Το Εφετείο αύξησε τις ποινές φυλάκισης άνδρα που καταδικάστηκε για σεξουαλική κακοποίηση δύο ανήλικων παιδιών, κρίνοντας ότι οι αρχικές ποινές ήταν ανεπαρκείς σε σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Η μεγαλύτερη ποινή παρέμεινε στα 11 χρόνια φυλάκισης, ενώ αυξήθηκαν οι ποινές για άλλες κατηγορίες, μετά από έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Με απόφαση ημερομηνίας 15 Οκτωβρίου 2026, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του καταδικασθέντος τόσο κατά της καταδίκης του όσο και κατά των ποινών που του επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού. Αντίθετα, έκανε δεκτή την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος υποστήριξε ότι οι ποινές δεν αντανακλούσαν επαρκώς τη σοβαρότητα των αδικημάτων.
Σύμφωνα με την απόφαση, τα αδικήματα διαπράχθηκαν στη Λεμεσό το 2016, όταν τα δύο παιδιά, ηλικίας τότε πέντε και επτά ετών, διέμεναν μαζί με την οικογένειά τους στην κατοικία του καταδικασθέντος, ο οποίος τους φιλοξενούσε. Όπως αναφέρεται, το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη στην εξαγωγή συμπερασμάτων εκ των οποίων τα σημαντικότερα είναι ότι οι παραπονούμενοι ήταν παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα προς σεξουαλική κακοποίηση, ο κατηγορούμενος κατείχε θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής επί των παραπονουμένων, ενώ τα πρωινά έμενε μόνος του με τους ανήλικους αφού η μητέρα τους του εμπιστευόταν τη φύλαξή τους.
Παράλληλα, σημειώνεται ότι καταχρώμενος τη θέση του πολλές φορές για διάστημα ενός μηνός, όταν έμενε μόνος του με τους ανήλικους στο χώρο της οικίας του προέβαινε σε σεξουαλικές πράξεις και με τα δύο αυτά παιδιά.
Του επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο ποινές φυλάκισης οι οποίες κυμαίνονταν από τρία έως έντεκα χρόνια, ενώ διατάχθηκε όπως συντρέχουν.
Το Εφετείο επεσήμανε ότι, κατά την επιμέτρηση της ποινής, έπρεπε να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στην ηλικία και την ευαλωτότητα των παιδιών, στην κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, στην επαναλαμβανόμενη διάπραξη των αδικημάτων και στις συνέπειες που είχαν για τα θύματα.
«Θεωρούμε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες αυτές είναι έκδηλα ανεπαρκείς, λόγω αναντιστοιχίας τους με τη σοβαρότητα της υπό κρίση υπόθεσης», ανέφερε το Εφετείο.
Σημείωσε επίσης ότι οι πράξεις είχαν σοβαρές αρνητικές συνέπειες στα παιδιά και ότι η ανάγκη αποτροπής παρόμοιων αδικημάτων καθιστά αναγκαία την επιβολή αυστηρών ποινών. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, «προέχει η προστασία του έννομου αγαθού της ανηλικότητας από συμπεριφορές οι οποίες προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας».
Με την απόφασή του, το Εφετείο αύξησε, μεταξύ άλλων, τις ποινές φυλάκισης για συγκεκριμένες κατηγορίες από επτά σε οκτώ χρόνια, από τέσσερα σε οκτώ χρόνια και από εννέα σε έντεκα χρόνια φυλάκισης. Η ποινή των έντεκα ετών που είχε επιβληθεί σε μία από τις κατηγορίες παρέμεινε ως είχε. Οι ποινές θα συντρέχουν, δηλαδή θα εκτίονται ταυτόχρονα, με την έκτισή τους να υπολογίζεται από τον Μάιο του 2023, όταν ο καταδικασθείς τέθηκε υπό κράτηση για την εν λόγω υπόθεση.
Το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του καταδικασθέντος ότι η μαρτυρία δεν αξιολογήθηκε ορθά και ότι οι ποινές ήταν υπερβολικές. Παράλληλα, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και ως προς τα υπόλοιπα μέτρα, μεταξύ των οποίων η απαγόρευση για 15 χρόνια να παρέχει υπηρεσίες σε παιδιά ή να εργάζεται σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.






























