ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

«Να με πάρετε στο χωριό…»

Ο Σάββας Κοσιάρης και το 24sports φέρνουν στο προσκήνιο ιστορίες του αθλητισμού από το μαύρο καλοκαίρι του 1974

Σάββας Κοσιάρης

Σάββας Κοσιάρης

Ανάμεσα στους νέους οι οποίοι το καλοκαίρι του 1974, έτρεξαν να βοηθήσουν την πατρίδα που κινδύνευε ήταν και πολλοί αθλητές. Αφήνοντας το παιχνίδι στη μέση, αφήνοντας και τις φιλοδοξίες τους στον αθλητισμό να περιμένουν, φόρεσαν το χακί και πήραν το όπλο για να πολεμήσουν τους τούρκους εισβολείς… Κάποιοι από αυτούς δεν επέστρεψαν στο σπίτι τους… Ούτε και στο γήπεδο… Ένας από τους ήρωες αθλητές μας είναι και ο Χαράλαμπος Τσίγκης στη μνήμη του οποίου καταθέτουμε τούτο το αφιέρωμα…

Γεννημένος το 1951 στο Πραστειό Μόρφου, ο Χαράλαμπος Τσίγκης ήταν ένα από τα μεγάλα ταλέντα του ποδοσφαίρου μας. Μαζί με τον αδελφό του Αντρέα στήριξαν την προσπάθεια του Διγενή Μόρφου να ανέβει το 1970 και να διακριθεί στην πρώτη κατηγορία. Ήταν εκείνη η υπέροχη ομάδα που δημιούργησε ο αείμνηστος Κώστας Ταλιάνος πλάθοντας το ταλέντο πολλών παιδιών της Μόρφου και της γύρω περιοχής. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ο Διγενής αναδείχθηκε πρωταθλητής Β’ κατηγορίας την περίοδο 1969-1970 και την επόμενη περίοδο τερμάτισε στη δεύτερη θέση της Α΄ κατηγορίας με τέσσερις βαθμούς λιγότερους από την πρωταθλήτρια Ομόνοια! Εκπροσώπησε μάλιστα και την Κύπρο στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ αντιμετωπίζοντας την περίφημη Μίλαν Ιταλίας. Οι δυο αγώνες έγιναν στην Ιταλία και ο Διγενής έχασε με 3-0 και 4-0.

Βασικός παίκτης

Από τους βασικούς συντελεστές λοιπόν, της επιτυχημένης πορείας του Διγενή ήταν και Πάμπος Τσίγκης, ο οποίος αγωνιζόταν στο χώρο του κέντρου. «Παίκτης αριστοκράτης» χαρακτηριζόταν από τους συμπαίκτες του αφού «κρατούσε μπάλα και έβλεπε γήπεδο». Μαζί με τον Μιχάλη Σκαπούλλη αποτελούσαν τον άξονα στο κέντρο του Διγενή.

Το 1971 ο Πάμπος έφυγε για τις σπουδές του στην Αθήνα αλλά η διοίκηση του Διγενή φρόντισε να μην τον στερηθεί. Του πλήρωνε το αεροπορικό εισιτήριο και ερχόταν στην Κύπρο κάθε Παρασκευή βράδυ. Αγωνιζόταν το σαββατοκυρίακο και επέστρεφε στην Αθήνα το βράδυ της Κυριακής ή το πρωϊ του Σαββάτου! Αυτό γινόταν και την περίοδο 1973-1974, τελευταία για τον Διγενή στη Μόρφου, τελευταία και για τον Πάμπο…

Η τελευταία Κυριακή…

Η Κυριακή 5 Μαϊου, λες και ήταν η τελευταία Κυριακή της ιστορίας, για όλους…
-Τελευταία αγωνιστική του τελευταίου πρωταθλήματος που έγινε σε όλη την επικράτεια του νησιού…
-Τελευταίο επίσημο παιχνίδι που έγινε στο Δημοτικό στάδιο Μόρφου…
-Τελευταία φορά που ο Πάμπος Τσίγκης φορούσε τη φανέλα του Διγενή…
-Τελευταίο γενικά, παιχνίδι στη ζωή του Πάμπου…

Αντίπαλες ομάδες στον αγώνα που άρχισε στις 4.15 το απόγευμα, ο Διγενής Ακρίτας Μόρφου και η Ομόνοια Λευκωσίας. Με νίκη η ομάδα της Λευκωσίας κατακτούσε τον τίτλο, αφού θα έφτανε στους 44 βαθμούς έναντι 42 του Πεζοπορικού ο οποίος το Σάββατο είχε νικήσει τον Ευαγόρα με 4-1. Η Ομόνοια τα κατάφερε αφού επικράτησε του Διγενή με 2-0, τέρματα που σημείωσε ο Κανάρης.

