ΚΥΠΕ
Η θανάτωση των ζώων σε μολυσμένες κτηνοτροφικές μονάδες αποτελεί αναγκαίο μέτρο για τον περιορισμό του αφθώδους πυρετού, καθώς ακόμη και ασυμπτωματικά ζώα μπορούν να μεταδώσουν τον ιό και να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτη εξάπλωση της ασθένειας σε ολόκληρη τη χώρα, ανέφεραν επιστήμονες και αρμόδιοι λειτουργοί σε δημοσιογραφική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη στη Δημοσιογραφική Εστία, στη Λευκωσία, με θέμα «Αφθώδης Πυρετός: Επιστημονική Ενημέρωση και Διαχείριση». Στη διάσκεψη μίλησαν επίσης η Υπουργός Γεωργίας Μαρία Παναγιώτου και η εκπρόσωπος των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών Σωτηρία Γεωργιάδου.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, το μέτρο της θανάτωσης των ζώων, παρότι ιδιαίτερα επώδυνο τόσο για τους κτηνοτρόφους όσο και για τους κτηνιάτρους που το εφαρμόζουν, προβλέπεται από το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο και θεωρείται επιδημιολογικά απαραίτητο για τη μείωση του ιικού φορτίου και τη γρήγορη αναχαίτιση της επιδημίας.
Η Υπουργός Γεωργίας Μαρία Παναγιώτου, ανοίγοντας τη διάσκεψη, ανέφερε ότι η Κυβέρνηση επέλεξε να δώσει τον λόγο στους επιστήμονες ώστε να υπάρξει τεκμηριωμένη ενημέρωση της κοινωνίας για τη φύση της ασθένειας και τη διαχείρισή της.
«Οφείλουμε και πρέπει να δώσουμε τον λόγο στους επιστήμονες, στους ανθρώπους που έχουν γνώση και τεχνογνωσία, για να εξηγήσουν τι είναι ο αφθώδης πυρετός, πώς μπορούμε να τον περιορίσουμε και πώς μπορούμε να διαχειριστούμε καλύτερα την κτηνιατρική κρίση που βιώνουμε», είπε.
Η κ. Παναγιώτου ευχαρίστησε τους ειδικούς που αποδέχθηκαν την πρόσκληση να ενημερώσουν δημόσια, σημειώνοντας παράλληλα ότι θα συμμετέχουν σε συμβουλευτική επιδημιολογική ομάδα που συγκροτήθηκε για τη διαχείριση της κρίσης. Στην ομάδα συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, η ειδικός στη δημόσια κτηνιατρική υγεία και στην πληθυσμιακή ιατρική Στέλλα Μαζέρη, ο κλινικός επίκουρος καθηγητής Κτηνιατρικής Παθολογίας Γιώργος Νικολάου και ο κτηνίατρος και επίκουρος καθηγητής της Σχολής Κτηνιατρικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Κυριάκος Σπανούδης.
Η Ανώτερη Κτηνιατρική Λειτουργός Σωτηρία Γεωργιάδου εξήγησε ότι ο αφθώδης πυρετός είναι μία από τις πιο μολυσματικές ιογενείς λοιμώξεις που προσβάλλουν τα ζώα και η αντιμετώπισή του διέπεται από αυστηρή ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Όπως ανέφερε, η ασθένεια προσβάλλει μόνο δίχηλα ζώα, δηλαδή βοοειδή, αιγοπρόβατα και χοίρους, προκαλώντας σοβαρές οικονομικές απώλειες στον πρωτογενή τομέα. «Δεν επηρεάζει τον άνθρωπο και δεν αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια των τροφίμων, ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας μεταφοράς του ιού», σημείωσε.
Η ίδια εξήγησε ότι λόγω της εξαιρετικά υψηλής μεταδοτικότητας του ιού, η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία περιλαμβάνουν υποχρεωτική θανάτωση όλων των ζώων σε μολυσμένες εκμεταλλεύσεις, περιορισμούς στις μετακινήσεις και διαδικασίες υγειονομικής ταφής ή καύσης των ζώων.
Σύμφωνα με την κ. Γεωργιάδου, η στρατηγική αυτή εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς θεωρείται ότι οδηγεί σε ταχύτερη αναχαίτιση της ασθένειας και μικρότερες μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για τον κτηνοτροφικό τομέα.
Σε αντίθεση, όπως είπε, σε ορισμένες τρίτες χώρες εφαρμόζεται η στρατηγική της διατήρησης των μολυσμένων ζώων με εμβολιασμό, όμως έχει αποδειχθεί ότι αυτή μπορεί να οδηγήσει σε γεωγραφική εξάπλωση του ιού και σημαντική μείωση της παραγωγικότητας των ζώων.
