ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Δημήτρης Λάλος: «Ο χώρος του θεάτρου δεν είναι βρώμικος»

Ο πρωταγωνιστής της δημοφιλούς σειράς ''Σασμός'' μιλά αποκλειστικά στο ''Beautiful People''

Tης Μαριλούς Χατζηκλεάνθους

Τον συνάντησα έξω από το θέατρό του, «Τempus Verum» στο Γκάζι. Ο Δημήτρης Λάλος μπορεί να μπήκε για τα καλά στις ζωές μας μέσα από το ''Σασμό'' και να έγινε ο δολοφόνος της καρδιάς μας, όμως η πραγματικότητα απέχει πολύ από το χαρακτήρα, που βλέπουμε στις οθόνες μας. Χαλαρός και χαμογελαστός, λες και γνωριζόμασταν χρόνια, μίλησε για όλα και ανυπομονεί να ξαναεπισκεφθεί το νησί μας.

Να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή. Πες μας λιγάκι για τα παιδικά σου χρόνια. Πού μεγάλωσες;
Οι γονείς μου ζούσαν στο εξωτερικό. Ο παππούς μου ήταν ανθρακωρύχος στο Βέλγιο. Η μητέρα μου μεγάλωσε στο Βέλγιο, εκεί γνωρίστηκε και με τον πατέρα μου, παρόλο που κατάγονται από την Λάρισα. Η αδελφή μου γεννήθηκε εκεί και αργότερα οι γονείς μου επέστρεψαν για ένα διάστημα Ελλάδα, γεννήθηκα εγώ και ξαναπήγαμε Βέλγιο. Πηγαινοερχόμασταν για κάποια χρόνια και μείναμε μόνιμα όταν ήμουν 8 χρονών μέχρι τα 18 μου, όπου ήρθα στην Ελλάδα για να σπουδάσω.

Πώς και δεν αποφάσισες να μείνεις στο εξωτερικό για σπουδές;
Νομίζω ότι συνέβη επειδή είμαι παιδί μεταναστών, δεν είμαι ο ίδιος μετανάστης. Εγώ ήθελα να γυρίσω πίσω στην πατρίδα, ήθελα να είμαι κοντά στη γλώσσα μου, κοντά στους ανθρώπους που καταλαβαίνω..

Γιατί αποφάσισες να σπουδάσεις Ηλεκτρονικός Υπολογιστών;
Όπως ξέρεις το εκπαιδευτικό σύστημα είναι τέτοιο που δήλωσα διάφορες σχολές. Δεν υπάρχει χειρότερο από το να πρέπει στα 17 σου, όταν συμπληρώνεις το μηχανογραφικό, να αποφασίσεις τι θα κάνεις στη ζωή σου. Ήρθα εδώ και ξεκίνησα για να σπουδάσω στη σχολή που πέρασα στις Πανελλήνιες. Ηλεκτρονικός Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Σίγουρα ήταν μια απόφαση που προέκυψε από το ότι δεν ήξερα, τι να
κάνω στη ζωή μου, νομίζω. Ξεκινώ να σπουδάζω ηλεκτρονικός υπολογιστών και αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχω καν υπολογιστή στο σπίτι.
Δίπλα μου υπάρχουν διάφοροι geeks με υπολογιστές, γλώσσες προγραμματισμού και εγώ είμαι του τύπου «Τί λένε όλοι αυτοί εδώ μέσα;».
Νομίζω ότι εκεί γεννήθηκε κατά κάποιο τρόπο η εσωτερική μου αναζήτηση για το πού πηγαίνει η ζωή μου.

Άρα πολύ νωρίς το κατάλαβες.
Ναι, γιατί αρχικά πέτυχα το να γυρίσω στην πατρίδα μου. Μετά από αυτό λέω «τώρα πραγματικά τί κάνω;». Επειδή πάντα είχα οργανωτικό μυαλό απέναντι σε κάποια πράγματα, έψαχνα να βρω έναν τρόπο να διοχετεύσω κάπου όλη αυτή την εσωτερική μου ενέργεια.

