ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Ποια ήταν η Ζωή Λάσκαρη;

Η συνέντευξη της Ζωής Λάσκαρης στην «Κ»

Η γυναίκα που ενσάρκωνε όσο λίγες όλη τη λάμψη του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του '60, Ζωή Λάσκαρη έδωσε το Μάρτιο του 2014 μια αποκαλυπτική συνέντευξη στην «Κ» στην δημοσιογράφο Μαρία Κατσουνάκη.

Διαβάστε παρακάτω ολόκληρη την συνέντευξη 

Η Ζωή Λάσκαρη έχει έναν δικό της τρόπο να προσδιορίζει χρονικά τα γεγονότα. Ρωτάει «πότε πέθανε η Μελίνα» ή λέει «θυμάμαι ότι ζούσε ακόμα η Αλίκη», όταν θέλει να αναφερθεί σε κάποιο περιστατικό. Δανείζεται συχνά φράσεις από τη γιαγιά της αλλά και από τον «σοφό Ανδρέα Βουτσινά», μιλάει για την εκτίμηση που είχε και τη σχέση φιλίας που τη συνέδεε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Ηλία Ηλιού, τον Λεωνίδα Κύρκο. Οι δύο τελευταίοι πήγαιναν και στις πρεμιέρες της.

Η τελευταία Ελληνίδα σταρ πρώτης γραμμής, της αδιαιρέτου τριάδας Βουγιουκλάκη - Καρέζη - Λάσκαρη, η αγαπημένη ηθοποιός –τη θεωρούσε «κόρη» του– του Φιλοποίμενος Φίνου, από τις ωραιότερες γυναίκες του ελληνικού κινηματογράφου της «χρυσής εποχής» του, είναι σήμερα 70χρονη γιαγιά. Η 17χρονη εγγονή της Ζένια (από τη μεγαλύτερη κόρη της Μάρθα) θα μπορούσε να την κάνει σε λίγα χρόνια και προγιαγιά. «Μακάρι!», λέει, αλλά λίγες ώρες αργότερα θα προσθέσει: «εγώ είμαι γιαγιά και δεν είμαι. Δουλεύω ακόμα, αγαπώ τη ζωή».

Η Ζωή Λάσκαρη του «Κατήφορου», των μεγάλων ερώτων και της έντονης ζωής, κάθεται απέναντί μου στο τραπέζι αλλά δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Εχει αλλάξει. Οταν μιλάει, η φωνή και το γέλιο έρχονται από το παρελθόν, είναι της «Ζωίτσας», όμως η όψη είναι άλλη, διαφορετική. «Μέχρι να αποσυρθώ εντελώς θα κάνω πράγματα για να διατηρηθώ. Οσο γίνεται. Πώς να εμποδίσεις τον χρόνο, αγάπη μου; Είναι αμείλικτος. Ερχεται. Καλπάζει. Με ρωτούν αν θα ήθελα να είμαι νέα. Οχι, δεν θα ήθελα να ξαναπάω πίσω. Εχω κάνει μια τεράστια διαδρομή, με λάθη, με χαρά, με πίκρες. Μια χαρά είμαι. Δεν θέλω να ξαναπάω πίσω».

Φοράει λευκά («έχω μια αδυναμία σε αυτό το χρώμα»), παντελόνι και μακριά ζακέτα, ένα φίνο χρωματιστό φουλάρι, μεγάλα γυαλιά ηλίου, είναι κομψή, εντυπωσιακή. Της ζητώ να προσδιορίσει την έννοια του «σταρ»: «Ο σταρ γεννιέται δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την ομορφιά. Είναι η προσωπικότητα που ακτινοβολεί». Οι σερβιτόροι στο L’Abreuvoir τη γνωρίζουν, τη φροντίζουν, εμφανίζονται αθόρυβα για να γεμίσουν το ποτήρι της με κόκκινο κρασί. Είναι ένα μάλλον ανοιξιάτικο μεσημέρι, καθόμαστε στον κήπο, σε μια γυάλινη κατασκευή. Οταν έφτασα, ήταν ήδη εκεί, μόνη, σε μια μεγάλη ροτόντα, με λευκό τραπεζομάντιλο, σε μια ήσυχη πλευρά, χωρίς κόσμο. Με υποδέχεται με οικειότητα, παρότι δεν έχουμε ξανασυναντηθεί.

