές Βάσεις Δεκέλειας, ενώ οι Τ/κ της περιοχής Λεμεσού και κάποιων χωριών της Πάφου στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής, στην περιοχή Happy Valley. Ισχυροί θύλακες Τουρκοκυπρίων ήταν στα χωριά της Πάφου Άη Γιάννης, Βρέτσια, Γιαλιά, Πελαθούσα.

Η επανένωση των οικογενειών δεν βοήθησε αποτελεσματικά τη διατήρηση του ελληνοκυπριακού στοιχείου στη χερσόνησο της Καρπασίας κι αλλού.

Τις δικές τους μαρτυρίες και βιώματα αφηγούνται στο ΚΥΠΕ ο δημοσιογράφος Σωτήρης Παρούτης από την κατεχόμενη Γιαλούσα, ο Τζεμάλ Ντερμούς παραγωγός και σκηνοθέτης από τον Άη Γιάννη της Πάφου και η Λήδα Κουρσουμπά, νεαρή ασκούμενη δικηγόρος το 1974, εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό και σήμερα Α’ Αντιπρόεδρος του.

Τα σχολεία μοχλός εξαναγκασμού να φύγουν οι εγκλωβισμένοι, λέει ο Σωτήρης Παρούτης
Ο Σωτήρης Παρούτης με τη μητέρα του και την αδερφή του παρέμειναν στη Γιαλούσα μετά την Εισβολή. Ο πατέρας του είχε φορτηγό και η Εθνική Φρουρά το είχε επιτάξει, ενώ ο ίδιος κλήθηκε ως έφεδρος οδηγός με το φορτηγό στο 291 Τάγμα Πεζικού. Το Τάγμα αυτό, όπως και άλλα της Εθνικής Φρουράς τότε, υποχώρησαν μέχρι τις Αγγλισίδες, το Αλεθρικό και ο πατέρας του παρέμεινε σε επίταξη από την Εθνική Φρουρά με ένα μικρό ποσό για ένα και πλέον χρόνο, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1975. Χάρη στη Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης ο πατέρας του μπόρεσε να επιστρέψει έναν και πλέον χρόνο μετά στην οικογένειά του.

Η επιστροφή των Ε/κ γινόταν, είπε ο Σωτήρης, στην πλατεία του χωριού. «Ο πατέρας μου είχε να δει την κόρη του από τα 2 της χρόνια. Είχε κλείσει πια τα 3 και δεν την κατάλαβε. Ρώτησε πού είναι η Έλενα και του είπαμε αυτή είναι, αλλά είχε αλλάξει, δεν την είχε καταλάβει».
Με την επιστροφή των εκπαιδευτικών και των μελών των οικογενειών, ανέφερε, είχαν την αίσθηση ότι τα πράγματα θ’ αποκαθίσταντο και τα σχολεία θα λειτουργούσαν. Ωστόσο, η τ/κ πλευρά δεν άφησε τα σχολεία και κυρίως της μέσης εκπαίδευσης, να επαναλειτουργήσουν. «Ήταν ένας μοχλός εξαναγκασμού να φύγουν οι εγκλωβισμένοι».

Ο Σωτήρης θυμάται ότι στις 14 Αυγούστου 1975 κάποιοι καθηγητές είχαν επιστρέψει κι άρχισαν να προετοιμάζουν την επαναλειτουργία των γυμνασίων, αυτό δεν επιτράπηκε ποτέ. Τα δημοτικά, συνέχισε, είχαν λειτουργήσει από την προηγούμενη χρονιά, τη χρονιά της εισβολής. Ο ίδιος πήγε πέμπτη και έκτη δημοτικού τις δύο σχολικές χρονιές 1974 – 1975 και 1975 - 1976. Θυμάται δασκάλους που επέστρεφαν στο Δημοτικό μετά από μέρες κράτησης με εμφανή τα σημάδια της κακοποίησης και τον δικό του δάσκαλο, Ανδρέα Πογιατζή απ’ τη Γύψου να πηγαίνει με πατερίτσες στο σχολείο μετά από μια τέτοια κράτηση.

Όταν τέλειωσε το Δημοτικό έπρεπε να έρθει στις ελεύθερες περιοχές για να πάει στο γυμνάσιο. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1976 πήρε το λεωφορείο μόνος του και ήρθε στη Λευκωσία. «Μόνος μου εντελώς». Πήγε σε μια θεία του που διέμενε στη Λάρνακα και φοίτησε στην αρχή σε απογευματινό γυμνάσιο όπου «διαπίστωσα ότι ήμουν το δακτυλοδεικτούμενο προσφυγάκι» και την επόμενη χρονιά πήγε στο Γυμνάσιο Αγίου Λαζάρου στο οποίο φοιτούσαν αμιγώς παιδιά από τα ε/κ χωριά της υπό κατοχή περιοχής.

