ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Κύπρος: «Έσυρε» στο Ανώτατο τον Αρχηγό της Αστυνομίας και υπουργό

Το αίτημά του παραπονούμενου, έγινε αποδεκτό

24news team

Αίτημα εναντίον του Αρχηγού της Αστυνομίας και του υπουργού Εσωτερικών, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στο Ανώτατο Δικαστήριο, επέβαλε Αιγύπτιος κρατούμενος. Ο αιτητής, ισχυρίστηκε ότι, η κράτησή του ήταν παράνομη ή αδικαιολόγητη.

Το αίτημά του σχετιζόταν με το προνομιακό ένταλμα Habeas Corpus που παρέχεται αποτελεσματικός τρόπος άμεσης απελευθέρωσης.

Ο παραπονούμενος, ο οποίος είναι αιγυπτιακής καταγωγής, αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του παράνομου αερολιμένα της Τύμπου στις 17.2.2018 και ακολούθως, σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο σημείο, πέτυχε είσοδο στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Έντεκα μήνες μετά την παράνομη άφιξή του στην Κύπρο, στις 21.1.2019, μετέβηκε στα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Λάρνακας, όπου και υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία.

Την ίδια μέρα συνελήφθη, δυνάμει διατάγματος κράτησης, το οποίο εκδόθηκε βάσει του άρθρου 9ΣΤ(2)(ε) του Νόμου, ήτοι για λόγους εθνικής ασφάλειας. Έκτοτε, παραμένει υπό κράτηση, η διάρκεια της οποίας συνιστά και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 9ΣΤ(7)(α)(i) του Νόμου.

Η έκδοση του εν λόγω εντάλματος εδράσθηκε στο γεγονός ότι τα στοιχεία του Αιτητή ήταν καταχωρημένα τόσο στη βάση δεδομένων ξένης συνεργαζόμενης υπηρεσίας για θέματα τρομοκρατίας, όσο και στο σύστημα 124/7 της ΄Ιντερπολ για πιθανή σύνδεσή του με τρομοκρατικές ομάδες.

Ο Αιτητής παρουσιάζεται ως μέλος τρομοκρατικής ομάδας, χωρίς να υπάρχουν υποψίες για επιχειρησιακή δράση. Σημειώνεται πως συνιστά κοινό έδαφος ότι, μετά από πρόσφατο έλεγχο που έγινε στη βάση δεδομένων της ΄Ιντερπολ, τα στοιχεία του Αιτητή φαίνεται να έχουν αφαιρεθεί. Λέχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή και δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση, ότι η αφαίρεση των στοιχείων του Αιτητή από τα δεδομένα αυτά έλαβε χώραν κατόπιν ενεργειών των συνηγόρων του Αιτητή.

Παρά ταύτα, τα στοιχεία του εξακολουθούν να είναι καταχωρημένα, τόσο στη βάση δεδομένων της πιο πάνω ξένης συνεργαζόμενης υπηρεσίας, όσο και στη βάση δεδομένων της Γιούροπολ.

Στις 14.6.2019 η Υπηρεσία Ασύλου, με απόφασή της, απέρριψε το προαναφερθέν αίτημα του Αιτητή προς παροχή διεθνούς προστασίας. Ως αποτέλεσμα, ο Αιτητής, στις 15.10.2019, καταχώρησε, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, την προσφυγή, προς τον σκοπό ακύρωσης της εν λόγω απόφασης, η οποία και εκκρεμεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρείται ότι εξακολουθεί να τελεί υπό το καθεστώς του αιτητή ασύλου.

Εν τω μεταξύ, πέντε μήνες μετά τη σύλληψή του, στις 5.6.2019, καταχώρησε για πρώτη φορά αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus. Κρίθηκε ότι δεν εντοπιζόταν αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι το παράπονό του, πως η κράτησή του ήταν παράνομη λόγω διάρκειας χωρίς να λαμβάνονται οι δέουσες ενέργειες για τον σκοπό για τον οποίο κρατείται, δεν ευσταθούσε.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 22.10.2019, ο Αιτητής καταχώρησε νέα αίτηση για έκδοση παρόμοιου προνομιακού εντάλματος, στη βάση παράλειψης της αρμοδίας αρχής να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση της κράτησής του, η οποία επίσης απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίθηκε, εν ολίγοις, ότι η παράταση της κράτησης του οφειλόταν στον ίδιο, ως εκ των ενεργειών του, ήτοι, ουσιαστικά, της εκ μέρους του λήψης δικαστικών διαβημάτων.

Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή εισηγείται ότι η συνέχιση της κράτησής του είναι παράνομη, λόγω της παρατεταμένης της διάρκειας και της αδράνειας των αρχών προς επαλήθευση των λόγων κράτησης. Προβάλλει, περαιτέρω, ότι ο Αιτητής δεν συνιστά ενεστώσα, πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή για την ασφάλεια της Δημοκρατίας και δεν υπάρχει καμία μαρτυρία η οποία και να στοιχειοθετεί την αναγκαιότητα της συνέχισης της κράτησής του.

Οι καθ΄ ων η Αίτηση εισηγούνται ότι η διάρκεια της κράτησης δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ούτε το άρθρο 9ΣΤ(7) του Νόμου. Θέτουν, επιπρόσθετα, ότι είναι καθόλα νόμιμη και αναγκαία για την προστασία της εθνικής ασφάλειας.

Το κρίσιμο βεβαίως ερώτημα επικεντρώνεται στο κατά πόσο η κράτηση του Αιτητή από τις 21.1.2019 αντιστρατεύεται τις πρόνοιες του άρθρου 9ΣΤ(4)(α) και (β) του Νόμου, κατά πόσο δηλαδή έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια, υπό την έννοια ότι εκτείνεται στο απαραίτητο και μόνο χρονικό διάστημα που ισχύει ο λόγος κράτησης που προβλέπεται από το εδάφιο (2) του εν λόγω άρθρου και, επιπρόσθετα, κατά πόσο οι διοικητικές διαδικασίες, που συνδέονται με τον λόγο κράτησης, εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. 

Θα πρέπει βεβαίως να υπομνησθεί ότι ο Αιτητής τελεί υπό κράτηση για λόγους εθνικής ασφάλειας και η επικινδυνότητά του, καθώς επίσης και η εξέταση των σχετικών πληροφοριών, όπως και η εκτίμηση των στοιχείων που ευλόγως προκαλούν ανησυχία για τη δημόσια ασφάλεια, είναι κατ΄ εξοχήν έργο και ευθύνη της Διοίκησης.

Το Δικαστήριο, κατά τη διαδικασία αίτησης για Habeas Corpus, δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική εκτίμηση των πληροφοριών που καλύπτουν τους λόγους εθνικής ασφάλειας.

Καθοριστικό παράγοντα προς εξέταση των χρονικών πλαισίων της κράτησης, συνιστούν τα γεγονότα που αφορούν την κάθε περίπτωση. Συνεπώς, ο έλεγχος της διάρκειας της κράτησης άπτεται των πραγματικών δεδομένων της κάθε υπόθεσης.

Η απόφαση του Ανώτατου

Ο Αιτητής τελεί υπό κράτηση για 19 περίπου μήνες, στη βάση των προαναφερθεισών πληροφοριών της ξένης υπηρεσίας και των δεδομένων της Γιούροπολ, αφού τα όσα κάλυπταν την καταχώρησή τους στα δεδομένα της ΄Ιντερπολ έχουν πλέον αφαιρεθεί. Όπως ορθά λέχθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφασης στην δεύτερη αίτηση προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, ο λόγος κράτησης, ήτοι, της εθνικής ασφάλειας, «.... ως εκ της ιδιαιτερότητάς του, είναι λογικό να μη δικαιολογεί τη διαρκή διερεύνησή του, προκειμένου να διαπιστώνεται η συνέχιση ή μη της ύπαρξής του.».

Στην απόφαση του Ανώτατου, αναφέρεται ότι τα αδιαμφισβήτητα όμως δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης, επιμαρτυρούν ότι καμία ουσιαστική προσπάθεια διερεύνησης ή επιβεβαίωσης του υπό αναφορά λόγου κράτησης δεν έλαβε χώραν, παρά το εκτεταμένο διάστημα που στερείται της ελευθερίας του ο Αιτητής.