Φέτος, εμφανίζεται στο θέατρό της, στον Πολυχώρο «Αθηναΐς», ερμηνεύοντας την Αννα, τον επισκέπτη - εισβολέα, στα «Ωραία χρόνια» του Πίντερ, μαζί με τη Βέρα Κρούσκα (Κέιτ) και τον Στέφανο Κυριακίδη (Ντίλι), σε σκηνοθεσία του Ρώσου Αντολφ Σαπίρο. Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος που τη συναντήσαμε. Ούτε το γεγονός ότι το 2013 η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου της απένειμε τιμητικό βραβείο για το σύνολο της καριέρας της. Η Ζωή Λάσκαρη ετοιμάζει την αυτοβιογραφία της (την επιμελείται ο Γιώργος Σιδέρης), μέσα από την οποία αναβιώνει μια άλλη εποχή της Ελλάδας, με τη δική της ματιά. Αλλά, για να είμαστε ειλικρινείς, κι αυτό το μάθαμε εκ των υστέρων. Η αλήθεια είναι ότι η Ζωή Λάσκαρη συνθέτει από μόνη της μια εποχή.

Στο Πόρτο Ράφτη

Τα είκοσι τελευταία χρόνια είναι μόνιμα εγκατεστημένη στο Πόρτο Ράφτη: «Εχω μια θάλασσα μπροστά μου, έχω τα λουλούδια μου και κυρίως πατάω στη γη και αυτό μου αρέσει πολύ. Δεν αντέχω τον θόρυβο της πόλης ούτε όταν μεταφέρεται μέσα από το τηλέφωνο... Εχω ζήσει και αγαπήσει την Αθήνα πολύ και θλίβομαι όπως έχει γίνει. Αντίθετα με τον Αθηναίο ο Θεσσαλονικιός αγαπάει την πόλη του, την προσέχει, τη σέβεται, είναι περήφανος γι’ αυτήν. Στην Αθήνα περιμένουν κάποιος άλλος να δώσει τη λύση. Αναπτύξαμε τέτοιες σχέσεις με το κράτος - πατερούλη, που μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα υπάρχουν. Ημουν μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου επί Αβραμόπουλου και έφυγα σε ενάμιση χρόνο τρέχοντας. Παιζόντουσαν πολλά συμφέροντα στον δήμο. Ηρθε μια στιγμή που δεν άντεξα άλλο». Δηλώνει ότι «έχει έναν αναχωρητισμό». Και προσθέτει: «Τον είχα πάντα». Δύσκολο να το πιστέψει κανείς, για μια γυναίκα τόσο εκτεθειμένη στη δημοσιότητα. Σχολιάζω, γελώντας, ότι αν το γράψω αυτό, θα νομίζουν οι αναγνώστες ότι τους δουλεύουμε. Αντιδρά: «Γιατί, είδαν την ψυχή μου; Ξέρουν πού βρίσκεται; Αναγκαστικά ήμουν και θα είμαι και πάλι κοινωνικά παρούσα. Αλλά προτιμώ το σπίτι με τους φίλους μου... Το Πόρτο Ράφτη μου αρέσει πολύ γιατί είναι χωριό. Βγαίνω σχεδόν καθημερινά για να ψωνίσω από το σούπερ μάρκετ, τον χασάπη, τον μανάβη».

– Σας φωνάζουν Ζωίτσα;

– Ναι. Και όταν με λένε «κυρία Λάσκαρη» τους αγριοκοιτάζω. Το ήξερα από μικρή ότι θα γεράσω και θα με φωνάζουν Ζωίτσα. Μεγάλη μου τιμή.

Πάλεψα να είμαι αυτό που θέλω είτε άρεσε είτε δεν άρεσε

Σχολιάζει «πόσο όμορφα κορίτσια υπάρχουν σήμερα. Ψηλά, με ωραία μάτια, ωραία σώματα. Κορίτσαροι. Συνέχεια περνούν από μπροστά σου...». «Δύσκολα θα έβγαινε μια Λάσκαρη σήμερα, λοιπόν. Θα είχε μεγάλο ανταγωνισμό», παρατηρώ. «Οχι. Δεν είναι αυτό. Δεν υπάρχει ο Φίνος να σε καθιερώσει στη συνείδηση του κόσμου», αντιτείνει. «Γύριζα τότε δύο ταινίες τον χρόνο. Τους άρεσα, δεν τους άρεσα. Ηταν μια καθιέρωση. Η τηλεόραση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο».

