ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Αχιλλέας Κυπριανού:«Μετά την απαγωγή μου έγινε μια αηδιαστική διάδοση»

«Τις μνήμες εκείνες τις ξυπνούσε η διατήρηση της λασπολογίας ότι ήταν ψεύτικη απαγωγή για να κερδίσει ο πατέρας μου τις εκλογές»

Συνέντευξη παραχώρησε ο πρωτότοκος γιός του Σπύρου Κυπριανού στο ΡΙΚ και η οποία μεταδόθηκε το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου στην εκπομπή Κώδικας Σιωπής. Όπως αποκάλυψε ζήτησε ο ίδιος να μιλήσει σχεδόν πέντε δεκαετίες μετά την απαγωγή που συντάραξε την Κύπρο και σημάδεψε τη ζωή του.

Ο Αχιλλέας Κυπριανού αναφέρθηκε στην απαγωγή περιγράφοντας τα όσα έζησε μέχρι την απελευθέρωσή του 4 μέρες μετά.

«Ήμουν 19 ετών και υπηρετούσα ανθυπολοχαγός στην 32η μοίρα καταδρομών. Τότε εκτός από το κυρίως στρατόπεδο της Μοίρας υπήρχε και ένα μικρό εφεδρικό στον Μαχαιρά. Τον Δεκέμβριο του 1977 που ήρθε ξανά η σειρά μου να πάω εκεί ως δια μαγείας χάλασε η γεννήτρια που έδινε ρεύμα και φωτισμό στο στρατόπεδο το οποίο δεν ήταν συνδεδεμένο με το δίκτυο της ΑΗΚ. Επικρατούσε πυκνό σκοτάδι και το βράδυ της απαγωγής, της 14ης Δεκεμβρίου με ειδοποίησαν να πάω στην πύλη. Εκεί με περίμενε ένας άγνωστος ο οποίος μου είπε ότι είναι ταξιτζής και ότι μετέφερε έναν τραυματισμένο καταδρομέα που κτύπησε σε άσκηση και έμεινε παράλυτος. Μου ζήτησε να τον δω και αν μπορώ να τον βοηθήσω».

«Οι απαγωγείς ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι και προετοιμάστηκαν ανάλογα. Έμαθα αργότερα ότι και ο δήθεν ταξιτζής και ο δήθεν τραυματίας καταδρομέας αλλά και ο ιθύνων νους Βασίλης Παυλίδης άλλος Γιατρός υπήρξαν καταδρομείς, χωρίς όμως κανένα συναίσθημα αλληλεγγύης με άρπαξαν από το στρατόπεδο που υπηρετούσα την πατρίδα. Κάθισα στη θέση του συνοδηγού με την πόρτα μισάνοιχτη για να υπάρχει φως και να μπορώ να βλέπω τον δήθεν τραυματία όση ώρα μιλούσαμε. Μόλις κάθισα ο δήθεν τραυματίας πετάχτηκε, με ακινητοποίησε βάζοντας μου ένα πιστόλι στον κρόταφο, ενώ ο δήθεν ταξιτζής ανέπτυξε ταχύτητα. Από την επιτάχυνση έκλεισε η πόρτα του συνοδηγού. Το αυτοκίνητο συνέχιζε και εγώ ήμουν ακινητοποιημένος με το πιστόλι στον κρόταφο. Σε κάποια φάση το αυτοκίνητο σταμάτησε. Και οι δυο ήξεραν ότι ως αξιωματικός ήμουν εκπαιδευμένος να προσπαθήσω να δραπετεύσω, αντί να μου δέσουν τα χέρια με σχοινί, μου τα έδεσαν με χειρουργικό τσιρότο πλάτους 15 εκατοστών. Το ίδιο τσιρότο το τύλιξαν γύρω από τα μάτια μου αφού έβαλαν δυο χαρτομάντηλα σε κάθε μάτι. Υπολογίζω ότι ταξιδέψαμε περίπου 1.5 ώρα. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο δήθεν οδηγός του ταξί με ρώτησε αν μου είχε αδυναμία ο πατέρας μου ώστε να αποδεχθούν τους όρους τους. Σε κάποια φάση σταμάτησαν και καθίσαμε σε ένα νομίζω, χωράφι. Το αυτοκίνητο έφυγε. Όταν επέστρεψε άκουσα μια τρίτη φωνή. Με έβαλαν ξανά στο αυτοκίνητο και με ακινητοποίησαν και πάλι υπό απειλή όπλου με ανάγκασαν να διαβάσω ένα κείμενο – τελεσίγραφο προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που ήταν ο πατέρας μου. Το τελεσίγραφο έλεγε ότι αν δεν άνοιγαν οι Κεντρικές για να ελευθερωθούν ποινικοί κατάδικοι της ΕΟΚΑ Β και του πραξικοπήματος θα με εκτελούσαν και θα έστελναν το κεφάλι μου στον πατέρα μου. Μετά που το διάβασα, μου ξανάδεσαν τα μάτια μου και κατευθύνθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε και όπως ήμουν δεμένος, με διέταξαν να περπατώ. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές έπεσα και κτύπησα γόνατα, αγκώνες. Ήταν ένα μαρτύριο. Περπατούσαμε υπολογίζω 4-5 ώρες ώσπου φτάσαμε στον τόπο κράτησης μου, που ήταν μια σπηλιά – τρύπα που την κάλυπταν πυκνοί θάμνοι και αγκαθιές. Έμαθα μετά την απελευθέρωση μου ότι το μέρος αυτό ήταν σε ορεινή περιοχή κοντά στις Κυβίδες. Ήταν τόσο καλά καμουφλαρισμένη η σπηλιά που δεν υπήρχε πιθανότητα να με βρει η Αστυνομία. Ήταν τόσο μικρή σπηλιά που δεν με χωρούσε να κάθομαι. Μόνο να ξαπλώνω ή να κάθομαι στο πλευρό, στο χέρι μου. Μήνες αργότερα όταν μου ζητήθηκε από την Αστυνομία να αναγνωρίσω τη μικρή υπόγεια σπηλιά, με πήραν και σε ένα κτίσμα άλλο. Σε ένα σημείο εκεί είδα ένα μικρό στρώμα που το έπιασα και με την αφή το αναγνώρισα ότι ήταν το στρώμα πάνω στο οποίο κοιμόμουν στη σπηλιά».