Είχες τη βοήθεια των γονιών σου σε όλες σου τις ανησυχίες;
Ναι βέβαια, οι γονείς μου με έχουν βοηθήσει πάρα πολύ, όχι μόνο εκείνη την αρχική περίοδο, που ήταν και μεταβατική, ανάμεσα στη σχολή και το θέατρο, αλλά και μετά. Όλα αυτά τα χρόνια, οι γονείς μου ήταν πάρα πολύ υποστηρικτικοί.

Και πότε τελικά αποφασίζεις να γίνεις ηθοποιός;
Είδα μια παράσταση στο θέατρο «Φούρνος», τότε που σκηνοθετούσε η Ελένη Σκότη και μου έκανε πραγματικά φοβερή εντύπωση, αλλά νομίζω ότι αυτό ήταν μόνο ένα έναυσμα, μια έμπνευση για την από εκεί και πέρα ζωή μου. Πιάστηκα από εκεί και μετά έψαξα να πιαστώ και από το επόμενο και άρχισα να χτίζω ένα «αφήγημα».

Είδες, λοιπόν, ότι αισθάνθηκες κάτι. Μετά στην πράξη, ποιο ήταν το επόμενο βήμα σου;
Αρχικά, επειδή είχα την τύχη να γνωρίζω έναν από τους ηθοποιούς που έπαιζαν στην παράσταση, πήγαινα σχεδόν κάθε μέρα και έβλεπα την παράσταση αυτή. Ήμουν εκεί! Κάθε μέρα ήταν διαφορετικό αυτό που ένιωθα, πιο δυνατό. Ποτέ μου όμως δεν είπα «θέλω να γίνω ηθοποιός». Το αντίθετο μάλιστα. Αν με ρωτούσες τότε, θα έλεγα «Όχι». Δε νομίζω ότι το ομολογούσα καν στον εαυτό μου. Δεν είχα τέτοια παιδεία τότε, δεν είχα τέτοιες βλέψεις. Θα ήταν και λίγο επιπόλαιο εκ μέρους μου μετά από μία παράσταση να έλεγα κάτι τέτοιο. Με γοήτευσε όλος ο μηχανισμός του θεάτρου, γι’ αυτό έχω και δικό μου θέατρο, σκηνοθετώ. Από το ταμείο, από τον τρόπο που μπαίνει ο κόσμος μέσα, την ταξιθεσία, τα φώτα, το πώς αρχίζει και τελειώνει η παράσταση, πώς μαζεύουμε, τα πάντα… Δεν είναι μόνο η γκλάμουρ στιγμή το θέατρο. Πέρασαν πολλά χρόνια πριν παίξω, που ασχολούμουν με το θέατρο σε όλες τις εκφάνσεις του. Έκανα ταμείο, ταξιθεσία, σκηνικά, κοστούμια, βοηθούσα στα παρασκήνια κλπ. Ξέρω όλο τον μηχανισμό, που στηρίζει αυτόν που βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Εγώ, αν
ήμουν στο Υπουργείο, θα έλεγα αυτό να είναι υποχρεωτικό μάθημα σε όλες τις σχολές υποκριτικής. Κάτι σαν πρακτική.

Σπούδασες υποκριτική;
Εγώ δεν πήγα σε σχολή, αλλά τα μαθήματά μου διήρκησαν 10 χρόνια. Έπαιζα το βράδυ στο θέατρο και το πρωί είχα μάθημα. Ενώ ήμουν επαγγελματίας ηθοποιός. Δηλαδή το 2012, που πήρα το βραβείο «Δημήτρης Χορν», το πρωί είχα μάθημα, πήγα παρέλαβα το βραβείο και μετά πήγα στην παράσταση. Η εκπαίδευση ήταν σαν πεδίο πολύ πιο ανοιχτό. Δεν είχε τον ακαδημαϊσμό μέσα.

Μήπως αυτό σε βοήθησε να είσαι και πιο γειωμένος, συνειδητοποιημένος;
Αυτό δεν είναι δημιουργία ενός μόνο παράγοντα. Δεν σημαίνει ότι όποιος δεν πάει σε σχολή, είναι γειωμένος. Να μην παρεξηγούμαστε. Ο καθένας πρέπει να βαδίσει τον προσωπικό του δρόμο, γιατί κανενός άλλου τον δρόμο αν βαδίσουμε, δε σημαίνει ότι θα φτάσουμε στα ίδια αποτελέσματα με αυτόν. Θα συμβούλευα όλα τα παιδιά που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί, να πάνε σε σχολή υποκριτικής.