– Ζήσατε έντονα τα νιάτα σας.

– Πολύ τα έζησα! Και πολύ ξενύχτησα και όλα τα έκανα. Γι’ αυτό λέω ότι είμαι γεμάτη.

– Στο πρόγραμμα της παράστασης δηλώνετε την ηλικία σας...

– Στα χαρτιά είμαι και δύο χρόνια μεγαλύτερη, λόγω της ψεύτικης δήλωσης που είχα κάνει για τα καλλιστεία. Γράφουν το 1942 ως ημερομηνία γέννησης και όχι το 1944. Δεν είναι γελοίο; Ο Βουτσινάς έλεγε: «όταν λες ψέματα σε κάποιον δεν πειράζει. Οταν λες στον εαυτό σου είναι επικίνδυνο».

– Οι άντρες που πέρασαν από τη ζωή σας, σας τίμησαν;

– Με τον τρόπο τους.

– Τους χρεώνετε;

– Οταν έχεις δώσει την ψυχή σου, τι να χρεώσεις. Είναι σαν να φτύνεις τη μούρη σου.

– Κάποτε είχατε ανακοινώσει ότι σκοπεύετε να κάνετε μια ταινία για τα ναρκωτικά.

– Τώρα δεν θέλω να αγγίξω το θέμα καθόλου. Η κόρη μου είναι πολύ καλά. Περάσαμε από τέσσερις κοινότητες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

– Σας δυσκόλεψε αυτό, τότε;

– Με έλιωσε. Δεν θέλω όμως να μιλήσω άλλο γι’ αυτό. Τώρα, δόξα τω Θεώ, είναι όλα καλά.

– Είμαστε αυτό που θυμόμαστε; Οι μνήμες μας; Οπως λέει και ο Πίντερ στα «Ωραία χρόνια».

– Είμαστε αυτό που πιστεύει ο κόσμος για εμάς. Πάλεψα να είμαι αυτό που θέλω, είτε άρεσε είτε δεν άρεσε.

– Κι όταν δεν άρεσε;

– Το έκριναν αυστηρά, έχει τίμημα. Πολύ μεγάλο. Σου βάζουν μια ταμπέλα. Αλλά δεν πειράζει.

– Ερχονται στο θέατρο ακόμα για να «δουν τη Λάσκαρη»;

– Οχι. Δεν νομίζω. Ορισμένοι... ίσως... λίγοι να έρχονται και από περιέργεια.

– Η περιέργεια που σκοτώνει τον ηθοποιό όταν μεγαλώνει;

– Αυτούς σκοτώνει. Εμένα όχι. Ο καθένας με φαντάζεται κάπως. Οπως κάθε δημόσιο πρόσωπο. Δικό του είναι το πρόβλημα. Εγώ είμαι κανονικός άνθρωπος.

– Τι σημαίνει «κανονικός»;

– Κανονικός, παιδί μου. Θα σηκωθώ το πρωί, θα σκουπίσω, θα μαγειρέψω. Δεν παριστάνω τη Νόρμα Ντέσμοντ στη «Λεωφόρο της Δύσης». Δεν υπήρξα ποτέ έτσι. Τι βαρετό Χριστέ μου!

Το Ιντερνετ είναι σαν τεράστιο διεθνές αεροδρόμιο όπου δεν ξέρεις κανέναν

«Εχασα τους γονείς μου νωρίς και ωρίμασα πολύ γρήγορα». Οταν προφέρει τη φράση αυτή, αισθάνομαι την κεκτημένη ταχύτητα. «Το αναφέρετε σχεδόν πάντα στις συνεντεύξεις σας», παρατηρώ. «Φαίνεται ότι είναι μια απώλεια που δεν αναπληρώνεται. Με τίποτα», απαντά στέρεα και ήρεμα. «Σκέψου να μην έχεις φωνάξει ποτέ “μπαμπά”, ήμουν 8 μηνών όταν πέθανε, και “μαμά”. Είχα ανάγκη να προφέρω τις λέξεις. Ελεγα στους γονείς της μητέρας μου, που με μεγάλωναν, να με υιοθετήσουν για να μπορώ να πω “μαμά και μπαμπά”. Μετά ήθελα να δώσω στις κόρες μου την αγάπη που δεν ένιωσα από γονείς».

