ΚΥΠΕ
Το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε άδεια σε πρόσωπο που διερευνάται για αδικήματα παράνομης πρόσβασης σε συστήματα πληροφοριών, παράνομης παρεμβολής σε δεδομένα και παράνομης υποκλοπής, να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με στόχο τον έλεγχο της νομιμότητας διατάγματος που επέτρεψε την πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά του δεδομένα.
Η απόφαση εκδόθηκε στις 16 Ιουλίου 2026, με το Ανώτατο να κρίνει ότι υπάρχει «εκ πρώτης όψεως» ζήτημα κατά πόσον τα υπό διερεύνηση αδικήματα εμπίπτουν στην έννοια του «σοβαρού αδικήματος», προϋπόθεση που απαιτείται από το Σύνταγμα και τη σχετική νομοθεσία για την πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα.
Η υπόθεση αφορούσε διάταγμα πρόσβασης σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας τον Απρίλιο του 2026, δυνάμει του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου του 2007.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου, ο αιτητής συνελήφθη τον Ιούνιο του 2026, κατόπιν έκδοσης εντάλματος σύλληψης, ως ύποπτος για αδικήματα παράνομης πρόσβασης σε συστήματα πληροφοριών, παράνομης παρεμβολής σε δεδομένα και παράνομης υποκλοπής.
Μετά τη σύλληψή του οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο διέταξε την προσωποκράτησή του για τέσσερις ημέρες στο πλαίσιο της αστυνομικής διερεύνησης. Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου κράτησης, αφέθηκε ελεύθερος.
Στη συνέχεια, πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του διατάγματος πρόσβασης σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και, αφού εξασφάλισε αντίγραφο του διατάγματος και της σχετικής αίτησης που το συνόδευε, ζήτησε από το Ανώτατο άδεια για καταχώριση αίτησης έκδοσης εντάλματος Certiorari.
Ο συνήγορος του αιτητή υποστήριξε ότι το διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 17 του Συντάγματος και του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων Νόμου (Ν.183(Ι)/2007), καθώς η πρόσβαση των αρχών σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα επιτρέπεται μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Όπως ανέφερε, το Άρθρο 17 του Συντάγματος προστατεύει το απόρρητο της επικοινωνίας και επιτρέπει την επέμβαση σε αυτό, μεταξύ άλλων, κατόπιν δικαστικού διατάγματος για τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Σύμφωνα με τον ίδιο, ως «σοβαρά αδικήματα» θεωρούνται εκείνα για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω.
Κατά τον συνήγορο του αιτητή, τα αδικήματα για τα οποία διεξαγόταν η έρευνα στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούσαν αυτή την προϋπόθεση, καθώς προβλέπουν ανώτατη ποινή φυλάκισης που «δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη». Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση διατάγματος πρόσβασης στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του πελάτη του.
Το Ανώτατο σημείωσε στην απόφασή του ότι τα προνομιακά εντάλματα, όπως το Certiorari, αποτελούν εξαιρετικό ένδικο μέσο και χορηγούνται μόνο σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή έκδηλη νομική πλάνη.
Εξετάζοντας το αίτημα, το Δικαστήριο έκρινε ότι: «Προκύπτει εκ πρώτης όψεως ζήτημα ως προς το κατά πόσον τα υπό διερεύνηση αδικήματα εμπίπτουν στην έννοια του “σοβαρού αδικήματος”, που προβλέπουν το Άρθρο 17.2(Γ) του Συντάγματος και ο περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων Νόμος 183(Ι)/2007, ώστε να δικαιολογείτο η επέμβαση σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του αιτητή».
Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι στο παρόν στάδιο δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, ούτε αποφασίζει κατά πόσο το εν λόγω διάταγμα ήταν τελικά νόμιμο, αλλά μόνο κατά πόσο υπάρχει «εκ πρώτης όψεως» υπόθεση και «συζητήσιμο ζήτημα» που επιτρέπει την έναρξη της διαδικασίας
Ως αποτέλεσμα, δόθηκε άδεια για καταχώριση αίτησης έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari, η οποία θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο.





