Κι εσύ ο ίδιος είσαι δάσκαλος υποκριτικής.
Γι’ αυτό το λόγο διδάσκω μόνο σε επαγγελματίες ηθοποιούς. «Τελείωσε πρώτα τη σχολή σου και έλα να προχωρήσουμε μαζί ως συνκαλλιτέχνες». Δε θεωρώ τον εαυτό μου γκουρού της υποκριτικής. Έχω διαβάσει πολύ όλα αυτά τα χρόνια, έχω κάνει πολλά και μαθήματα και παραστάσεις και έρευνα πάνω στο τι είναι η υποκριτική κι από εκεί και πέρα τους μαθητές μου, τους οποίους βλέπω σαν συνεργάτες μου, τους αντιμετωπίζω ως ίσους. Μαζί θα πάμε πιο πάνω..

Δε φόβισε τους γονείς σου η αλλαγή πλεύσης;
Όχι, ίσα-ίσα όταν το είπα στον πατέρα μου μού είπε «Κι εγώ ήθελα να γίνω τραγουδιστής». Δεν τον άφησε η γιαγιά μου. Κι επειδή, ήδη από τα περιφερειακά του θεάτρου έβγαζα τα δικά μου χρήματα, δεν το σκέφτηκαν. Μέσα στο χώρο του θεάτρου ένιωθα το ακριβώς αντίθετο από αυτό με τους υπολογιστές. Ένιωθα ότι εγώ είμαι εδώ, έχω ταλέντο, οπότε αυτό μου έδινε τη δύναμη να το στηρίξω και να προχωρήσω.

Διάβασα κάπου ότι έκανες μαθήματα σε φυλακές.
Ναι, στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού, στο Τμήμα Απεξάρτησης του ΚΕΘΕΑ. Εκεί αρχικά παίξαμε μια παράσταση και μετά ξεκινήσαμε μια συνεργασία με το ΚΕΘΕΑ, όπου πηγαίναμε στις φυλακές, στις απεξαρτητοποιημένες γυναίκες που ήταν μέσα για άλλα εγκλήματα και κάναμε μαθήματα υποκριτικής, τα οποία κατέληξαν σε μια παρουσίαση – παράσταση μέσα στη φυλακή. Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη ομάδα. Δεν ήταν ούτε δύσκολο, ούτε διαφορετικό. Μετά από λίγη ώρα ξεχνούσες το πού βρισκόσουν και έκανες τη δουλειά σου. Απλά ένιωθες που και που ότι υπήρχε ένα μαύρο σύννεφο από πάνω τους, γιατί ήξερες ότι στο τέλος, εγώ θα πάω σπίτι μου κι εκείνες θα πάνε στο κελί.

Τους ρόλους σου πώς τους προσεγγίζεις; Κάποιοι είναι εντελώς κόντρα…
Όλοι είναι πολύ διαφορετικοί. Βασικά έχει να κάνει με τις πράξεις τους. Διαβάζω το σενάριο. Τι είναι αυτό που κάνω; Απλά αφήνομαι να δράσω σε αυτό που συμβαίνει. Όσο πιο διαφορετικό είναι, τόσο πιο πολύ μπορείς να αντλήσεις από την παγκόσμια τράπεζα μνήμης πώς θες να χτίσεις αυτό το πλάσμα – χαρακτήρα. Με τι χρονορυθμούς θα κινείται, πώς θα κοιτάει, πώς θα σκέφτεται... Όσο πιο μακριά είναι από εσένα, τόσο πιο πολύ μπορείς να ενεργοποιήσεις τη φαντασία σου. Πχ. στην περίπτωση του Μαθιού, αν ήμουν δολοφόνος, θα είχα κωλύματα στο πως θα παίξω τον δολοφόνο.