– Είχατε στηρίγματα στη ζωή σας;

– Κανένα. Ισως τον Φίνο.

– Σας σκλήρυνε αυτό;

– Καθόλου. Πάντα είχα στο μυαλό μου ότι δεν θέλω να πονέσει κανένας όπως εγώ.

– Κάνατε άλλη δουλειά ποτέ;

– Ναι, όταν πήγα μικρή στην Αμερική, στα 16 μου ως «Σταρ Ελλάς», για 18 μήνες, δούλεψα σε ένα κατάστημα ως υπάλληλος.

– Η ομορφιά είναι διαβατήριο ζωής;

– Είναι. Αλλά αν δεν έχει σφραγίδες δεν έχει αξία. Πολλές σφραγίδες, να είναι ταξιδεμένο το διαβατήριο.

– Η εμφάνιση δημιουργεί δυσκολίες;

– Κόπο απαιτεί. Οι άνθρωποι βλέπουν το εξωτερικό και πολλές φορές δεν σε συμπονούν. Λένε: αυτή δεν έχει ανάγκη, τα έχει όλα.

– Κάποιοι γίνονταν προσβλητικοί...

– Οχι προσβλητικοί. Σκληροί. Διαλέγεις όμως με ποιον θα μοιραστείς την ψυχή σου.

– Τη μοιραστήκατε;

– Ναι. Είχα πολύ καλούς φίλους. Οπως την Αλίκη (Βουγιουκλάκη). Ηταν πολύ τρυφερό και δειλό πλάσμα. Η Αλίκη ήθελε να είναι πρώτη. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, μη με ρωτάτε. Ξέρω όμως ότι το πλήρωσε πολύ ακριβά. Ο κόσμος που τη λάτρεψε ήταν και η φυλακή της.

Η δεκαετία του ’60 ήταν για τη Ζωή Λάσκαρη «η καλύτερη εποχή. Τα χρόνια της αθωότητας. Ακόμη δεν είχαμε διαφθαρεί από το χρήμα».

– Πόσο ζήσατε την Ελλάδα της πλαστής ευμάρειας;

– Από μακριά. Την έβλεπα και ανατρίχιαζα. Δεν μπορούσα να το πω δημόσια, θύμωνε ο άντρας μου... Εντάξει, λοιπόν, να μην τα πω δημόσια, τα έλεγα σπίτι μου, τσακωνόμουν με την τηλεόραση. Εβλεπα τον εσμό που εμφανιζόταν ως καλή κοινωνία...

– Η δεκαετία του ’60 είχε καλή κοινωνία;

– Είχε πενήντα παλιές οικογένειες, οι οποίες όμως, όπως και οι τσάροι, δεν καταλάβαιναν τι έρχεται για να το προλάβουν.

– Εσείς, πότε καταλάβατε ότι κάτι δεν πάει καλά στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης;

– Ενα βράδυ που είχαμε πάει με τη Γαλάνη, τον Νταλάρα, την Αλεξίου, σε ένα μαγαζί κάτω από την Πατησίων για να ακούσουμε τα «Παιδιά από την Πάτρα», πριν από τις εκλογές του ΠΑΣΟΚ. Το ’81; Γύρισα κάποια στιγμή και είδα έναν κόσμο να έχει σηκωθεί και να προσπαθεί να πάρει θέση. Σαν να βρισκόμουν σε τρανς. Ενας κόσμος που είχε «πατηθεί» και ήθελε να πάρει θέση στην πίστα. Μόνο που δεν ήταν έτοιμος. Και στη δουλειά μας το ίδιο είναι. Ερχεται ξαφνικά η επιτυχία και τρελαίνεσαι. Αυτό συνέβη και στην ελληνική κοινωνία.

Είμαι μαθήτρια της ζωής

– Τη δική σας παιδεία πώς την αποκτήσατε;

– Μόνη μου. Είμαι μαθήτρια της ζωής. Από το σπίτι μου είχα αγωγή.

– Ζήσατε βέβαια πολύ προνομιακά.

– Βεβαίως. Αλλά μην ξεχνάτε ότι δούλευα από πολύ μικρή.