Σε σχέση με τις διαδόσεις που ακούστηκαν σχετικά με το ότι ήταν ψεύτικη η εν λόγω απαγωγή, ο κύριος Κυπριανού ανέφερε:

«Διαδόθηκε μετά την απαγωγή μου μια αηδιαστική διάδοση… κατά τη διάρκεια της απαγωγής μου η μητέρα μου έκανε μια τηλεοπτική έκκληση στους απαγωγείς μου. Μια μητέρα που άκουσε το τελεσίγραφο ότι θα εκτελέσουν τον γιο της μίλησε με δάκρυα στα μάτια και με λυγμό στη φωνή. Οι ίδιοι πολιτικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι διέδωσαν μέσω ψιθύρων ότι αυτή η δακρυσμένη έκκληση ήταν ψεύτικη όπως και η απαγωγή μου. Έχω πολύ οδυνηρές αναμνήσεις τις οποίες για χρόνια προσπαθούσα να ξεχάσω. Αναζωπυρώνονταν οι μνήμες όταν έπρεπε να δίνω καταθέσεις στην Αστυνομία, να καταθέσω σε δυο δίκες, να έρθω πρόσωπο με πρόσωπο με τους απαγωγείς μου. Τις μνήμες εκείνες τις ξυπνούσε η διατήρηση της λασπολογίας ότι ήταν ψεύτικη απαγωγή για να κερδίσει ο πατέρας μου τις εκλογές. Αυτή είναι η δική μου κατάθεση για τα πραγματικά γεγονότα της απαγωγής μου, τους ψιθύρους, τη λασπολογία και όλα τα γεγονότα που είχαν στόχο να πληγεί ο Σπύρος Κυπριανού. Με δεδομένα τα εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα υγείας μου είναι αβέβαιο για πόσο ακόμα θα μπορούσα να μιλήσω. Αυτή ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία μου για να δώσω την τελευταία μου συνέντευξη., παρακάλεσα αυτή η συνέντευξη να μεταδοθεί μετά τις βουλευτικές του 2926. Αρκετά παρεξηγήθηκα στη ζωή μου και έφαγα λάσπη και δεν ήθελα αυτή η τελευταία μου πράξη να αναμειχθεί στις προεκλογικές αντιπαραθέσεις».

Δείτε ΕΔΩ όλη τη συνέντευξη

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Κοινωνία: Τελευταία Ενημέρωση