Μέχρι το τέλος του 1976, ανέφερε, αφού η τ/κ ηγεσία είχε πάρει στη Γιαλούσα Τ/κ από τον θύλακα των Κοκκίνων, οι οποίοι περιφέρονταν και σημάδευαν σπίτια, ζήτησε από τους Ε/κ που ακόμα διέμεναν εκεί να υπογράψουν οικειοθελώς το έγγραφο μετακίνησής τους στον νότο. Ένας θείος του, είπε, ρώτησε τους Τ/κ αστυνομικούς που πήγαν να τους ζητήσουν να φύγουν, τι θα γίνει εάν δεν το υπογράψουν κι εκείνοι του απάντησαν ότι δεν θα φέρουν ευθύνη για την τύχη τους.

Η διαφορά με άλλους εγκλωβισμένους που είχαν φύγει νωρίτερα, το 1975 και το 1976, είπε ο Σωτήρης ήταν ότι οι Ε/κ κάτοικοι της Γιαλούσας είχαν το δικαίωμα να πάρουν και πράγματα φεύγοντας. Οι δικοί του γονείς έφεραν και τα κουνέλια τους, θυμάται, εκτός από τα έπιπλα του σπιτιού που ο ίδιος έχει ακόμα και τα χρησιμοποιεί.

Ο πατέρας του, επειδή είχε φορτηγό, τα μετέφερε ο ίδιος, ενώ άλλοι Ε/κ νοίκιαζαν για 50 λίρες τότε, φορτηγά Τ/κ από τη Γιαλούσα μέχρι το Λήδρα Πάλλας στη Λευκωσία. Από εκεί μεριμνούσε ο κυπριακός Ερυθρός Σταυρός και μεταφέρονταν τα υπάρχοντά τους στα κεντρικά γραφεία του οργανισμού στη Λεωφόρου Προδρόμου όπου θυμάται ότι τότε είχε στοίβες επίπλων εγκλωβισμένων που δεν ήξεραν τι να τα κάνουν αφού δεν ήξεραν πού θα πάνε.

Η επικοινωνία τον έναν και πλέον χρόνο που ο πατέρας του ήταν στις ελεύθερες περιοχές γινόταν μέσω των μηνυμάτων του Ερυθρού Σταυρού που διαβάζονταν από το ραδιόφωνο του ΡΙΚ συγκεκριμένη ώρα κάθε μέρα.

Ο Σωτήρης θυμάται ότι στις 24 Αυγούστου 1974 οι Τ/κ τους συγκέντρωσαν όλους στην πλατεία του χωριού, χώρισαν τις γυναίκες από τους άντρες και πήραν τους άρρενες από ηλικία 14-15 ετών έως 50 και κάτι, αιχμαλώτους και στη Γιαλούσα είχαν μείνει μόνο τα γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι. Λεηλατήθηκαν και κάποια σπίτια Ε/κ. Τον πρώτο καιρό υπήρχε κατ’ οίκον περιορισμός, χρειαζόταν ειδική άδεια για να βγει κάποιος από το χωριό, να πάει ακόμα και στα χωράφια που καλλιεργούσε, ενώ υπήρχαν και περίπολα που έκαναν έλεγχο στα σπίτια των

Ε/κ.

Τα συσσίτια μέσω του Ερυθρού Σταυρού άρχισαν μετά από λίγο καιρό είπε, και τα φορτηγά έφταναν κάθε Παρασκευή στη Γιαλούσα.
Ο Σωτήρης Παρούτης θυμάται ότι υπήρχε φόβος για τη ζωή τους, αλλά δεν είδε με τα μάτια του βιαιότητες. Η φράση όμως ότι θα τους πάρουν στην πλατεία του χωριού να τους σκοτώσουν και «ο χάρος με τους πολλούς εν πιο γλυτζιής» είναι χαραγμένη στη μνήμη του από τότε. Δύο χρόνια που έμεινε στη Γιαλούσα δεν είδε τη θάλασσα, δεν την πλησίασε καν, απαγορευόταν.