«Η επιλογή να διατηρηθούν ασυμπτωματικά μολυσμένα ζώα έχει δείξει ότι οδηγεί σε μείωση της αναπαραγωγικής ικανότητας και της παραγωγής κατά 25% έως 50%, ενώ προκαλεί και σοβαρές επιπτώσεις στο εμπόριο», ανέφερε.
Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, η κ. Γεωργιάδου τόνισε ότι το μέτρο των θανατώσεων αποσκοπεί στη δραστική μείωση του ιικού φορτίου ώστε να σταματήσει η κυκλοφορία του ιού.
«Από τη στιγμή που κυκλοφορεί ο ιός δεν μπορείς να τον ελέγξεις. Μεταδίδεται από ζώο σε ζώο και υπάρχει ο κίνδυνος να εξαπλωθεί σε ολόκληρο το νησί», είπε.
Πρόσθεσε ότι ακόμη και ζώα που δεν εμφανίζουν συμπτώματα μπορούν να μεταδίδουν τον ιό, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη θανάτωσή τους στις μολυσμένες μονάδες.
Παράλληλα, σημείωσε ότι αν τα ζώα αυτά διατηρηθούν, μακροπρόθεσμα δεν θα μπορέσουν να επανέλθουν στα επίπεδα παραγωγής που είχαν πριν, γεγονός που θα επηρεάσει τόσο την ποιότητα όσο και την ποσότητα γάλακτος και κρέατος.
«Αυτό πρέπει να μπει στη ζυγαριά μαζί με τις επιπτώσεις που θα υπάρξουν για το εμπόριο και την οικονομία», πρόσθεσε.
Η ίδια ανέφερε ότι ο εμβολιασμός των ζώων πραγματοποιείται παράλληλα με τις θανατώσεις και δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως μοναδικό μέτρο.
«Μόνο με εμβολιασμό δεν μπορεί να μειωθεί το ιικό φορτίο. Αν ο ιός συνεχίσει να κυκλοφορεί, τότε η χώρα θα θεωρείται τρίτη χώρα που ζει με τον αφθώδη πυρετό, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται», σημείωσε.
Η κ. Γεωργιάδου ανέφερε επίσης ότι βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες στήριξης των κτηνοτρόφων που επηρεάζονται από τα μέτρα, πέραν των αποζημιώσεων για απώλεια εισοδήματος.
Στόχος, όπως είπε, είναι να μπορέσουν οι μονάδες που επηρεάζονται να επαναλειτουργήσουν με την εισαγωγή ζώων υψηλής γενετικής αξίας μετά την ολοκλήρωση των απολυμάνσεων.
Ο λοιμωξιολόγος του Υπουργείου Υγείας Κώστας Κωνσταντίνου υπογράμμισε ότι ο αφθώδης πυρετός δεν αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. «Είναι μια ζωονόσος που αφορά κατεξοχήν τα ζώα. Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τον άνθρωπο», είπε.
Ωστόσο, σημείωσε ότι πρόκειται για σοβαρή κρίση ζωικής υγείας που απαιτεί δύσκολες αποφάσεις. «Σε κάθε κρίση λαμβάνονται αποφάσεις που έχουν συνέπειες. Στο τέλος επιλέγονται εκείνες που έχουν τις λιγότερες δυνατές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, με βάση τα επιστημονικά δεδομένα», ανέφερε.
Παράλληλα, είπε ότι το Υπουργείο Υγείας, μέσω των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και σε συνεργασία με τον ΟΚΥπΥ, έχει ενεργοποιήσει μηχανισμό ψυχολογικής υποστήριξης για όσους επηρεάζονται από την κρίση.
Ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Κτηνιατρικού Συλλόγου Δημήτρης Επαμεινώνδας σημείωσε ότι οι δημόσιοι κτηνίατροι καλούνται να εφαρμόσουν τη νομοθεσία, ενώ οι ιδιώτες κτηνίατροι συνδράμουν στο πρόγραμμα καθολικού εμβολιασμού.
«Το συγκεκριμένο νόσημα είναι εξαιρετικά μεταδοτικό και ο τρόπος αντιμετώπισής του είναι συγκεκριμένος σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία», είπε.
Αναφερόμενος στις αντιδράσεις που καταγράφονται, σημείωσε ότι παρόμοια εικόνα παρατηρήθηκε και σε άλλες χώρες όπου εμφανίστηκε η ασθένεια.
«Από τη μία μέρα στην άλλη κάποιοι κτηνοτρόφοι χάνουν την περιουσία τους και τα ζώα τους. Αυτό δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί», είπε. Παράλληλα, τόνισε ότι και οι ίδιοι οι κτηνίατροι βρίσκονται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση.