Κεφάλαιο #metoo. Τα τελευταία 2 χρόνια έχουμε ακούσει καταγγελίες για ανθρώπους που εμείς ως θεατές δεν το περιμέναμε. Σου έχει τύχει εσένα κάποια συμπεριφορά, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «αντιεπαγγελματική»;
Στη δική μου περίπτωση, επειδή πάρα πολύ νωρίς βρήκα τη θεατρική μου οικογένεια, την Ελένη Σκότη, με την οποία έμεινα 14 χρόνια πριν ανοίξω το δικό μου θέατρο, δεν ξέρω τι γινόταν γύρω μου. Δεν έχω δουλέψει αυτά τα 14 χρόνια με άλλους ανθρώπους. Ήταν η καλλιτεχνική μου μητέρα. Όταν τα άκουσα σκέφτηκα «πού συμβαίνουν αυτά;».

Δεν είχες ακούσει από κάποιον ότι ενδεχομένως ο χώρος του θεάτρου είναι «βρώμικος»;
Το θέατρο βρίσκεται πάντα στα φώτα της δημοσιότητας. Είμαι πεπεισμένος ότι το θέατρο για ακόμα μια φορά έδειξε φωτεινά τον δρόμο. Έβγαλε από πάνω του κάποιες καταστάσεις, που άλλα επαγγέλματα δεν τολμούν να το κάνουν. Δεν είναι ο χώρος του θεάτρου «βρώμικος». Ίσα-ίσα φώτισε τη βρωμιά για να την ξεκαθαρίσει και για να εμπνεύσει για ακόμα μία φορά τους υπόλοιπους ανθρώπους, να μπουν σε μια διαδικασία να σκεφτούν ότι μπορούν να κάνουν κάτι. Εγώ αν ήμουν ένας πατέρας, που μπαίνει τώρα το παιδί του στο θέατρο, θα ήμουν πολύ χαρούμενος. Τώρα ο άλλος, που θέλει να εκμεταλλευτεί την εξουσία του, το ξανασκέφτεται πριν κάνει κάτι.



Πάντα υπάρχει μια μερίδα κόσμου που θα εκφράσει αρνητικά σχόλια. Έχεις γίνει αποδέκτης και αν ναι, πώς τα αντιμετωπίζεις;
Αν ήταν να με ενοχλούν τα αρνητικά σχόλια, δε θα είχα φτάσει εδώ που βρίσκομαι. Δεν ασχολούμαι, δεν ψάχνομαι να διαβάσω τα αρνητικά. Και ιδίως για τον «Σασμό», γράφονται μόνο θετικά σχόλια.

Έχεις διαγράψει μια πορεία ετών στο χώρο, με βραβεύσεις και σπουδαίες ερμηνείες. Πέρυσι συμμετείχες στο «Σιωπηλό Δρόμο», όμως ευρέως γνωστός έγινες από τον ρόλο σου στη σειρά «Σασμός». Πώς το βίωσες αυτό;
Πιστεύω ότι είναι φυσιολογικό όλο αυτό. Χαίρομαι που κάθε πράγμα αναγνωρίζεται στο δικό του «γήπεδο». Στο γήπεδο του θεάτρου, εμένα έχει αναγνωριστεί η δουλειά μου και συνεχίζει να αναγνωρίζεται. Έβαιναν όλα καλώς… Τώρα συνέβη αυτό που συνέβη με τον «Σασμό'» και υπάρχει ένας παροξυσμός απέναντι και στη σειρά, αλλά και στον χαρακτήρα που υποδύομαι. Εντάξει, νομίζω είναι φυσιολογικό.

Ο Μαθιός έκανε ένα φονικό για χάρη του έρωτά του. Εσύ έχεις κάνει ποτέ κάτι ακραίο για τον έρωτα;
Ε, εντάξει. Όσο πιο νέος είσαι, τόσο πιο τρελός είσαι. Ειδικά μόλις αντιλαμβάνεσαι το τι σημαίνει έρωτας. Κάνεις πιο έντονες
τρέλες. Η μυθοπλασία είναι μια μεγέθυνση της πραγματικότητας και ζυγίζουμε τον εαυτό μας, αναρωτιόμαστε «εγώ θα το έκανα αυτό;».