Ο δημοσιογράφος Σωτήρης Παρούτης είναι σήμερα 62 ετών. Μέσα από τις εκπομπές του και ντοκιμαντέρ έχει ασχοληθεί με τον εκτοπισμό, τη μετακίνηση του πληθυσμού και την ιστορία πριν και μετά το 1974. Επιστρέφει στη Γιαλούσα όπου το σπίτι του έχει κατοικηθεί και από ξένους.

Από τον Αη Γιάννη της Πάφου με τα πόδια στη Λεύκα ο Τζεμάλ Ντερμούς
Ο Τζεμάλ Ντερμούς γεννήθηκε στο Άη Γιάννη της Πάφου το 1962 όπου ζούσαν οικογενειακώς μέχρι το καλοκαίρι του 1974. Στις 14 Αυγούστου 1974, όταν ξεκίνησε η 2η φάση της «επιχείρησης», όπως αποκάλεσε την εισβολή, «στον βορρά οι Τούρκοι επιτέθηκαν στα ε/κ χωριά και οι Ε/κ επιτέθηκαν στα χωριά που έμειναν Τ/κ στον νότο». Εκείνη την ημέρα πρόσεχε το κοπάδι με τα πρόβατα σε έναν φράχτη κοντά στο σπίτι του, άκουσε πυροβολισμούς, ήρθε αμέσως η μητέρα του και τον πήρε, όπως και τα πρόβατα.

«Ανάμεσά μας πέρασε μια σφαίρα και χτύπησε στον τοίχο του σπιτιού. Ο ήχος εκείνης της σφαίρας μ’ έχει κάνει ακόμα και σήμερα, όταν χτυπά η πόρτα, ν’ ανατριχιάζω, να αναστατώνομαι», λέει. Ο πόλεμος συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα. Υπήρξαν 5 νεκροί Τ/κ, οι Ε/κ έφυγαν από το χωριό, ήρθαν οι ειρηνευτές (ΟΥΝΦΙΚΥΠ) και εγκαταστάθηκαν, προσθέτει.

Η ζωή συνεχίστηκε στους κανονικούς της ρυθμούς, ανέφερε ο Ντερμούς, άλλωστε ένα μήνα μετά έπρεπε να τρυγήσουν για να πουλήσουν τα σταφύλια. Παρόλα αυτά, θυμάται, οι μεγαλύτεροι είχαν μια ανησυχία, μια έγνοια για τα παιδιά. Ήταν σημαντικό γι’ αυτούς τα παιδιά να πάνε σχολείο κι αυτό δεν ήταν εφικτό. Βρέθηκε μια φόρμουλα, είπε. «Οι προύχοντες του χωριού βρήκαν έναν τρόπο και μέσω των βουνών πήγαν στη Λεύκα. Ήξεραν τον δρόμο για τη Λεύκα γιατί στο ελαιοτριβείο πήγαιναν τις ελιές για το λάδι τους. Κάποιοι γνώριζαν τον δρόμο γιατί εργάζονταν στο ορυχείο της Λεύκας. Κάποιοι έγιναν ρεχμπέρ (οδηγοί)», (σσ: τουρκικά rehber, προερχόμενο από τα περσικά rahbar).
Η πρώτη ομάδα Τ/κ από τον Αη Γιάννη πήγε στη Λεύκα προς το τέλος Σεπτεμβρίου 1974, θυμάται ο Τζεμάλ. Όταν έφτασαν στη Λεύκα έπρεπε να στείλουν ένα μήνυμα και το έκαναν μέσω του ραδιοφώνου του Μπαϊράκ. Το μήνυμα ήταν: «Η εγχείρησή μας πέτυχε, είμαστε ολοζώντανοι». Ενθαρρυμένοι από το μήνυμα, συνέχισε, οι χωριανοί στον Αη Γιάννη άρχισαν να οργανώνουν κι άλλες ομάδες με παιδιά, τα οποία μετέφεραν στον «βορρά» για να μπορέσουν να πάνε σχολείο. «Η δική μου ομάδα ήταν η 3η», λέει.