«Οι κτηνίατροι δεν σπουδάσαμε για να σκοτώνουμε ζώα αλλά για να τα θεραπεύουμε. Κανείς δεν είναι χαρούμενος με αυτό που κάνει, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να εφαρμόσουμε τη νομοθεσία», ανέφερε.
Από την πλευρά του, ο καθηγητής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Δημήτρης Τσάλτας σημείωσε ότι οι γεωπόνοι και οι κτηνίατροι βρίσκονται δίπλα στους κτηνοτρόφους και αντιλαμβάνονται το μέγεθος της κρίσης.
«Πονάμε και για το ζώο και για τον κτηνοτρόφο, πολύ περισσότερο για τον άνθρωπο», είπε.
Τόνισε επίσης ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιούνται οι ευθανασίες των ζώων είναι ιδιαίτερα δύσκολες.
«Άλλο είναι η ευθανασία ενός κατοικίδιου σε μια κτηνιατρική κλινική και άλλο να πρέπει να θανατωθούν 200 ή 300 ζώα σε μία ημέρα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο», είπε.
Ο κ. Τσάλτας εξήγησε ότι ο αφθώδης πυρετός μεταδίδεται μέσω πολλών διαφορετικών οδών, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο τον έλεγχό του.
Μεταξύ άλλων, μπορεί να μεταδοθεί μέσω άμεσης επαφής ζώων, μετακίνησης ζώων μεταξύ εκμεταλλεύσεων, μολυσμένων ρούχων, εξοπλισμού, οχημάτων και ζωοτροφών, αλλά ακόμη και μέσω αερολυμάτων και κλιματικών συνθηκών.
«Ακόμη και ο άνθρωπος μπορεί να μεταφέρει τον ιό από μια φάρμα σε μια άλλη», σημείωσε.
Σε ερώτηση σχετικά με το γιατί δεν ξεκίνησαν εμβολιασμοί στις ελεύθερες περιοχές όταν εντοπίστηκαν κρούσματα στα κατεχόμενα, η κ. Γεωργιάδου εξήγησε ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει εμβολιασμούς μόνο μετά από επιβεβαιωμένο κρούσμα.
Όπως ανέφερε, αν μια χώρα ξεκινήσει προληπτικό εμβολιασμό χωρίς να έχει επιβεβαιωμένο κρούσμα, χάνει αυτόματα το καθεστώς χώρας ελεύθερης από την ασθένεια και τις εξαγωγικές δυνατότητες.
Από την πλευρά του, ο κ. Τσάλτας σημείωσε ότι πρακτικά δεν υπάρχει δυνατότητα επίσημου ελέγχου στις κατεχόμενες περιοχές, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες.
Ο κ. Επαμεινώνδας πρόσθεσε ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν λαμβάνει πάντα υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε κράτους μέλους, ενώ στην περίπτωση της Κύπρου υπάρχουν και οι ιδιαιτερότητες που σχετίζονται με την ύπαρξη περιοχών εκτός ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο κ. Κωνσταντίνου ανέφερε ότι η στρατηγική που εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται σε εμπειρία από μεγάλες επιδημίες, όπως εκείνη που σημειώθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2001.
Όπως είπε, η εμπειρία αυτή έδειξε ότι η λήψη αυστηρών μέτρων στην αρχική φάση της επιδημίας μπορεί να έχει υψηλό αρχικό κόστος, αλλά οδηγεί σε μικρότερες μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.
«Ο στόχος είναι να τελειώσει η κρίση μέσα σε έξι έως οκτώ εβδομάδες και να μην παραταθεί για χρόνια», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αν ο ιός παραμείνει στον ζωικό πληθυσμό, οι συνέπειες για την παραγωγή και την οικονομία μπορεί να είναι μεγαλύτερες.
«Μπορεί να σωθούν τα ζώα τώρα, αλλά αργότερα να χρειαστεί να θανατωθούν γιατί η παραγωγή τους θα είναι τόσο χαμηλή που δεν θα είναι βιώσιμη για τον κτηνοτρόφο», είπε.
Ο κ. Επαμεινώνδας ανέφερε ότι οποιαδήποτε αλλαγή στρατηγικής για την αντιμετώπιση της ασθένειας θα πρέπει να γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη στρατηγική αυτή τη στιγμή. Η νομοθεσία υπάρχει και πρέπει να εφαρμοστεί. Αν υπάρξει αλλαγή, θα αποφασιστεί κεντρικά σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης», είπε.
Σύμφωνα με τους συμμετέχοντες στη διάσκεψη, η επιτυχία της προσπάθειας περιορισμού της επιδημίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων.





