Ο Πάμπος Τσίγκης αγωνίστηκε από την αρχή του αγώνα και αντικαταστάθηκε στο δεύτερο ημίχρονο από τον Κωσταρή. Και καθώς, μετά την αλλαγή, αποχωρούσε για τα αποδυτήρια κανένας δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο μεγάλος αυτός άσσος δεν θα επέστρεφε ξανά στα γήπεδα…

Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Πάμπος φεύγει για την Ελλάδα για τα τελευταία μαθήματα φυσιοθεραπείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο τέλος Ιουνίου, επιστρέφει στη Μόρφου μαζί με τον αδελφό του Αντρέα (φοιτητή στη Γυμναστική ακαδημία) κι αρχίζουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές.

«Βιάζομαι…»

Το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή ανατρέπουν τη ζωή και τα σχέδιά τους… Όπως ανέτρεψαν και τη ζωή του τόπου… Τα δυο αδέλφια κατατάσσονται στην Εθνική Φρουρά… Ο Αντρέας παρουσιάζεται στη Β΄ Ανωτέρα και ο Πάμπος, με τη στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού στη μονάδα του. Με 30 περίπου στρατιώτες του, αναλαμβάνουν ειδικές αποστολές. Μετά τις μάχες στη Λεύκα, ο Αντρέας και ο Πάμπος συναντώνται αλλά για πολύ λίγο.

«Ήταν πολύ βιαστικός» θυμάται ο αδελφός του και συμπαίκτης του Ανδρέας Τσίγκης. «Δεν έχω χρόνο… Οι τούρκοι προχωρούν. Πρέπει να τους προλάβουμε στον Καραβά και τη Λάπηθο…», του είπε. Κι όντως ο Πάμπος, αφού πέρασε με το λόχο του από τα Καζιβερά, έφτασε στις 27 Ιουλίου, σε μια περιοχή κοντά στον Καραβά. Οι διαταγές λένε να οδηγήσει τους στρατιώτες του στο ύψωμα και να οχυρωθούν εκεί. Στο ύψωμα όμως βρίσκονται ήδη οι τούρκοι στρατιώτες οι οποίοι ανοίγουν πυρ. Μια σφαίρα εξοστρακίζεται σε πέτρα και κτυπά τον Πάμπο στην κοιλιακή χώρα. Μια άλλη τον σημαδεύει στο μηρό… Δεν μπορεί να κινηθεί και μένει καλυμμένος πίσω από ένα βράχο… Οι συνάδελφοί του έχουν αποχωρήσει χωρίς να δύνανται να του παράσχουν βοήθεια.

Ο Πάμπος μένει αβοήθητος για οκτώ περίπου ώρες μέχρι που τον βρίσκουν άνδρες των Ηνωμένων Εθνών. Τον μεταφέρουν σε κλινική στη Μόρφου και από εκεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο Λευκωσίας. Έχει ήδη χάσει αρκετό αίμα ενώ και στις πληγές του παρατηρείται σοβαρή μόλυνση…

Πέντε λεπτά…

Δυο μέρες αργότερα, τα μαντάτα φτάνουν μέσω άλλων στρατιωτών στον αδελφό του Ανδρέα, ο οποίος εξασφαλίζει άδεια και πηγαίνει στη Λευκωσία να τον βρει στο νοσοκομείο. Με υγρά μάτια, μας διηγείται:

«Δεν ήξερα σε ποια κατάσταση βρισκόταν… Όταν τον συνάντησα στο θάλαμο, μου μίλησε… Ανταλλάξαμε κάποιες κουβέντες και έκλεισε τα μάτια του… Ήταν τα τελευταία πέντε λεπτά με τον αδελφό μου… Πρόλαβε και ρώτησε για τους γονείς μας και για την αδελφή μας… Πρόλαβε επίσης να μου ζητήσει και μια χάρη…-Να με πάρετε στο χωριό, με παρεκάλεσε…».

Η τελευταία επιθυμία του, ήρωα πια, Πάμπου πραγματοποιήθηκε. Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο του Πραστειού Μόρφου. Αλίμονο όμως… Πριν στεγνώσουν τα δάκρυα των δικών του και πριν μαραθούν τα λουλούδια στον τάφο του, οι τούρκοι στρατιώτες εισβάλλουν στη Μόρφου… Και στο Πραστειό…

«Δεν υπάρχει τίποτε που να θυμίζει σήμερα το κοιμητήριο στο χωριό μας», λέγει με οδύνη ο αδελφός του ήρωα, Ανδρέας Τσίγκης. «Εχουν καταστρέψει τα πάντα… Το σημείο όμως που θάψαμε τον Πάμπο, το θυμόμαστε. Κι από τότε που έχουμε τη δυνατότητα να πηγαίνουμε εκεί, αφήνουμε το δάκρυ μας και την αγάπη μας στον αδελφό μας…».

Ο Πάμπος έμεινε για πάντα στο Πραστειό. Η γη που τον γέννησε, τον κρατά αιώνια, σφιχτά στην αγκαλιά της. Άλλωστε, το είχε θελήσει ο ίδιος λίγο πριν πεθάνει: -Να με πάρετε στο χωριό…

-Ο Πάμπος Τσίγκης, υπηρετώντας τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά. Τον όρκο που έδωσε σαν νεοσύλλεκτος στρατιώτης τον τίμησε αργότερα με την ίδια τη ζωή του.

X