Περιγράφοντας το πώς έγινε, είπε ότι δεν γνώριζαν ότι θα έφευγαν. Έπαιζε με φίλους του στον δρόμο όταν πήγε ο πατέρας του και είπε σε αυτόν και τον αδερφό του «ετοιμαστείτε. Ο ρεχμπέρ σας είναι ο Ναζίμ χότζας. Του μίλησα και θα σας πάρει και εσάς στο βορρά».Ετοιμαστήκαμε, αλλά δεν πήραμε ούτε νερό μαζί μας, ούτε τροφή, είπε. «Είναι και λίγο κωμικό, αλλά εγώ νόμιζα ότι θα πάμε σε κάποιο χορό, κάποιο πάρτι, λίγο καιρό μετά ήταν το μπαϊράμι. Οι γονείς μας μάς είχαν αγοράσει καινούργια ρούχα και έβαλα εκείνα για το ταξίδι. Δεν γνωρίζαμε ότι θα πάμε από μια περίπλοκη διαδρομή, ούτε ότι θα είχαμε δυσκολίες. Εγώ ήμουν 12 χρονών και ο αδερφός μου 15».

Η ομάδα αποτελείτο από 14 άτομα, εκ των οποίων τα 8-9 ήταν παιδιά, το μεγαλύτερο 15-16 ετών. Ένας 30χρονος άνδρας από την ομάδα, θυμάται, νευριασμένος είπε στον ρεχμπέρ ‘αυτά είναι παιδιά, η διαδρομή θα είναι δύσκολη, δεν θα μπορούν να περπατήσουν, άστα εδώ, μην τα παίρνεις μαζί’. Τότε έβγαλαν εμένα και άλλους δύο φίλους μου από την ομάδα, θυμάται ο Ντερμούς, αλλά τα παιδιά άρχισαν να διαμαρτύρονται ότι ήταν αρκετά μεγάλοι, ανέβαιναν τα βουνά με τα γαϊδούρια για δουλειές και περπατούσαν την ημέρα 10-15 χλμ, «πώς δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτή τη διαδρομή; Τους πείσαμε και έτσι ξεκινήσαμε».

Ίσως, είπε, επειδή ήταν από τις πρώτες ομάδες που έκαναν εκείνη τη διαδρομή δεν συνάντησαν κανένα σοβαρό κίνδυνο. Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκαν κάτω από τα δέντρα. «Κρυβόμασταν από τον ε/κ στρατό γιατί δεν άφηνε τους Τ/κ να περνάνε στον βορρά, επειδή η ε/κ διοίκηση τότε δεν το ήθελε αυτό». Θυμάται ότι έφτασαν σ’ έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο γύρω στο μεσημέρι της επόμενης ημέρας και ήταν τυχεροί γιατί δεν πέρασε κανένα αυτοκίνητο εκείνη την ώρα και εύκολα τον διέσχισαν και βρέθηκαν σε μια κοιλάδα. Πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε κοιλάδα, νόμιζε ότι ήταν σε ταινία

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας αυτής, περίπου 26 ώρες, έπιναν μόνο νερό από φυσικές πηγές που έβρισκαν στο δρόμο τους, όμως σε κάποια φάση πείνασε. Ένας φίλος του είχε μαζί του λίγο βραστό κοτόπουλο που του έβαλε η μάνα του να πάρει και του έδωσε λίγο. «Ακόμα και σήμερα, από τότε, δεν μπορώ να φάω κοτόπουλο. Κι αυτό επειδή δεν θα βρω ξανά τη γεύση εκείνου του κοτόπουλου».
Περπάτησαν λίγο ακόμα κι έφτασαν στο φράγμα της Λεύκας. Νόμισε ότι ήταν ωκεανός. «Στον Άη Γιάννη είχε ρέματα, αλλά εγώ δεν είχα δει μέχρι τότε τη θάλασσα». Η μόνη περίπτωση που ανησύχησε, είπε, ήταν όταν πλησίασαν το φράγμα της Λεύκας κι από ψηλά σημεία πίσω τους άκουσαν τους Ε/κ στρατιώτες να τους φωνάζουν, «άνοιξαν πυρ κι αρχίσαν να τρέχουν προς το μέρος μας. Αλλά ήταν πολύ μακριά και εμείς πλέον είχαμε φτάσει πολύ κοντά στα σύνορα. Ο ρεχμπέρ μας είχε πει πως όταν φτάσουμε 100 μέτρα από το φράγμα τότε ο τουρκικός στρατός θα είναι πολύ κοντά κι έτσι δεν φοβήθηκα».

Τους υποδέχθηκε ο τουρκικός στρατός και τους πήγε σε μια στρατιωτική μονάδα όπου τους έδωσαν φαγητό. «Και τότε συνειδητοποίησα ότι εμείς μπορεί να φτάσαμε αλλά οι γονείς μας, ο πατέρας μας και η μάνα μας, ήταν στο χωριό. Πού θα πάμε; Δεν ξέραμε πού θα πάμε». Την επόμενη μέρα τους έβαλαν σε λεωφορεία και τους μετέφεραν στη Λευκωσία, όπου δύο εβδομάδες έμειναν σε μια εστία και μετά «μας εγκατέστησαν στη Ζώδια».