– Βιώνετε μια δική σας πραγματικότητα;

– Οχι. Ζω την τρέχουσα πραγματικότητα. Ανέκαθεν απεχθανόμουν τα «σύννεφα». Παρακολουθώ τα πάντα. Σηκώνομαι από τις 6.30 και βλέπω τα πάντα. Τα πρώτα πράγματα που με υποδέχονται το πρωί είναι η «Καθημερινή» και η «Εστία». Το Ιντερνετ το χειρίζομαι πολύ λίγο. Ξέρετε πώς βλέπω το Ιντερνετ; Σαν ένα τεράστιο διεθνές αεροδρόμιο στο οποίο δεν ξέρεις κανέναν.

Τα πιάτα αποσύρονται από το τραπέζι. Οι φρεσκότατες, ψιλοκομμένες τηγανητές πατάτες, σχεδόν ανέγγιχτες... «Πρέπει να χάσω τρία κιλά», μονολόγησε η Ζωή Λάσκαρη. Η συζήτηση περνάει στους πολιτικούς. Στη γνωριμία και τον θαυμασμό της για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Τον πρώτο, είχε συναντήσει και στο Παρίσι: «Αγαπούσε την Ελλάδα πάρα πολύ. Οταν τον ρώτησα πώς μπαίνουμε έτσι απροετοίμαστοι στην Ευρωπαϊκή Ενωση μου απάντησε ότι αν περιμένουμε να ετοιμαστούμε δεν θα τα καταφέρουμε ποτέ». Της είχε εξομολογηθεί ότι «στέγνωσε για να μην έχει αχίλλειο πτέρνα». Για τον Α. Παπανδρέου αφηγείται το εξής περιστατικό: «είχε έρθει ο Μπιρσίμ μετά το νοσοκομείο στο σπίτι μας, και μου λέει “είμαστε με τον Ανδρέα στο δωμάτιο και έκανε πρόβα στο χέρι του, πώς θα κάνει την κίνηση, το νεύμα προς τη Δήμητρα”. Τον λάτρεψα γι’ αυτό. Δεν ήταν η κίνηση του μια χειροβομβίδα στην ψευτιά και στην υποκρισία του κατεστημένου;».

Η Ζωή Λάσκαρη δεν περιμένει απάντηση. Ζήτησε τον λογαριασμό, σηκώθηκε από την καρέκλα με μια ανεπαίσθητη δυσκολία, ευθυτενής, καλλίγραμμη, με ψηλοτάκουνες γόβες. Θα επέστρεφε στο Πόρτο Ράφτη με τον σοφέρ της.

Η συνάντηση

Φάγαμε στο «L’Abreuvoir» (Ξενοκράτους 51). Η συνάντηση δεν ήταν προγραμματισμένη για «Γεύμα». Προέκυψε. Ξεκινήσαμε με μια φρεσκότατη γιαπωνέζικη σαλάτα με λαχανικά. Συνεχίσαμε με φιλετάκια που συνόδευε πουρές και λεπτοκομμένες πατάτες τηγανητές και καπνιστό σολωμό. Τον λογαριασμό πλήρωσε η κ. Λάσκαρη. Ηταν ανυποχώρητη σ’ αυτό.

Oι σταθμοί της

1944
Γεννιέται στη Θεσσαλονίκη.

1959
Κερδίζει τον τίτλο της Σταρ Ελλάς.

1961
Πρωταγωνιστεί στην πρώτη της ταινία, τον «Κατήφορο», σε ηλικία 17 ετών.

1963
Αποφοιτά από τη δραματική σχολή Πέλου Κατσέλη.

1966
Πρώτη θεατρική εμφάνιση με το έργο των Γιαλαμά-Πρετεντέρη «Μιας πεντάρας νιάτα».

1976
Παντρεύεται τον δικηγόρο Αλέξανδρο Λυκουρέζο.

1977
Θάνατος του Φιλοποίμενος Φίνου.

1997
Πρώτη εμφάνιση στην Επίδαυρο ως Ελένη στις «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.

2002
Λειτουργεί για πρώτη φορά η θεατρική σκηνή «Ζωή Λάσκαρη». Πρώτο έργο η «Ευαίσθητη Ισορροπία» του Αλμπι.

2013
Απονομή τιμητικού βραβείου για το σύνολο της προσφοράς της στον ελληνικό κινηματογράφο από την Ακαδημία Κινηματογράφου.

 

 
ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Showbiz: Τελευταία Ενημέρωση