Είσαι ο δολοφόνος της καρδιάς μας. Εσύ ως Δημήτρης θέλεις ο Μαθιός να πληρώσει;
Ο Μαθιός ήδη πληρώνει. Πληρώνει κάθε μέρα! Για να έχει αυτό που ποθούσε, έκανε συμφωνία με τον διάβολο. Αυτή είναι η τραγωδία του χαρακτήρα. Για να πάρει αυτό που λαχταρούσε, ταυτόχρονα καταράστηκε τον εαυτό του. Ο πόνος μετράει κάθε μέρα. Είναι τραγικός ήρωας, σαν τον Φάουστ, που για να πάρει τη νιότη, πούλησε την ψυχή του στον διάβολο. Έχει κάνει μια συμφωνία, η οποία αντί να του δώσει αυτό που τελικά ήθελε, είναι αυτό που τον τρώει από μέσα.



Θα πάει και για 2η χρονιά η σειρά. Θα είσαι κι εσύ στους χαρακτήρες που θα συνεχίσουν;
Απ’ όσο δείχνουν τα πράγματα, θα είμαι.

Πες μας κάτι για τους θαυμαστές της σειράς. Κάποιο spoiler ίσως…
(Χαμογελάει πονηρά). Ένα θα σου πω... Τα φαινόμενα απατούν!

Η σύζυγός σου, Έλενα Μαυρίδου, προέρχεται από τον ίδιο επαγγελματικό χώρο. Μπορεί να υπάρξει ανταγωνισμός μέσα σε ένα ζευγάρι;
Η γυναίκα μου έχει θέατρο δικό της. Είμαστε ένα σπίτι με δυο θέατρα. Ο καθένας το δικό του. Είναι βραβευμένη με το (βραβείο) «Κάρολος Κουν» και με το (βραβείο) «Μελίνα Μερκούρη» για την υποκριτική της. Θέλω να πω ότι δεν είναι μια γυναίκα που έχει άγχος για την καλλιτεχνική της ύπαρξη. Είμαστε και οι δυο σε μια επαγγελματική πορεία ξεκάθαρη, ουσιαστική και μεγάλη σε σχέση με αυτό που κάνουμε, επομένως δεν υπάρχει μεταξύ μας κάποιος ανταγωνισμός. Ίσα-ίσα προχωράμε και συνεχίζουμε να χτίζουμε την πορεία που έχουμε χτίσει εδώ και χρόνια.

Πού γνωριστήκατε;
Κάναμε μια παράσταση μαζί στην Επίδαυρο. Εγώ τον Ορέστη κι η Έλενα την Ηλέκτρα. Ήμασταν αδέρφια στο έργο. Σιγά σιγά το ένα έφερε το άλλο.

Θα έκανες κάτι επαγγελματικά μαζί με τη σύζυγό σου ξανά;
Ναι, το σκεφτόμαστε αρκετά και τώρα τελευταία ακόμα περισσότερο.

Το παιδί σας έχει καταλάβει τι επάγγελμα κάνετε; Η αναγνωρισιμότητα ενδεχομένως να έχει γίνει αντιληπτή.
Ναι, όταν περπατάμε μου λέει «μπαμπά εσένα σε ξέρουν όλοι»; «Στην Ελλάδα, ναι» της απαντώ (γελάει).

Πώς είσαι ως μπαμπάς; Αυστηρός ή της έχεις αδυναμία;
Της έχω μεγάλη αδυναμία, αλλά ταυτόχρονα προσπαθώ αυτή η αδυναμία να μην την καταστρέψει. Προσπαθώ να είμαι μαζί της δημιουργικά ελεύθερος και να την περιορίζω δημιουργικά, όχι να τη μαλώνω. Αλλά όπου χρειαστεί θα τη μαλώσω κιόλας και θα βάλω τα όρια και τους κανόνες, για να μην έχει άγχος. Γιατί νομίζω το άγχος έτσι δημιουργείται, επειδή είμαστε και αγελαία ζώα, όταν αρχίζει να αναρωτιέται, ποιος είναι ο αρχηγός της αγέλης, μπερδεύεται το παιδί και δημιουργείται μια ένταση.

Παλαιότερα είχες πει ότι δεν έβλεπες τηλεόραση. Συνεχίζεται αυτό;
Όχι μόνο εγώ, αλλά πολύς κόσμος μετά την πανδημία έβαλε τηλεόραση στο σπίτι του. Νομίζω η πανδημία άλλαξε λίγο μια ρότα.