Το Ανώτατο αναφέρει στην απόφασή του: Όπως διαπιστώνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, αποφασιστικό παράγοντα προς έκδοση του επίδικου εντάλματος σύλληψης, αποτέλεσε η πληροφορία από την ξένη συνεργαζόμενη υπηρεσία. Όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 1, το Γραφείο Καταπολέμησης Τρομοκρατίας αποτάθηκε στον Αξιωματικό Σύνδεσμο της Υπηρεσίας αυτής για διαβίβαση περαιτέρω πληροφοριών, χωρίς όμως να διαβιβασθούν οποιαδήποτε άλλα επιπρόσθετα στοιχεία. Η πρώτη αναφορά σε επανεξέταση της κράτησης του Αιτητή εντοπίζεται να έχει γίνει 14 μήνες μετά τη σύλληψή του, στις 17.3.2020, και σημειώνεται, τεκμήριο 16 της ένστασης, ότι κρατείται για λόγους εθνικής ασφάλειας και πως εκκρεμεί απόφαση για επανεξέταση της τρομοκρατικής απειλής. Υπό αυτές τις συνθήκες έγινε και εισήγηση για συνέχιση της κράτησής του. Ακολούθησε νέα «επανεξέταση», στις 16.4.2020. Σύμφωνα με το τεκμήριο 17 της ένστασης, καταγράφεται ότι εκκρεμεί προσφυγή στο ΔΔΔΠ και ότι εκκρεμεί επίσης επανεξέταση της επικινδυνότητας ένεκα τρομοκρατικής απειλής. Και πάλι γίνεται εισήγηση για συνέχιση της κράτησης. Στις 18.5.2020 διενεργήθηκε νέα «επανεξέταση» της κράτησης και αποφασίστηκε η συνέχισή της, με ταυτόσημες ως προηγουμένως σημειώσεις και με αναφορά «Δεν έχει αλλάξει κάτι από την τελευταία επανεξέταση.».

Τέλος, στις 26.5.2020, τεκμήριο 20 της ένστασης, και στα πλαίσια επανεξέτασης της κράτησης του Αιτητή, ζητήθηκαν οι απόψεις της ΥΑΜ, κατά πόσο εξακολουθούν να υφίστανται και σε ποιο βαθμό, οι λόγοι που επέβαλλαν την κράτηση. Παρά το γεγονός ότι γίνεται επισήμανση στο εκτεταμένο διάστημα κράτησης και ζητείτο σύντομη απάντηση προς επαναξιολόγηση της περίπτωσης, καμία ανταπόκριση δεν υπήρξε από την ΥΑΜ μέχρι και σήμερα.

Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας κατά νουν τη νομική διάσταση του θέματος, όπως έχει ήδη αναπτυχθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά η αποδοχή της αίτησης και η έκδοση διατάγματος άμεσης αποφυλάκισης του Αιτητή. Τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι ελλείπει το υπόβαθρο τεκμηρίωσης προς απόδειξη της αναγκαιότητας της συνέχισης της κράτησης του Αιτητή. Η όποια αξιολόγηση του κινδύνου έγινε, ανατρέχει στα όσα έλαβαν χώραν πριν από 19 περίπου μήνες και τα οποία προκύπτουν, ουσιαστικά, από πληροφορίες ξένης υπηρεσίας. Τίποτε άλλο δεν μεσολάβησε στο διάστημα που παρήλθε μέχρι και σήμερα, προκειμένου να δικαιολογηθεί η συνέχιση της κράτησης στη βάση πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντος σοβαρής απειλής στο πρόσωπο του Αιτητή. Παρήλθε διάστημα πέραν των 19 μηνών, χωρίς να τεκμηριωθεί από την πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση, η οποία έχει και το βάρος απόδειξης, ότι λήφθηκαν συγκεκριμένα και ουσιαστικά μέτρα προς επαλήθευση των λόγων κράτησης, ούτε διαφαίνεται ότι υπάρχει πραγματική προοπτική, η εξακρίβωση αυτή, να μπορεί να γίνει με επιτυχία το συντομότερο δυνατό και χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Εκ του περισσού προστίθεται ότι οι αναφορές σε κατ΄ επανάληψη «επανεξετάσεις» είναι κενές περιεχομένου, αφού εξαντλούνται στη διαπίστωση και μόνο της αναγκαιότητας για επανεξέταση, χωρίς τη λήψη ουσιαστικών μέτρων και ενεργειών προς την κατεύθυνση αυτή.

Ορθή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας υπό το πρίσμα των πιο πάνω και δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, Κράτους και Αιτητή, οδηγεί στην αποδοχή της αίτησης και στην έκδοση ανάλογου διατάγματος απελευθέρωσης του Αιτητή.

Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κοινωνία: Τελευταία Ενημέρωση

X