Ο πατέρας του, Χουσεΐν τους βρήκε στη Λευκωσία 6 μήνες μετά με τον ίδιο τρόπο, αλλά μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες, αφού τους είχαν εντοπίσει οι Ε/κ και τους γύρισαν πίσω. Η μητέρα του, Αϊσιέ, έφθασε 1 χρόνο μετά κι αυτή περπατώντας μέσα από τα βουνά.
Ο παππούς και η γιαγιά από τη μεριά της μητέρας του πέρασαν στον κατεχόμενο βορρά, στις 16 Αυγούστου 1975 ομαδικά, μαζί με άλλους Τ/κ. Και όλη η οικογένεια μαζί έμειναν στη Ζώδια.

Ο Τζεμάλ Ντερμούς είναι σήμερα 64 ετών, ως παραγωγός και σκηνοθέτης στον «Μπαϊράκ» έκανε πολλά ντοκιμαντέρ για τη μετακίνηση/ αποχώρηση/ ανταλλαγή πληθυσμού το 1974 – 1975.

Η νοσταλγία για το χωριό του δεν σταμάτησε και γι’ αυτό μετά τη συνταξιοδότησή του πηγαίνει συχνά στον Αη Γιάννη, φροντίζει τα σπίτια του χωριού, στα οποία μένουν τώρα Ε/κ που άφησαν τα δικά τους χωριά το 1974, αναγκαστικά. Φροντίζει τ’ αμπέλια του χωριού, βοηθά, τρυγά τα σταφύλια.

Εμπειρίες που τη στιγμάτισαν θυμάται η Λήδα Κουρσουμπά
Κομβικός και κρίσιμος ήταν στα γεγονότα ο ρόλος του Ερυθρού Σταυρού. Γι’ αυτό μιλά στο ΚΥΠΕ η Α’ Αντιπρόεδρος του κυπριακού Ερυθρού Σταυρού, Λήδα Κουρσουμπά, νεαρή ασκούμενη δικηγόρος το 1974 στο δικηγορικό γραφείο της κ. Σουλιώτη και μητέρα ενός νεογέννητου ενός μηνός, εθελόντρια.

Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ICRC) κλήθηκε την επομένη της εισβολής και έστειλε άμεσα στην Κύπρο κλιμάκιο για ν’ αναλάβει δράση, ενώ το κτήριο του κυπριακού Ερυθρού Σταυρού, κοντά στις Κεντρικές Φυλακές, είχε βομβαρδιστεί και η τότε Πρόεδρος, Στέλλα Σουλιώτη είχε μετακινηθεί στο υπόγειο του τότε γενικού νοσοκομείου Λευκωσίας, γνωρίζοντας ότι εκεί θα χρειαζόταν σίγουρα βοήθεια.
Η Λήδα Κουρσουμπά καλείται να βοηθήσει. Τη βάζουν στην ξενοδοχειακή σχολή όπου γινόταν η υποδοχή των εγκλωβισμένων που επέστρεφαν, των αιχμαλώτων που απελευθερώνονταν, αλλά και των γυναικών και κοριτσιών που είχαν βιαστεί. Ασχολήθηκε με αυτές τις περιπτώσεις των γυναικών, μια εμπειρία που τη στιγμάτισε για όλη της τη ζωή.

Η κ. Κουρσουμπά εξήγησε τον ρόλο του ICRC και του κυπριακού παραρτήματος. Η επικοινωνία των εγκλωβισμένων στα υπό κατοχή χωριά με τους από εδώ συγγενείς τους, εξήγησε, γινόταν μέσω συγκεκριμένης διαδικασίας με ειδικό έγγραφο του Ερυθρού Σταυρού οι εθελοντές του οποίου μετέφεραν στους εγκλωβισμένους, το συμπλήρωναν και το έφερναν από δω. Υπήρχαν κανόνες: όριο λέξεων και συγκεκριμένα μηνύματα που αφορούσαν μόνο τα νέα της οικογένειας. «Στις απαντήσεις άκουγαν», είπε, «ότι γινόταν λογοκρισία από την τ/κ ηγεσία και κάποτε τα μηνύματα από τον νότο δεν έφταναν ποτέ».