Εσένα η πανδημία σε τί σε άλλαξε; Φοβήθηκες;
Σε πάρα πολλά. Τί να πρωτοπώ; Ευτυχώς η 2η καραντίνα δεν με επηρέασε, γιατί είχα τα γυρίσματα του «Σιωπηλού Δρόμου». Η
μόνη πραγματική που έζησα ήταν η πρώτη. Έκανα ένα τεράστιο παζλ της Μόνα Λίζα, διάβασα, έπαιξα με το παιδί μου, σταμάτησα για λίγο να προσπαθώ να γεμίσω το άπατο βαρέλι του καπιταλισμού...

Πώς χαλαρώνεις;
Μια καλή κουβέντα με έναν φίλο μου, καμιά βόλτα, βρίσκω ουσιαστικό χρόνο για το παιδί μου, για τη γυναίκα μου. Μικρά πραγματάκια. Δεν έχω κάποιο χόμπι, μιας και το επάγγελμά μου είναι σαν χόμπι. Μου αρέσει αυτό που κάνω, το εξελίσσω συνεχώς.

Θεατρικά συνεχίζεις να πρωταγωνιστείς στην παράσταση «Έκτορος Κάθαρσις», την οποία σκηνοθετείς κιόλας, ενώ θα την παρουσιάσετε και στη Νέα Υόρκη. Ήταν κάτι που το περίμενες;
Με κάλεσαν από την Αμερική κάποια παιδιά που τρέχουν κάποιες παραγωγές εκεί. Μεγάλη η χαρά!



Πώς αποφάσισες να παρουσιάσεις την Ιλιάδα από την πλευρά του Έκτορα; Τί ήταν αυτό που σου κέντρισε το ενδιαφέρον στην ιστορία του συγκεκριμένου ήρωα;
Με αυτό το κείμενο ασχολούμαι 9 χρόνια τώρα. Γνώρισα και τον μεταφραστή της Ιλιάδας, τον Δημήτρη Μαρωνίτη, ήταν και ένας κύκλος με ραψωδίες που έκανε τότε το Εθνικό Θέατρο. Παίζει μεγάλο ρόλο η μετάφραση. Από τότε άρχισα να διαβάζω την Ιλιάδα. Το ότι θα έφτανα στο σημείο να την κάνω παράσταση, δεν το φαντάστηκα ποτέ! Η παράσταση «Έκτορος Κάθαρσις» είναι η αποκατάσταση του Έκτορα. Εμείς ως Έλληνες πάντα λέμε ότι είναι ο κακός, ο βάρβαρος Τρώας, ενώ μιλάμε για μια εποχή που η λέξη «Έλληνας» δεν υπάρχει. Είναι όλοι ένα πράγμα. Μιλάνε την ίδια γλώσσα, λατρεύουν τους ίδιους θεούς. Κι ο βασικός ήρωας δεν είναι ο Αχιλλέας, είναι ο Έκτορας. Θα μπορούσε να λέγεται Εκτοριάδα, αντί για Ιλιάδα. Μέσα από τα μάτια του Έκτορα βλέπουμε αυτόν που υπερασπίζεται τη χώρα του.
Μετά από κάποια χρόνια, επειδή το δίδασκα και στα μαθήματά μου, σκεφτόμουν «Πώς μπορεί να γίνει αυτό παράσταση; Να κάνεις μια ραψωδία»; Κι όπως το πάλευα μέσα στο μυαλό μου, μου ήρθε η ιδέα να παρακολουθήσουμε την πορεία του Έκτορα μέσα στο έργο. Έτσι, άρχισα να απομονώνω τους στίχους του και τώρα στο έργο παρακολουθείς την πορεία του.

Παραστάσεις στην Κύπρο υπάρχουν στο πρόγραμμα; Έχεις ξαναέρθει στο νησί μας;
Έχω ξαναέρθει, όταν έπαιζα τον ‘’Ορέστη’’ και μια ακόμα φορά. Μου αρέσει πάρα πολύ η Κύπρος! Μου αρέσει το άνοιγμα που έχει. Νομίζω το κοινό της Κύπρου θα απολαύσει πολύ την παράσταση, όταν έρθουμε.

 

Φωτογραφίες: Από το προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Λάλου

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Ελλάδα: Τελευταία Ενημέρωση