Τα μηνύματα αυτά διαβάζονταν όμως συγκεκριμένη ώρα που όλοι συντονίζονταν στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ. «Τέτοια μηνύματα», είπε η κ. Κουρσουμπά, «έχουν παραχωρηθεί και εκτίθενται στο μουσείο του ICRC στη Γενεύη, αφού παρόμοια δεν υπήρχαν σε άλλη χώρα».
Συνεχίζοντας είπε ότι τα πακέτα με τρόφιμα και φάρμακα ξεκίνησαν τότε μέσω των Ελβετών που συμμετείχαν στο κλιμάκιο του ICRC και ήταν εκείνοι που κατέγραφαν τις ανάγκες των εγκλωβισμένων, αλλά και ενημέρωναν για το τι συνέβαινε στις υπό κατοχή περιοχές, καθώς οι Ε/κ μέλη του Ερυθρού Σταυρού δεν μπορούσαν να πάνε. «Η αποστολή τέτοιων πακέτων, μέσω συγκεκριμένης διαδικασίας, συνεχίζεται και σήμερα που κυρίως είναι μόνο φάρμακα και τη διεκπεραίωση σήμερα αναλαμβάνουν τα ΗΕ», ανέφερε.

Εξήγησε ότι ο κυπριακός Ερυθρός Σταυρός δέχονταν βοήθεια για τους εκτοπισμένους και τους εγκλωβισμένους σε κτήριο που τους είχε παραχωρηθεί από τον σύλλογο νέων Trust. «Οι ανάγκες ήταν τότε παιδικές τροφές, τρόφιμα, φάρμακα. Μηνύματα έστελνε και ο Ερυθρός Σταυρός μέσω ICRC προς τον κοινοτάρχη ενός χωριού με εγκλωβισμένους Ε/κ ζητώντας π.χ. ενημέρωση για τον αριθμό των ατόμων, ενηλίκων και παιδιών, για να στείλουν ρούχα και παπούτσια», σημείωσε.

Ερωτηθείσα εάν ο Ερυθρός Σταυρός είχε κληθεί και από Τ/κ που ήταν σε συγκεκριμένες περιοχές μετά το 1974, όπως πχ οι Βάσεις, η κ. Κουρσουμπά είπε ότι δεν γνωρίζει, αλλά σίγουρα εάν υπήρχε τέτοιο αίτημα ο Ερυθρός Σταυρός θα ανταποκρινόταν, γιατί δεν έκανε διακρίσεις.

Ανέφερε επίσης, ότι η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού έχει αρχεία με τα ονόματα των αιχμαλώτων τόσο στην Κύπρο (πχ γκαράζ Παυλίδη) όσο και στην Τουρκία (πχ Άδανα), κατά την επίσκεψη κλιμακίων του ICRC σε τέτοιους χώρους. «Τα αρχεία αυτά», είπε, «50 χρόνια μετά έχουν παραχωρηθεί για χρήση στον κυπριακό Ερυθρό Σταυρό».

Η κ. Κουρσουμπά θυμάται επίσης, ότι τότε δημιουργήθηκε η Υπηρεσία Μέριμνας και διορίστηκε ο Γιώργος Ιακώβου, που συνεργάστηκε με τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, ενώ χάρη στη Στέλλα Σουλιώτη έγινε και η τροποποίηση στη νομοθεσία που επέτρεπε για συγκεκριμένη περίοδο την ιατρική διακοπή κύησης για όσες γυναίκες είχαν μείνει έγκυες μετά από βιασμό.

Θυμάται μία από τις τραγικές περιπτώσεις που ήταν η άφιξη λεωφορείων με αιχμαλώτους από το Λήδρα Πάλλας στην ξενοδοχειακή σχολή όπου εκατοντάδες συγγενείς που περίμεναν με αγωνία να δουν εάν οι δικοί τους επέστρεψαν. «Ήταν ο κυπριακός Ερυθρός Σταυρός που τους έδινε ρούχα να ντυθούν, ένα πρώτο γεύμα να φάνε και μια πρώτη οικονομική βοήθεια 2 λιρών. Είχε άτομα που δεν τους περίμενε κανείς γιατί πιθανόν η οικογένειά τους ήταν στα κατεχόμενα. Φροντίζαμε να πάνε σε συγγενείς τους στις ελεύθερες περιοχές», κατέληξε στην περιγραφή της κ. Κουρσουμπά.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κοινωνία: Τελευταία Ενημέρωση